KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Ίαν Μακ Γιούαν- Μαύρα Σκυλιά


Ο Ίαν Μακ Γιούαν είναι ένας καταξιωμένος Άγγλος συγγραφέας που έχει τιμηθεί με το βραβείο Booker  για το μυθιστόρημα του «Άμστερνταμ» (1998),συγγραφέας επίσης της «Εξιλέωσης» που μεταφέρθηκε ομότιτλη, με μεγάλη επιτυχία, στις κινηματογραφικές οθόνες. Γιός στρατιωτικού καριέρας πέρασε τα περισσότερα παιδικά του χρόνια σε διάφορα μέρη, από την Σιγκαπούρη ως την Τυνησία, ακολουθώντας τις διαρκείς μεταθέσεις του πατέρα του. Πήρε πτυχίο στην Αγγλική φιλολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ και master δημιουργικής γραφής από το Πανεπιστήμιο της East Anglia.

Στο τέλος του 2015 εκδόθηκε και στη χώρα μας το τελευταίο βιβλίο του «Νόμος περί τέκνων». Διαβάζοντας πρόσφατα κάποιες κριτικές για το βιβλίο, άρχισα να ψάχνω πληροφορίες για προγενέστερα έργα του. Διάβασα κολακευτικά σχόλια για τα «Μαύρα Σκυλιά»(1992)  και το ανέσυρα από την βιβλιοθήκη μου, στην οποία παρέμενε αδιάβαστο για σχεδόν 9 χρόνια.

Πρόκειται για ένα ευσύνοπτο μυθιστόρημα 203 σελίδων που χωρίζεται σε πρόλογο και σε άλλα 4 μέρη-κεφάλαια στα οποία με πολυπρισματική αφήγηση καλύπτονται  τα χρόνια από το 1946 μέχρι το 1992. Ο αφηγητής Τζέρεμυ από τότε που έχασε τους γονείς του σε τροχαίο σε ηλικία 8 ετών, είχε όλη την προσοχή του στραμμένη στους γονείς των άλλων. Ο πρόλογος του βιβλίου τον παρακολουθεί σε τέτοιες επισκέψεις στους γονείς των φίλων του, την εποχή που μένει ακόμα με την αδερφή του Τζην, τον άντρα της Χάρπερ και την τρίχρονη ανιψιά του Σάλυ. Ό έρωτας, δανειζόμενος την έκφραση της Σύλβια Πλάθ, τον έβαλε σε κίνηση γύρω στα 35 του, με την μορφή της γυναίκας του Τζένυ Τρεμέιν. Ο αφηγητής σταδιακά παρασύρεται από την ιστορία της ζωής των γονιών της Τζένυ, της Τζουν και του Μπέρναρντ. Αρχικά και οι δύο ήταν κομμουνιστές αλλά προϊόντος του χρόνου οι δρόμοι τους άρχισαν να αποκλίνουν, ασφαλώς όχι μόνο λόγω ιδεολογίας. Η Τζουν απομακρύνθηκε από τον κομμουνισμό, και όχι μόνο, όταν είχε μια κομβική εμπειρία στο ταξίδι του μέλιτος στα 1946, η οποία ταυτίζεται με τα μαύρα σκυλιά του τίτλου, ενώ ο Μπέρναρντ αποχώρησε από το κομμουνιστικό κόμμα στα 1956 μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας, αλλά παρέμεινε με ενεργό ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Οι γονείς της Τζένυ είναι οι δύο βασικοί χαρακτήρες στους οποίους στηρίζεται το βιβλίο. Η κοσμοθεωρία του καθενός είναι διαφορετική από του άλλου, αλλά καθώς αποκλίνουν προοδευτικά δημιουργούν διαλεκτικά μια συναρπαστική ολότητα. Ό ένας αντιπροσωπεύει την ορθολογική σκέψη και η άλλη την πνευματική ενόραση. «Ο Μπέρναρντ, για παράδειγμα, ήταν βέβαιος πως δεν υπήρχε καμία κατεύθυνση, κανένα μοντέλο στις υποθέσεις ή στις μοίρες των ανθρώπων, παρά μόνο εκείνα που επέβαλε ο ανθρώπινος νους. Η Τζουν δεν μπορούσε να το δεχτεί αυτό- η ζωή είχε ένα σκοπό- και ήταν προς το συμφέρον μας να ανοίξουμε το μυαλό μας και να το κατανοήσουμε.»

Το κεφάλαιο μετά τον πρόλογο αφηγείται τις ιστορίες που είπε η Τζουν στο Τζέρεμυ την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1987, ενώ βρισκόταν σε κλινική, λίγο πριν πεθάνει την ίδια χρονιά. « Όταν μου είπαν πόσο άρρωστη ήμουν και ήρθα εδώ για να απομονωθώ για τελευταία φορά, άρχισα να βλέπω την μοναξιά ως την μεγαλύτερη μου αποτυχία. Ένα τεράστιο λάθος. Τι νόημα έχει να φτιάχνεις μια ωραία ζωή μόνος; Όταν συλλογιέμαι όλα εκείνα τα χρόνια στη Γαλλία, νιώθω καμιά φορά ένα παγερό αέρα να με φυσάει στο πρόσωπο. Ο Μπέρναρντ πιστεύει πως είμαι μια ανόητη αποκρυφίστρια, κι εγώ πιστεύω πως αυτός είναι ένας ψυχρός κομισάριος, που θα μας κάρφωνε όλους, αν θα μπορούσε με αυτό να κερδίσει έναν υλικό επίγειο παράδεισο- αυτή είναι η οικογενειακή ιστορία, το οικογενειακό μας αστείο. Η αλήθεια είναι πως αγαπιόμαστε, ποτέ δεν πάψαμε, είμαστε παθιασμένοι. Και αποτύχαμε να κάνουμε κάτι με αυτό. Δεν μπορούσαμε να φτιάξουμε ζωή. Δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε την αγάπη, ούτε όμως εννοούσαμε να υποκύψουμε στην δύναμη της».

Στο επόμενο κεφάλαιο η ιστορία φωτοσκιάζεται από την πλευρά του Μπέρναρντ, ενώ βρίσκονται με τον Τζέρεμυ στο Βερολίνο το 1989, τις μέρες που έπεσε το ομώνυμο Τείχος. Το κλίμα των ημερών σκιαγραφείται επιδέξια και ένα αξιοσημείωτο γεγονός συμβαίνει στο τέλος του κεφαλαίου. Μέσα στο αλαλάζων πλήθος και την εορταστική ατμόσφαιρα εμφανίζεται ένας Τούρκος να  ανεμίζει μια κόκκινη σημαία, προφανώς κομμουνιστική. Μια παρέα από νεοναζιστές το θεωρεί αυτό πρόκληση, του επιτίθενται και μέσα στο σχετικό ορυμαγδό τρώει και ο Μπέρναρντ αρχικά μια γερή κλωτσιά στο καλάμι. Και ενώ ο Τούρκος καταφέρνει να διαφύγει και οι νεαροί ετοιμάζονται να αποτελειώσουν στις κλωτσιές τον Μπέρναρντ, παρεμβαίνει σωτήρια μια οργισμένη νέα γυναίκα, που τη θεωρούσαν δική τους, και καταφέρνει να  απαξιώσει έμπρακτα τους χουλιγκανισμούς τους και να σώσει τον Μπέρναρντ. Η σύμπτωση, στην οποία δεν δίνει σημασία ο Μπέρναρντ αργότερα, είναι ότι είχαν παρατηρήσει και οι δυο τους έντονα, τη συγκεκριμένη γυναίκα, λίγο πιο νωρίτερα, στην πύλη του Βρανδεμβούργου.

Το κεφάλαιο που ακολουθεί περιγράφει κυρίως τη γνωριμία του αφηγητή με τη γυναίκα του Τζένυ Τρεμέιν στην Πολωνία του 1981, τον καιρό της Αλληλεγγύης και του Λεχ Βαλέσα που επίσης σκιαγραφείται με ενάργεια και παραστατικότητα. 
  
Στη συνέχεια στο τελευταίο κεφάλαιο ξετυλίγονται τα καθοριστικά γεγονότα του ταξιδιού μέλιτος της Τζουν και του Μπέρναρντ, όπως τα έχει αποκωδικοποιήσει μετά από τόσα χρόνια αφηγήσεων και των δύο τους ο Τζέρεμυ. Οι δύο τους πήγαν ταξίδι μέλιτος αρχικά στην Ιταλία, όπου αντικρίζοντας τις καταστροφές του πολέμου προσφέρθηκαν για εθελοντική δουλεία έξι εβδομάδων σε ένα σταθμό συσκευασίας του Ερυθρού Σταυρού στα περίχωρα της παραλιακής πόλης Λέριτσι. Κατόπιν επισκέφτηκαν τη Γαλλία. Διασχίζοντας το Κως ντε Λαρζάκ, προς το τέλος της ημέρας  έφτασαν στο Ντολμέν ντε λα Πρυναρέντ, ένα προϊστορικό ταφικό μνημείο που δημιούργησε μια υπόκωφη ανησυχία στην Τζουν καθώς μιλούσε με τον άντρα της. Την επόμενη μέρα, κοντά στο Σαιν Μωρίς, η Τζουν είχε την καθοριστική εμπειρία με τα μαύρα σκυλιά. Είχε προπορευτεί αρκετά από τον άντρα της όταν τα συνάντησε. Τα μαύρα σκυλιά, που σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου ήταν η προοικονομία της ενσάρκωσης του Κακού, ήταν τώρα πελώρια, εκφοβιστικά στη σκοτεινή υλικότητα τους,  έτοιμα να την κατασπαράξουν. Η Τζουν καταφέρνει να ανταπεξέλθει ανέλπιστα στη δύσκολη αυτή στιγμή, αλλά η εμπειρία την επηρεάζει καθοριστικά. Το βράδυ χαλαρωμένοι και δυο, ακούνε, από το δήμαρχο της πόλης απίστευτους υπαινιγμούς για το… ναζιστικό παρελθόν των σκυλιών. Τις επόμενες μέρες, από μια εσωτερική παρόρμηση η Τζουν αγοράζει κοντά στην περιοχή  μια bergerie (στάνη) και κάποια γύρω χωράφια. Ο Μπέρναρντ δεν εναντιώνεται στην απόφαση της. Η bergerie με τα χρόνια θα διαμορφωθεί σε κανονικό σπίτι, ησυχαστήριο για τις εσωτερικές αναζητήσεις της, καθώς θα αρχίσουν να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον.

Ο συγγραφέας προσπαθεί να σκιαγραφήσει ισότιμα τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες των δύο βασικών ηρώων του αλλά είναι εμφανές πως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του, κλείνει προς την πλευρά της Τζουν. Όσο για μένα, αν και συμμερίζομαι την ποιότητα του συνολικού συγγραφικού εγχειρήματος θα κλείσω με τα  προβοκατόρικα λόγια που βάζει ο Ίαν Μακ Γιούαν στο στόμα του Μπέρναρντ, προς το τέλος του βιβλίου: «Πρόσωπο με πρόσωπο με το Κακό; Θα σου πω εγώ μπροστά σε τι βρέθηκε εκείνη τη μέρα- μπροστά σε ένα καλό φαγητό και μια δόση κακόβουλου χωριάτικου κουτσομπολιού. Όσο για την εσωτερική ζωή, αγαπητό μου παιδί, για να δούμε αν μπορείς να την έχεις με άδειο στομάχι. Ή χωρίς πόσιμο νερό. Ή όταν μοιράζεσαι ένα δωμάτιο με άλλους εφτά. Τώρα βέβαια, άμα έχουμε όλοι δεύτερα σπίτια στη Γαλλία… Βλέπεις, έτσι που πάνε τα πράγματα σε αυτόν τον υπερφορτωμένο πλανήτη, χρειαζόμαστε όντως ένα σύστημα ιδεών, και καλό μάλιστα!».  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...