KAINOTOPIO

KAINOTOPIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Όλια Λαζαρίδου: Η μέρα που έπεσα επί σκηνής


 

22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2020. Η στιγμή που δεν θα ξεχάσω από το 2020 είναι η ιδιαίτερη εμπειρία μου από την παράσταση στη οποία έπαιξα λίγο πριν από το δεύτερο lockdown. Είναι η πρεμιέρα του Έξι Φορές που ανεβάσαμε με τον Γιώργο Νανούρη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, χωρίς τη δυνατότητα να κάνουμε γενική πρόβα, γιατί λόγω των μέτρων δεν επιτρεπόταν. Οπότε, αυτό το θέαμα του να είναι τριάντα άνθρωποι, το 30% της χωρητικότητας της αίθουσας, οι οποίοι κάθονταν αραιά και φορώντας μάσκα, το είδα πρώτη φορά στην πρεμιέρα.

 Σε ένα σημείο του μονόπρακτου Όλια, μια ψυχούλα του Τσέχοφ ανέβαινα σε ένα σκαμνί και στηριζόμουν σε μια «γαϊδούρα», από αυτές που έχουμε για να κρεμάμε τα ρούχα, με ροδάκια και φωτάκια. Ήταν κάτι που έκανα κάθε μέρα επί ενάμιση μήνα στις πρόβες. Εκείνη την ημέρα ανέβηκα στο σκαμνί, πήγα να στηριχτώ πάνω στη γαϊδούρα, έπεσε το σκαμνί κι εγώ και η γαϊδούρα μαζί με τα φωτάκια, τα οποία κόλλησαν πάνω στα χέρια μου.

Ήρθε ο διευθυντής σκηνής, σήκωσε τα πράγματα, βοήθησε κι εμένα, κι εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρω πώς έγινε, σηκώθηκα, συνέχισα από κει που είχα σταματήσει και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Νομίζω ότι λειτούργησε η πείρα των σαράντα χρόνων στο σανίδι, η συσσωρευμένη πείρα βοηθά σε τέτοιες περιπτώσεις.

 Για την πτώση μου είμαι σίγουρη ότι ευθύνεται ο τρόμος γι' αυτό που έβλεπα από τη σκηνή. Δεν ήταν το θέαμα, που ήταν σαν επιστημονική φαντασία, πρώτη φορά δηλαδή το έβλεπα, ήταν η ενέργεια, το κλειστό κύκλωμα που υπάρχει ανάμεσα στον ηθοποιό και τους θεατές, το οποίο έχει κάτι το προστατευτικό, κυρίως στην πρεμιέρα, που στις συνθήκες αυτές δεν υπήρχε. Δεν το ένιωθα, υπήρχε μόνο ένας τρόμος.

Όταν τελείωσε η παράσταση και πήγα στο καμαρίνι, ήρθε η γιατρός που είναι στο Μέγαρο και είδε ότι τα χέρια μου είχαν καεί από τα φωτάκια. Ακόμα και τώρα έχω σημάδια. Είναι η αδρεναλίνη; Η πείρα; Πάνω στη σκηνή ούτε που το κατάλαβα, σηκώθηκα και συνέχισα και κανείς δεν κατάλαβε ότι συνέβη κάτι που ήταν αρκετά σοβαρό και οδυνηρό. Ήταν ο δικός μου «φόρος αίματος» στην κατάσταση.

Ακόμη υπάρχει μια καταστολή, μια γενική καταστολή. Σε αυτή βρισκόμαστε. Εγώ σκέφτομαι τους συναδέλφους μου τους νεότερους, πώς ζουν αυτόν τον καιρό και πώς θα ζήσουν μέχρι να πάρει ξανά μπροστά η μηχανή. Νομίζω ότι όλοι θα πουν ότι η δεύτερη καραντίνα είναι χειρότερη από την πρώτη. Είναι πιο βαριά και δεν ξέρω και πότε, πού, πώς θα τελειώσει.

Μήπως αποχαιρετάμε και μια ολόκληρη εποχή; Κι αυτό το σκέφτομαι. Μετά, θα είναι τα πράγματα όπως πριν; Θα τα ξαναπιάσουμε από κει που τα αφήσαμε; Αμφιβάλλω. Έχουν ανοίξει κάποιες μαύρες τρύπες που δεν ξέρω πώς και πότε και με ποιον τρόπο θα κλείσουν, ή αν αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι συνέχεια αυτού που ήταν πριν. Φαντάζομαι ότι αυτοί που ξέρουν πολύ καλά από Ιστορία μπορούν να απαντήσουν πιο προφητικά. Εγώ απλώς λέω τους φόβους μου

 https://www.lifo.gr/articles/greece_articles/306786/deytera-lifo-now-olia-lazaridoy-i-mera-poy-epesa-epi-skinis

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Θέατρο και δυστοπία


Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο η Αθήνα γνώρισε έναν τρομακτικό λοιμό. Αν κι αυτό συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν, λοιμώδεις αρρώστιες όπως η πανούκλα να εξοντώνουν επί αιώνες την ανθρωπότητα, εγώ θα περιοριστώ στον συγκεκριμένο λοιμό τον οποίο μελέτησα με κάθε λεπτομέρεια επειδή ασχολήθηκα με τον Θουκυδίδη. Είμαι σχεδόν σίγουρη, με τις δικές μου αναλύσεις, ότι σε περίπτωση που δεν συνέβαινε ο λοιμός, η πλάστιγγα της νίκης θα είχε γείρει προς τη μεριά των Αθηναίων και όχι των Πελοποννησίων. Πιστεύω ότι ο λοιμός υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την ήττα των Αθηναίων, χαρίζοντας τη νίκη στους Πελοποννησίους, αν και το γεγονός της νίκης ήρθε πολύ αργότερα.
  Διασκευάζοντας για το θέατρο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η εμπειρία του ανεβάσματός του με έφερε πολύ κοντά τόσο στον πόλεμο όσο και στο λοιμό των Αθηναίων. Δεν ήταν μόνο η μελέτη αλλά και η σωματική επαφή με τους ηθοποιούς μου και όλο αυτό που έκανα σε επίπεδο θεάτρου, που με βοήθησε περισσότερο, ακόμα και από τα θεωρητικά μου μελετήματα, να συναγάγω αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο λοιμός ανέτρεψε τα πάντα.
 Αυτά τα σκέφτομαι σε σχέση με τον σημερινό λοιμό, τον σημερινό οικοβιολογικό πόλεμο. Ξέρετε, μέσω της καθάρσεως, η τέχνη του θεάτρου και η τέχνη της ιατρικής μοιάζουν πολύ. Κοινός τους παρονομαστής είναι η κάθαρση. Δεν είναι τυχαίο που στην κλασική αρχαιότητα, σε εγγύτατη απόσταση από τα θέατρα, φύτρωναν πάντα ναοί του Ασκληπιού.
   Μετά την «Έξοδο», δεν νομίζω ότι οι καλλιτέχνες του θεάτρου θα έχουμε αλλάξει ουσιαστικά. Στο επάγγελμα μπορούν να αλλάξουν πολλά, ως προς την ίδια την τέχνη του θεάτρου δεν προλέγω. Αυτό το νέο που θα εμφανιστεί ίσως θα είναι αυτό που εγώ ονομάζω «δραματουργία της δυστοπίας». Θα βρεθούν συγγραφείς που, όπως έγραφαν για τους πρόσφυγες, θα γράψουν τώρα για τον κορωνοϊό. Η «δραματουργία της δυστοπίας» θα ακολουθηθεί από τις παραστάσεις της δυστοπίας, εύχομαι με καλύτερα αποτελέσματα. Κι αυτό το λέω γιατί όποιος γράφει και παράγει βιαστικά, υπό την πίεση ακραίων γεγονότων και καταστάσεων, τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα είναι συνήθως ανούσια και πενιχρά. Πολύ κατώτερα των γεγονότων και των καταστάσεων που τα προκάλεσαν. Το φαινόμενο είναι μεγάλο αυτήν τη φορά και απαιτεί χειρισμό από ένα μεγάλο ταλέντο. Δεν ξέρω πόσο μεγάλα ταλέντα θα αναμετρηθούν με το φαινόμενο.
  Εδώ που βρίσκομαι, είμαι αποκομμένη από τηλεόραση και διαδίκτυο. Το προτίμησα. Ίσως εξαιτίας του φόβου και της αμηχανίας να είναι φυσικό και ανθρώπινο αυτά που κάναμε να τα δείξουμε, για να τα δούνε κάποιοι που δεν τα είδανε και να υπάρξουμε μέσα από αυτή μας την χειρονομία. Όμως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το θέατρο ως τέχνη ζωντανή, μεγαλειώδης λειτουργία του ανθρώπινου σώματος, δεν αντέχει τις τεχνολογίες. Κάθε είδους μηχανή αντιστρατεύεται τη ζώσα σάρκα του.

  Δεν ξέρω εσείς τι λέτε, εμένα μια φορά δεν με βρίσκει σύμφωνη η διαδικτυακή παρουσίαση βιντεοσκοπημένων παραστάσεων, ούτε οι θεατρικές πρόβες από Skype. Οι πρόβες έχουν πολύ μεγάλη σχέση με το σώμα της φωνής. Η φωνή, όπως ακούγεται από το Skype, μόνο φωνή ηθοποιού δεν είναι, ούτε φωνή που να μπορεί να μεταφέρει τονισμούς και αποχρώσεις, δηλαδή βαθύ σώμα κειμένου.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Θέατρο


...Δημήτρης Καραντζάς... «Ενα εύχομαι: Να μην εγκαθιδρυθεί ο φόβος στα μάτια των ανθρώπων. Να μην ξανασυναντήσουμε ανθρώπους στο δρόμο και να τους κοιτάξουμε σαν να ήταν εχθροί. Να μην κάνουμε μεταβολή ή διαγώνιες διαδρομές για να τους αποφύγουμε.

Ενα εύχομαι: Να μην σπέρνουμε την καταστροφή, να μην κάνουμε δηλώσεις μεγάλες και σίγουρες για το πώς θα είναι τα πράγματα μετά. Όλα αυτά μπορεί μετά να οδηγήσουν και σε μια περιοχή ανεξερεύνητη, και η τραγωδία να μας οδηγήσει σε νέα άνθιση. Και να ελέγξουμε την τρομολαγνεία που μας επιβάλλει ο φόβος.

Ενα εύχομαι: Οσο τα σώματα και τα αισθήματα μας μένουν σε αναμονή και στην κατάψυξη να μην παγώσουν. Να μην ξεχάσει το σώμα το άλλο σώμα. Να μην αφήσουμε το σώμα να πεθάνει μόνο και μαραμένο. Και να μην αφήσουμε την απόσταση να ριζώσει. Αν χάσουμε το «άλλο» σώμα, χάσαμε το σώμα. Το σώμα που αγγίζει, που γεύεται, που ξυπνάει, που φιλάει, που γλείφει, που μυρίζει, που αγκαλιάζει, που προσφέρεται. Αυτό το σώμα δεν πρέπει να το ξεχάσουμε.

Επείγον υστερόγραφο: Η τέχνη, δεν είναι πάρεργο. Οι άνθρωποι που εργάζονται σ αυτή έχουν στηρίξει τη ζωή τους, τη σπουδή τους, τον κόπο τους σ’ αυτήν. Δεν είναι επαίτες και δεν χρειάζεται να γράψουν ειδικές επιστολές για να αποσπάσουν την προσοχή και ένα ξεροκόμματο. Η τέχνη που δυστυχώς ήταν πάντα παράπλευρη, δεν μπορεί να μείνει και πάλι αβοήθητη. Η τέχνη χρειάζεται την ίδια στήριξη που χρειάζονται όλοι οι κλάδοι για να μείνει ζωντανή -κι ίσως και μεγαλύτερη. Και αν ήταν τόσο δευτερεύουσα η τέχνη, δεν θα πιανόμασταν από την τέχνη για να αντέξουμε τον εγκλεισμό μας. Δεν θα σωζόμασταν από τα βιβλία, από τις ταινίες, από τη μουσική, από το θέατρο, από τις επισκέψεις σε μουσεία. Μην αφήσουμε την τέχνη να πεθάνει. Και μην ξεχνάμε τους ανθρώπους που παλεύουν για να μείνει ζωντανή.


Επείγον υστερόγραφο 2: Οι online παραστάσεις είναι χρήσιμα και υπέροχα αρχεία για να ανατρέξει κανεις. Να θυμηθεί. Να μελετήσει. Αλλά δεν είναι θέατρο. Ας μη συνηθίσουμε αυτή τη ψυχρή παρατήρηση του θεάτρου, που είναι στ’ αλήθεια η ακύρωση της ίδιας της ουσίας του θεάτρου.»

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

«Το τραμ με το όνομα Πόθος»; Σοβαρά;


Στον απόηχο καταθλιπτικών συλλαλητηρίων για την ξακουστή «μας» Μακεδονία θέλω να εστιάσω σε κάτι μικρό, φαινομενικά ασήμαντο: Η καθιερωμένη μετάφραση του τίτλου μιας παράστασης πασίγνωστου θεατρικού έργου «πειράζεται» κατά λέξη για να προωθηθεί η μοντερνιτέ αυταράσκεια γνωστού «πρωτοποριακού» σκηνοθέτη. Ο αρθογράφος με ακρίβεια βάζει τα πράγματα στη θέση τους και δεν τρώει μασημένα παξιμάδια.  
Συντάκτης: 
Good morning, γνωστό τοις πάσι, ίσον καλημέρα· αυτή είναι η ακριβής μετάφραση, η σωστή μετάφραση, και όχι «καλό πρωί», που είναι η κατά λέξη μετάφραση, άρα η μη ακριβής –η απλώς ξενική. Αλφα βήτα της μετάφρασης, και παραταύτα χρειάζεται να τα ξαναματαλέει κανείς, και όσο πιο μασημένα γίνεται εντέλει.
Παρακολουθώ κατάπληκτος τελευταία την προβολή μιας θεατρικής παράστασης να εστιάζεται κυρίως στην αλλαγή του τίτλου: όχι «Λεωφορείον Ο Πόθος» αλλά «Το τραμ με το όνομα Πόθος» θα λέγεται η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού, που ιδίως για την Μπλανς της Μαρίας Ναυπλιώτου δικαιούται τον χαρακτηρισμό πολυαναμενόμενη.
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ «σημειώνεται […] ότι αυτή είναι η ορθή μετάφραση του τίτλου και όχι η κλασική που έχουμε γνωρίσει μέσα από δεκάδες ανεβάσματα στο ελληνικό θέατρο» διάβασα στη LifO (4.1.18).
«Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός εισχωρεί για πρώτη φορά στον σκηνικό κόσμο του Τενεσί Ουίλιαμς διατηρώντας την εσωτερική θερμοκρασία της προσωπικής ανάγνωσης. Εξού και η “επιστροφή” στον πρωτότυπο τίτλο του έργου: Το τραμ με το όνομα Πόθος», γράφει ο Δ. Δουλγερίδης στα Νέα (19.1.18), και ρωτάει τον σκηνοθέτη: «Κρύβει κάποιο μήνυμα αυτή η μικρή “διόρθωση”;» Η απάντηση:
«Είχα την ανάγκη να διαφοροποιηθώ από τον τίτλο του “Λεωφορείου”, που θεωρώ ότι έχει κάνει τον κύκλο του και τα έχει πάρει όλα σβάρνα! [...] Διατηρήσαμε τον πραγματικό τίτλο, επειδή υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Ετσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».
Τέλος, σε συνέντευξη του σκηνοθέτη στη Γιώτα Συκκά (Καθημερινή 28.1.18) διαβάζουμε: «Μια παρεξήγηση είναι ο τίτλος, που βασίζεται στη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη». «Το τραμ με το όνομα Πόθος» «είναι η ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου». «Είναι σημαντικό οι παραστάσεις τέτοιων κλασικών έργων να αφήνουν πίσω τους κι ένα ίχνος γλώσσας. Αλλη εποχή, άλλες ανάγκες» έρχεται η κορωνίδα!
«Παρεξήγηση»…, «τα έχει πάρει όλα σβάρνα»…, απ’ τη μια, δηλαδή ο Πλωρίτης, αλλά και ο Γκάτσος και ο Γεράσιμος Σταύρου, που πήραν στον λαιμό τους καμιά δεκαριά ακόμα μεταφραστές και μεταφράστριες (μεγάλο θέμα οι αλλεπάλληλες μεταφράσεις στο θέατρο, συχνά μία τον χρόνο, κάθε παράσταση και η μετάφρασή της –για λόγους, φοβάμαι, που δεν είναι πάντα καθαρά καλλιτεχνικοί), κι από την άλλη «πραγματικός τίτλος», «ακριβής μετάφραση», πόσο μάλλον που «υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Ετσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».
ΔΕΝ ΠΟΛΥΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ, αλλά εικόνα δεν υπάρχει, με τα πόδια και κουβαλώντας τη βαλίτσα της εμφανίζεται στο έργο η Μπλανς, που ψάχνει τον σωστό δρόμο. Τα πρώτα της λόγια: They told me to take a streetcar named Desire, and then transfer to one called Cemeteries and ride six blocks and get off at Elysian Fields!: «Μου είπαν να πάρω το Λεωφορείο “Πόθος”, ύστερα να μπω σε κάποιο άλλο, που γράφει “Νεκροταφείο”, να προχωρήσει έξι τετράγωνα και να βγω στα Ηλύσια Πεδία», όπως μεταφράζει ο Γεράσιμος Σταύρου (δυστυχώς δεν είχα πρόχειρη τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη). Ετσι είναι μια ακριβής, σωστή δηλαδή μετάφραση. Η άλλη είναι απλώς κατά λέξη.
A streetcar named Desire είναι λοιπόν ο τίτλος του πρωτοτύπου, και ο πρωταίτιος, όπως καταγγέλλεται, Πλωρίτης έκανε το πρώτο απαραίτητο, στοιχειώδες βήμα, το τραμ δηλαδή λεωφορείο, ένα κοινό μεταφορικό μέσο –κάτι που δεν είναι, ακόμα και σήμερα, το τραμ. Εστω όμως πως θέλει να κρατήσει κανείς το τραμ. Ενα τραμ λοιπόν (και όχι «Το», αφού θέλει τέτοια ακρίβεια η νέα μετάφραση), named, δηλαδή που το λένε, που λέγεται, ποτέ «με το όνομα»· και καλύτερα: που γράφει «Πόθος».
ΚΑΙ ΙΔΟΥ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΕΥΦΥΪΑ του Πλωρίτη, το κλικ που δεν γίνεται δυστυχώς πάντα στο μυαλό του μεταφραστή: πετάει το named, που θέλει στα ελληνικά περίφραση (που το λένε, που λέγεται, που γράφει…) και επιγράφει κατευθείαν το λεωφορείο του (ή το τραμ του): Λεωφορείο «Πόθος», ή Λεωφορείον Ο Πόθος, που αποδίδει ενδεχομένως τη διαδρομή της ζωής της Μπλανς, από τον πόθο στο νεκροταφείο, και πια στα Ηλύσια Πεδία.
Μια λαμπερή λύση δηλαδή, κι έρχεται η καινούργια μετάφραση και ανακαλύπτει την Αμερική, το κατά λέξη! Κι ας λέει το γλωσσικό αίσθημα, στην πιο καθημερινή πραγματικότητα: «Δοκίμασα ένα γλυκό που το λένε Χι», «Πήγαμε σε μια ταβέρνα που τη λένε Ψι»· «Κατεδαφίστηκε το νυχτερινό κέντρο [Η] Φαντασία»· «Θα πάρεις ΕΝΑ/ΤΟ τρόλεϊ που γράφει Κυψέλη-Παγκράτι» ή «Θα πάρεις ΤΟ τρόλεϊ Κυψέλη-Παγκράτι». Σε καμία από αυτές και άπειρες ανάλογες περιπτώσεις δεν λέμε: «με το όνομα…» ή «με την ονομασία…»
Αλλά είπαμε, γλωσσικό αίσθημα. Χωρίς αυτό, σκέτος σαματάς, με ροκάνες και καραμούζες. Ιλαρή δυστυχώς «παρεξήγηση», που «τα παίρνει όλα σβάρνα».

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Παύλος Μάτεσις- Το χωματένιο πάτωμα και η πουλακίδα



Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Διάβασα την «Μητέρα του Σκύλου» του Παύλου Μάτεσι αυτό το Πάσχα. Είκοσι έξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, εντυπωσιάστηκα από τη σκιαγράφηση του βασικού γυναίκειου χαρακτήρα, της πραγματικά σπουδαία πλασμένης Ραραού. Η Ραραού, μια συνταξιούχος πλέον θεατρίνα- κομπάρσα  αφηγείται τη ζωή της στην Κατοχή και στα κατοπινά χρόνια. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, από την Ραραού, κατά κόσμον Ρουμπίνη Μέσκαρη, εκτός από δύο παρεμβάσεις ενός εξωτερικού αφηγητή, οι οποίες αποκαθιστούν την αλήθεια, καθώς ο λόγος της Ραραού συμπεριλαμβάνει, μέσα στα άλλα, ψέματα και φαντασιοπληξίες. Στο οπισθόφυλλο της τεσσαρακοστής έκτης έκδοσης του 2001 από την οποία διάβασα το μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνεται ένα απόσπασμα κριτικής από την Corriere Della Sera στο οποίο ο Cesare Segre αναφέρει: « Η Μητέρα του Σκύλου… η ζωή εκρήγνυται σαν βόμβα.. άπειρες είναι οι σκηνές που θα θυμόμαστε…». Για το βιβλίο έχουν γραφτεί τόσα πολλά όλα αυτά τα χρόνια, μάλιστα πρόσφατα ανέβηκε θεατρική παράσταση από το Σύγχρονο Θεάτρο με την Δήμητρα Χατούπη στο ρόλο της Ραραούς, ενώ το 2011 στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου τον ίδιο ρόλο είχε ερμηνεύσει η Θέμις Μπαζάκα, έτσι δεν προσθέτω κάτι παραπάνω, παρά διαλέγω να παραθέσω από αυτό δύο αλληλένδετες ιστορίες, που, μέρες μετά, καρφώθηκαν στο μυαλό μου: 


  …Αυτό το χωματένιο πάτωμα όλο σε μπελάδες μας έβανε. Η μητέρα μου ήταν πολύ νοικοκυρά, από κείνη το ’χω τάλε κουάλε. Έπρεπε να το καταβρέχουμε. Όχι με νερό πεταχτό, για να μη λασπώνει. Γεμίζαμε το στόμα νερό, μπουχίζαμε το πάτωμα, για να κατακάθεται ο μπουχός και να τσιμεντώνει. Και τον χειμώνα το κάναμε αυτό, όλοι μαζί. Και μετά το πατικώναμε όλοι μαζί, βάναμε μια σανίδα, πατάγαμε, τη  μετατοπίζαμε, και δόστου όλοι μας πάνω στη σανίδα. Δίοτι αν το αφήναμε έτσι, το πάτωμα ξαναγινόταν χώμα, και ξεφύτρωναν χόρτα, μολόχα κυρίως μια αφορά έσκασε και μια παπαρούνα δίπλα στο νεροχύτη.
Εμένα, να πω την αμαρτία μου, μου άρεσε που είχαμε πάτωμα χωματένιο. Διότι πάντα μου είχα μια προσήλωση στο χώμα, από παιδί, τρέχα γύρευε γιατί. Πάντα μου ονειρευόμουνα  πως δήθεν κατέχω ένα κομμάτι γη ολοδικό μου. Και στη σχολική μου τσάντα είχα πάντα μια χεριά χώμα. Στην πίσω αυλίτσα μας είχα χωρίσει μια γωνιά και την έλεγα «το χτήμα μου ». Την είχα φράξει με βεργίτσες και φύτευα φασολιές, αλλά δε φτούραγαν, τις φύτευα λάθος εποχή. Μετά πήρα κι έφτιαξα ένα περιβολάκι κάτω απ’ το κρεβάτι μου.
Τον χειμώνα στρώναμε κουρελούδες και μικρά τσόλια, πλην τίποτα, όλο χόρτα ξεμύτιζαν. Μια φορά, ξημερώματα, έτυχε να δω την κουρελού να κουνιέται και να υψώνεται, λέω βγαίνει φίδι. Σηκώνω την κουρελού, βλέπω ήταν ένα μανιταράκι που έσκαγε. Σαν ανατολή ηλίου από το πάτωμα.

… Και την εικοστή έβδομη μέρα δίχως ψωμί, μας είχε τελειώσει και ο καφές, η μητέρα μου είχε βγει από το πρωί. Εμείς τα παιδιά καθόμαστε και τα τρία στο κρεβάτι να ζεσταινόμαστε, έλεγα μακάρι να ’χαμε τώρα την πουλακίδα στα πόδια μας να μας ζεσταίνει. Τα πουλερικά έχουν θερμοκρασία ανώτερη απ’ του ανθρώπου.
Αυτή την πουλακίδα μας την είχε χαρίσει η δεσποινίς Σαλώμη, καλή της ώρα εκεί που ζει τώρα, αν και όχι στας Αθήνας. Αυτή κάπου είχε ρημάξει ένα κοτέτσι. Την έδωσε της μητέρας μου, να τη βράσεις να πιούνε τα παιδιά το ζουμί της λέει, γιατί τα βλέπω αδενοπαθή σε λίγο.
Η πουλακίδα είχε ωραία χρώματα, ψηλό λαιμό, και ζωηρή, ούτε ήξερε αυτή ότι έχουμε Κατοχή. Λέμε εμείς, μαμά μη τη σφάξουμε. Καλά, λέει, ασ’ τη να μεγαλώσει λιγουλάκι, να μας βγει και μια μερίδα περσότερο, μπορεί να γεννήσει και κάνα αυγό. Αυγό όμως φάγαμε μόλις μπήκαν οι Εγγλέζοι ως ελευθερωτές. Κι έτσι την κρατήσαμε κάπου έξι μήνες, την ψευτοταίζαμε, της έβρισκα και κανένα σκουλήκι εγώ. Τη βγάζαμε για βοσκή, να τσιμπήσει χορταράκι και κανένα ζουζούνι, σε μια παραπλεύρως αλάνα. Την πηγαίναμε και τα τρία αδέρφια μαζί, μη μας ριχτούν και μας την κλέψουν, κουκουλωμένη μάλιστα κάτω από το πανωφόρι του Σωτήρη. Την κουβαλούσαμε στα χέρια σηκωτή, διότι είχε εξαντληθεί και περπατούσε πολύ σπάνια.
Μόλις φτάσαμε εκείνη την ημέρα στην αλάνα, την απιθώνω κάτω για να σκαλίσει να βρει σκουλήκι, αυτή έγειρε πλευρό και με κοίταζε. Δεν είχε δυνάμεις να σκαλίσει. Της δίνω νερό, το ήπιε με το ζόρι. Λέω παιδιά, το ζωντανό δεν είναι καλά, πάμε σπίτι να προλάβουμε να το σφάξουμε προτού ψοφήσει. Όχι, μας είπε η μάνα μου, δε τη σφάζω. Κι έτσι, τ’ απογευματάκι πια, η κότα με ξανακοίταξε και πέθανε. Από την πείνα. Τη σηκώνω, πεθαμένη ήταν βαρύτερη. Μουρλάθηκες που θα τη θάψεις, πότε μου γίνατε πλούσιοι, μου βάζει τη φωνή η δεσποινίς Σαλώμη απ’ το μπαλκόνι τους μόλις με είδε στην αυλή να σκάβω. Ζεστή είναι ακόμη, άντε μάδα την να τη βράσετε! Εγώ φταίω που σας την έδωσα και πήγε χαράμι.
Ξαναμπαίνω σπίτι, μαμά λέω, που ’ναι το σκαλιστήρι, φερ’ το. Τα αδέρφια μου τράβηξαν το κρεβάτι, έσκαψα στη γωνιά που είχα ορίσει να ’ναι το περιβολάκι μου, και την έθαψα μια χαρά, ξαναβάλαμε το κρεβάτι στη θέση του όμορφα. Κάθε πρωί τραβούσα το κρεβάτι, έτσι να βλέπω. Κι ένα πρωί ήταν ένα σαλιγκάρι δίπλα στον τάφο της πουλακίδας μου, τώρα βρήκες να ’ρθεις τρομάρα σου, του λέει η μάνα μου, δεν ερχόσουνα νωρίτερα να σε φάει η κοτούλα να ζήσει. Και το πήρε στην παλάμη της και το έβγαλε έξω στα χόρτα της αυλής. Και συχνά μνημόνευε την κότα, της είχαμε και όνομα, ούτε που θυμάμαι τώρα, τόσες δεκαετίες πια, πως την είχαμε βγάλει.

Παύλος Ματέσις – Η μητέρα του Σκύλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ 20,21,22,23,24                            

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Συνεργείο


Σε ένα κτίριο στο Μεταξουργείο, που λειτουργούσε παλιότερα ως σχολή αργυροχρυσοχοΐας, στεγάζεται το δημιουργικό όραμα μιας ομάδας ανθρώπων. Με πολλή δουλειά, φαντασία και επινοητικότητα το ισόγειο λειτουργεί ως θέατρο «Συνεργείο», ενώ οι επάνω όροφοι έχουν διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να φιλοξενούν ποικίλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες όπως εκθέσεις φωτογραφίας, συναυλίες και παραστάσεις χορού.


Φέτος είναι η δεύτερη χρονιά που το θέατρο στεγάζεται στον ίδιο χώρο, ενώ το όνομα «Συνεργείο» είχε προέλθει, όταν η προγενέστερη παράσταση «Tejas Verdes» του Φερμίν Καμπάλ είχε ανέβει σε έναν κοντινό χώρο, που ήταν πρώην συνεργείο αυτοκινήτων.

Η φετινή παράσταση είναι το καινούργιο έργο του Άγγλου Mark Ravenhill, με τίτλο SHOOT/GET TREASURE/REPEAT, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το θεατρικό κείμενο ελλειπτικό και βίαιο πήρε το βάπτισμα του πυρός πέρυσι στο φεστιβάλ Εδιμβούργου σε πρωινή παράσταση με τη συνοδεία πρωινών εδεσμάτων.

Στην ελληνική εκδοχή του παρακολουθούμε τέσσερις ιστορίες – μονόπρακτα, που χωρίς να συνδέονται μεταξύ τους γραμμικά προβάλλουν σαν κυρίαρχο θέμα τη βία και το φόβο στο ζευγάρι, στο γείτονα, στον πόλεμο. Παρουσιάζεται δηλαδή ο πόλεμος ανάμεσα μας, μετά τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που επακολούθησε της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.

Το έργο είναι καλό και αναδεικνύεται άρτια από όλους τους συντελεστές στο ελληνικό ανέβασμα του. Προσωπικά, περισσότερο μου άρεσε η τρίτη ιστορία, όπου οι δύο άνδρες ηθοποιοί ακροβατώντας πετυχημένα μεταξύ του κωμικού και του γκροτέσκο, απογειώνουν την ιστορία, κουβαλώντας στις ερμηνείες τους και στην ενδυματολογική προσέγγιση έναν μακρινό απόηχο από το «No Country For Old Men» των αδερφών Coen.

Πέρα όμως από το έργο, αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι ότι όλος ο χώρος εμφορείται από θετική ενέργεια και σε όλες τις παράλληλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις (εκθέσεις φωτογραφίας) διαπιστώνεις, ότι δε θα δεις δήθεν προχειρότητες, αλλά δημιουργικές προσπάθειες που έχουν στηθεί με μεράκι και με το τρέξιμο του… Θανάση Βέγγου. Ας θυμόμαστε τον καλό μας άνθρωπο όταν το πνεύμα του έχει μεταφερθεί στις προσπάθειες νεώτερων ανθρώπων.

Αν πας λοιπόν στο «Συνεργείο» όχι μόνο θα δεις ένα καλό θεατρικό έργο, αλλά στο τέλος της παράστασης θα πιεις ένα ποτήρι κρασί και αν θελήσεις θα γνωρίσεις τους συντελεστές της. Αν τύχει μάλιστα και συζητήσεις λίγο περισσότερο, θα διαπιστώσεις ότι ο χώρος δεν φυτεύτηκε απλώς σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, κάτι που άλλωστε είναι της μόδας, αλλά καταφέρνει να είναι σε ώσμωση με την πραγματικότητα δίπλα του, τους μετανάστες, τα μπουρδέλα, τη μυρωδιά του ξινισμένου κάτουρου στους γύρω δρόμους. Μια ώσμωση όμως όχι θεωρητική, αλλά αντίθετα πολύ πρακτική, αφού έχει προκύψει με τη διαρκή επικοινωνία με τους ανθρώπους που ζουν τις πραγματικές ζωές τους δίπλα στο «Συνεργείο».

Για πληροφορίες για τους συντελεστές και τις ώρες παραστάσεων αναζητείστε το ακόλουθο link.
http://tvxs.gr/news/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF/shootget-treasurerepeat

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...