KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Σε συναγερμό Fed και ΕΚΤ για το ιαπωνικό "τσουνάμι" που απειλεί ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες



Του Γ. Αγγέλη
Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η γνωστή Fed, αποφάσισε ξαφνικά ότι πρέπει να τροφοδοτήσει το τραπεζικό σύστημα με επιπλέον ρευστότητα (δηλαδή να τυπώσει "χρήμα”) σε ποσότητες που ήδη έχουν ξεπεράσει τα 260 δισ. δολ. 

Η κίνηση αυτή ξάφνιασε, αλλά επειδή οδήγησε σε έναν νέο κύκλο ανόδου τιμών στο χρηματιστήριο όλοι άρχισαν να κοιτάζουν... αλλού. 
Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δρομολόγησε ένα νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με απόφαση Μάριο Ντράγκι στις 12 Σεπτέμβρη, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις που συνάντησε αυτή η απόφαση ενόψει και της αντικατάστασής του από την Λαγκάρντ. Τελικά το νέο QE δρομολογήθηκε και έσπευσε να ξοδέψει ό,τι διαθέσιμο είχε (για τον μήνα Νοέμβριο) για την αγορά εταιρικών ομολόγων μέσα στην πρώτη εβδομάδα λειτουργίας του. 
Fed και ΕΚΤ άρχισαν για πρώτη φορά σε τόσο συντονισμένο χρόνο, να "τυπώνουν χρήμα” και να το ρίχνουν στην διατραπεζική αγορά σε ΗΠΑ και Ευρώπη παρά τη διαπιστωμένη ύπαρξη πλεονάζουσας ρευστότητας. Και το έκαναν σαν να μην υπάρχει... αύριο. 
Τι είχε συμβεί; Καμία μέχρι στιγμής επαρκής εξήγηση δεν έχει δοθεί από τις κεντρικές τράπεζες πέρα από καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι όλα είναι υπό έλεγχο... 
Είναι; Να σημειωθεί ότι τα σημάδια προειδοποίησης για το 2008 και την κατάρρευση της Lehman Brothers ήταν και τότε το "πάγωμα” της διατραπεζικής αγοράς. Δηλαδή της άρνησης των τραπεζών να δανείσουν η μία την άλλη, καθώς είχε καταρρεύσει η "εμπιστοσύνη” στο σύστημα και μαζί του κάθε "πίστη”. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις ο μόνος που απομένει είναι αυτός που μπορεί να "δημιουργήσει” χρήμα από το πουθενά ήτοι οι κεντρικές τράπεζες. 
Κάποια στοιχεία που έχουν διαρρεύσει δείχνουν ότι το "πρόβλημα” αυτή την φορά ίσως έρχεται από... την Ιαπωνία. 
Εκεί τα χαμηλά έως μηδενικά επιτόκια εδώ και δεκαετίες, έχουν υποχρεώσει κάποιες τράπεζες να αναζητήσουν "κέρδη” στο εξωτερικό και σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου με ψηλότερες αποδόσεις αλλά και κίνδυνο. 
Η μεγαλύτερη συνεταιριστική τράπεζα (αγροτών και ψαράδων), η Νοριντσούκιν Μπανκ έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στον μεγαλύτερο επενδυτή τιτλοποιημένου χρέους, κάτι σαν τους τίτλους (ομόλογα) που θα πουλάνε τα funds το 2020 με εγγύηση τα "κόκκινα δάνεια”, που αγοράζουν "μπίρ παρά” από τις ελληνικές τράπεζες... Η επιλογή των επενδύσεων αυτών έχει προκύψει από την αδυναμία της να βρει σημαντικές αποδόσεις σε άλλους τίτλους καθώς στο εσωτερικό της Ιαπωνίας οι αποδόσεις είναι εδώ και δεκαετίες μηδενικές έως και αρνητικές... 
H τράπεζα αυτή δανείζεται στο εξωτερικό δολάρια με γεν, μέσω ενός σύνθετου μηχανισμού, για να κάνει τις αγορές των τίτλων αυτών στο εξωτερικό. Και οι τράπεζες που την... εξυπηρετούν είναι κυρίως γαλλικές και κατά δεύτερο λόγο γερμανικές και αμερικάνικες. 
Όμως λόγω του τέλους του τριμήνου και του έτους οι τράπεζες ζήτησαν πίσω – ήταν προγραμματισμένο – τα "δολάρια”, η Νοριντσούκιν Μπανκ, δεν είχε να τα δώσει γιατί είχε πέσει έξω στους στόχους της λόγω της οικονομικής συγκυρίας και ο "σεισμός” εκατοντάδων δισ. δολ ήταν προ των θυρών. 
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής "διαρροές” ο κίνδυνος μιας μεγαλύτερης κατάρρευσης εκείνης της Lehman Brothers του 2008, καθώς θα οδηγούσε σε ένα διεθνές τραπεζικό ντόμινο, προς το παρόν αποφεύχθηκε με την παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών που προσπαθούν να κλείσουν τις τρύπες με περίπου μισό τρισ. δολ σε λιγότερο από ένα μήνα λειτουργίας των QE... 
Όμως ένα άλλο "όνομα” σε κρίση κάνει την εμφάνισή του τα τελευταία 24ωρα με λίγο διαφορετική ιστορία, η SoftBank. Γιαπωνέζικη κι αυτή και βασικός μέτοχος της Uber και της WeWork που πρόσφατα κατέρρευσαν στα χρηματιστήρια και οδήγησαν την Soft Bank σε μία αναγκαστική διάσωση των βασικών της επενδύσεων στις ΗΠΑ, γεγονός που οδήγησε σε κατάρρευση των επενδυτικό της βραχίωνα με την αποχώρηση των βασικών του επενδυτών (κρατικό Fund της Σ. Αραβίας). 
Κάποιοι αναλυτές έχουν προσθέσει και μία ακόμα – ίσως περισσότερο συστημική και έτσι σοβαρότερη αιτία – στο παζλ των εξηγήσεων που επιχειρείται να δοθούν στην απρόσμενα συντονισμένη παρέμβαση των δύο κεντρικών τραπεζών. Αφορά την "δυσκολία” να καλυφθεί έγκαιρα το σταθερά αυξανόμενο έλλειμμα στο αμερικάνικο ομοσπονδιακό έλλειμμα... 
Ό,τι όμως και να έχει συμβεί φαίνεται να είναι τόσο σοβαρό που να χρειάζεται την από κοινού κινητοποίηση δυνάμεων των δύο μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών. Και το ερώτημα είναι για πόσο αυτό θα μπορεί να λειτουργεί σαν ανάχωμα ενός νέου "ατυχήματος” τύπου 2008...         
 


Κείμενα της δεκαετίας του 1920



Ο Λούκατς εκφράζει με τον διαυγέστερο και συνεπέστερο τρόπο την ενότητα θεωρίας και πράξης, καθώς ο ίδιος, πέρα από ένας μαρξιστής κριτικός και θεωρητικός, ήταν και ένας συνειδητός κομμουνιστής και πρωταγωνιστής στην ιστορία της χώρας του, αλλά και της Ευρώπης: συμμετείχε ενεργά στη βραχύβια Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του 1919, το 1930-31 εργάστηκε στο Ινστιτούτο Μαρξ – Ενγκελς στη Μόσχα -όπου επανήλθε το 1933-34 για να δουλέψει στο Φιλοσοφικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών-, επί καθεστώτος Ματία Ρακόζι στην Ουγγαρία έγινε στόχος των ούλτρα σταλινικών, ενώ στη διάρκεια της εξέγερσης του 1956 («Ουγγρική επανάσταση») έγινε μέλος της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Ιμρε Νάγκι. Εδώ όμως δεν θα ασχοληθούμε με την πολιτική του δράση, την τρικυμιώδη σχέση του με τον σοβιετικό σταλινισμό και την (αναγκαστική) «αυτοκριτική» του, αλλά με το κριτικό του έργο στην περίοδο της κρίσιμης δεκαετίας του ’20.
Τα κείμενα του συγκεκριμένου τόμου είναι γραμμένα σ’ αυτήν την περίοδο, δηλαδή στον απόηχο μιας εποχής με τις μεγαλύτερες αναστατώσεις που γνώρισε η Ευρώπη από την εποχή του Ναπολέοντα (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Οκτωβριανή Επανάσταση κ.λπ.).
Στην κριτική του για το βιβλίο του Καρλ Κράους «Οι τελευταίες μέρες της Ανθρωπότητας» καταφέρεται κατά ενός απατηλού πασιφισμού της εποχής, ο οποίος συγκαλύπτει τις ετοιμασίες του φασισμού για ένα νέο πόλεμο, τον «τελευταίο», όπως υποστηρίζουν τα φερέφωνά του.
«Η πολεμική μηχανή επί το έργον: το εργαλείο του Τύπου – δημοσιογράφοι για τους οποίους ο θάνατος στρατιωτών κατά χιλιάδες είναι μόνο γραφικό υλικό για να διασκεδάζουν την κορεσμένη αστική τάξη...» γράφει χαρακτηριστικά. Αυτά τα κείμενα επηρέασαν μεταξύ άλλων την κριτική πένα του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αλλά και του μεταγενέστερου Λέο Λόβενταλ, δημιουργώντας μια οιονεί Σχολή για μια μαρξιστική θεωρία του κοινωνικού ρόλου της τέχνης. Εκφράζουν ταυτόχρονα και το κλίμα μιας εβραϊκής διασποράς στην Κεντρική Ευρώπη, την τραγική αντιφατικότητα της Mitteleuropa κατά τον Μίλαν Κούντερα.
Ο Γκέοργκ Λούκατς δεν κάνει τη λογοτεχνική κριτική σαν άσκηση δημοσίων σχέσεων, αλλά προσπαθεί να τοποθετήσει το αντικείμενό της (και τον δημιουργό του) μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο, να αντιληφθεί ποιες κοινωνικές και ταξικές δυνάμεις βρίσκονται πίσω του, έστω και έμμεσα.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Ινδού λογοτέχνη και ποιητή Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και της ευρείας αποδοχής που έχαιρε από τη βρετανική αστική τάξη και την «πνευματική ελίτ» τής Γερμανίας. Ουσιαστικά την οφείλει, λέει ο Λούκατς, στην προδοσία του ινδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και στην αποκήρυξη –από τον Ταγκόρ– των «βίαιων» μεθόδων του κινήματος έναντι των Βρετανών ιμπεριαλιστών.
Αναλύοντας συγγραφείς, όπως ο Μπέρναρντ Σο και ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, επιχειρεί να διαχωρίσει τα θετικά από τα αρνητικά στοιχεία του έργου τους. Αυτά που «βλέπουν» στο μέλλον ανατέμνοντας το παρόν και εκείνα που αφήνουν ανοιχτό το παράθυρο σε έναν συντηρητικό και ρομαντικό ανορθολογισμό που αναζητά τις λύσεις στο παρελθόν και σε αντιδραστικές (μικροαστικές) ιδεολογίες.
Ο Λούκατς αποδεικνύει μέσω των κειμένων του ότι η προσέγγιση της λογοτεχνίας προϋποθέτει τη γνώση όχι μόνο της πρόσφατης ιστορίας της και των αντιπροσωπευτικότερων πλευρών και εκπροσώπων της, αλλά και των αντιφατικών εσωτερικών σχέσεών της με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής.
Από την άποψη αυτή κινείται σταθερά στην παράδοση του ίδιου του Μαρξ και των έξοχων «δημοσιογραφικών» και άλλων κριτικών κειμένων του, τα οποία σκιαγραφούν, περιγράφουν, ανατέμνουν και αναλύουν τον πνευματικό ορίζοντα κοινωνικών τάξεων, ομάδων και προσωπικοτήτων του 19ου αιώνα. Η κριτική του σε ορισμένες περιπτώσεις ενσωματώνει τις αντιφατικές πλευρές μιας μαρξιστικής σκέψης, η οποία κινείται ανάμεσα στην οξυδερκή κοινωνική ανάλυση και στον σταλινικό δογματισμό με τα κριτήρια του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Με ορίζοντα την κοινωνία

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του Λούκατς –με αφορμή το βιβλίο του Νικολάι Μπουχάριν «Η θεωρία του ιστορικού υλισμού – για τη διαλεκτική ανάμεσα στην τεχνική και τον καπιταλισμό», όταν διαπιστώνει ότι «η τεχνική είναι το επιστέγασμα και η ολοκλήρωση του σύγχρονου καπιταλισμού, όχι η αρχική του αιτία». Η κριτική του είναι επίκαιρη και σήμερα, καθώς πολλοί θεωρούν ότι οι καινοτομίες στην τεχνική είναι αυτές που μπορούν να βγάλουν τον καπιταλισμό από τα σημερινά αδιέξοδά του. Εξηγεί ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο «δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση την αντικειμενική, ιστορική και μεθοδολογική υπεροχή της οικονομίας έναντι της τεχνικής» (σελ. 250-251).
Στο ίδιο κείμενο ασκεί δριμεία κριτική στον Μπουχάριν για τη θετικιστική του «παρέκκλιση» να θεωρεί ότι «η πρόβλεψη είναι εφικτή στις κοινωνικές επιστήμες, ακριβώς όπως είναι στις φυσικές επιστήμες», πεποίθηση που επηρέασε πολλούς στοχαστές στον 20ό αιώνα, προκαλώντας παρανοήσεις και υπερβολές. «Το πρόβλημα τού να γνωρίζουμε τον χρόνο εμφάνισης οποιουδήποτε ιστορικού γεγονότος αποκηρύσσεται εξαρχής ως μεθοδολογικά ανέφικτο» γράφει, προσχωρώντας στην έννοια της ενδεχομενικότητας.
Στις αρχές του φετινού χρόνου, το δημοτικό συμβούλιο της Βουδαπέστης, έπειτα από πρόταση του ακροδεξιού κόμματος Jobbik, πήρε την απόφαση να απομακρύνει το άγαλμα του Γκέοργκ Λούκατς από το πάρκο Szent István της ουγγρικής πρωτεύουσας. Το άγαλμα θα αντικατασταθεί από ένα αντίστοιχο του Αγίου Στεφάνου, του πρώτου βασιλιά της Ουγγαρίας.
Παράλληλα, με απόφαση της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Βίκτορ Ορμπαν κλείνουν τα αρχεία Λούκατς, ένας ιστορικός θησαυρός με τη σκέψη του σημαντικού διανοητή. Σ’ αυτό το κλίμα –στην Ουγγαρία, αλλά και διεθνώς– η κυκλοφορία του βιβλίου από τις εκδόσεις Τόπος, με μετάφραση και κατατοπιστικότατη εισαγωγή του Χρήστου Κεφαλή, είναι μια πραγματική συνεισφορά στην κατανόηση της σκέψης και στην εκτίμηση της συνεισφοράς του μεγάλου Ούγγρου στοχαστή.



Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Η (ανταλλακτική) αξία της σιωπής

Μανώλης Χαιρετάκης*

Αυτό που βλέπουμε σε πολλές χώρες της Δύσης (= Ευρώπη+ΗΠΑ) και κυρίως στην ενημέρωση του κοινού (των λογής λογής ακροατηρίων) είναι η καθημερινή επαλήθευση του ρητού «η σιωπή είναι χρυσός», με την ακριβέστερη έννοιά του, δηλαδή ότι η σιωπή, η αποσιώπηση, η παράβλεψη πολύ συγκεκριμένων καταστάσεων ανταλλάσσεται απευθείας με χρήμα, που κατευθύνεται στις τσέπες και στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτών που συμβατικά ονομάζονται «δημοσιογράφοι». Τα παραδείγματα επεκτείνονται σε όλον τον κόσμο – και αφθονούν.
Για παράδειγμα, τα γεγονότα στη Βολιβία, η ανατροπή μιας κυβέρνησης που προέκυψε από εκλογές, ξεκινούν από το γεγονός ότι εκεί τα κοιτάσματα του λιθίου (ενός σπάνιου μεταλλεύματος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή μπαταριών και που έχει χαρακτηριστεί «χρυσός του 21ου αιώνα», βασικό συστατικό της ψηφιακής εποχής) είχαν αρχικά δοθεί προς εκμετάλλευση σε μια πολυεθνική(1), και μία εβδομάδα πριν από το πραξικόπημα εκεί, ο πρόεδρος Μοράλες ακύρωσε το συμβόλαιο, με τη δικαιολογία ότι το λίθιο είναι πλούτος που ανήκει στον λαό της χώρας, άρα τα όποια κέρδη ανήκουν σε αυτόν, και σχεδίασε την ίδρυση της επιτόπιας εκμετάλλευσης του λιθίου, πράγμα που θα μείωνε σημαντικά τα κέρδη της πολυεθνικής. Το αποτέλεσμα ήταν το πραξικόπημα ή, όπως τα Δυτικά ΜΜΕ ονομάζουν, ένας υβριδικός πόλεμος(2), ένας Hybrid War.
Οι δημοσιογράφοι στα περισσότερα Δυτικά ΜΜΕ –οι κατεξοχήν Presstitutes(3), σύνθετη λέξη από το Press (Τύπος) και Prostitute (πόρνη)– θα προτιμήσουν να μιλήσουν, όπως έγινε, για την έλλειψη χαρτιών τουαλέτας στη Βενεζουέλα, αλλά ΠΟΤΕ για το λίθιο, εφόσον είναι Presstitutes και τίποτε άλλο.
Αλλο δείγμα, η αποτρόπαια δημοσίευση του θανάτου 39 ανθρώπων (Κινέζων έλεγαν τα ΜΜΕ) σε ψυγείο στην Ευρώπη. Αργότερα δημοσιεύτηκε ότι ήταν Βιετναμέζοι – αλλά εξατμίστηκε η όποια αξιοπιστία εκείνων των συγκεκριμένων ΜΜΕ. Βέβαια η Δύση προωθεί με κάθε τρόπο τη Σινοφοβία –φοβία της Κίνας– βλέποντας τη βέβαιη εξαέρωσή της, καθώς κάθε μέρα οι χώρες της Ευρασίας αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων τους.
Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος (οι whistleblowers) αποτελούν αυτήν την ομάδα γενναίων ανθρώπων που, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους, προβαίνουν σε αποκαλύψεις καταχρήσεων –βλέπε τα εγχώρια σκάνδαλα ΚΕΕΛΠΝΟ και τα διεθνή σκάνδαλα Novartis–, ενώ συναντούν την απόλυτη σιωπή στη χώρα μας από τα κατά τα άλλα «αξιόπιστα» ή «αξιόπουστα», όπως έλεγε ένας πολιτικός.
Ο Τζούλιαν Ασάνζ είναι αυτό που λένε «Ο ελέφαντας στο δωμάτιο». Δηλαδή, το καναρίνι βαθιά στο ορυχείο, που το κελάηδημά του προηγείται του θανάτου του. Η πορεία του Ασάνζ και ο προβλεπόμενος θάνατός του (όπως γράφουν πολλά Δυτικά ΜΜΕ), εάν συμβεί, θα σημαίνει ταυτόχρονα και το οριστικό τέλος της δημοσιογραφίας για τον Δυτικό κόσμο. Ας μη βαυκαλιζόμαστε.


* Ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών



Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Η σύνδεση του εμπορικού και του κλιματικού χάους


Ο βιοπορισμός των μικρών αγροτών σε όλο τον κόσμο υπονομεύεται από τις εισροές φτηνών εισαγόμενων τροφίμων, ενώ αναγκάζονται να εξάγουν τα τρόφιμά τους αντί να τα πουλούν τοπικά. Και παρ’ όλο που οι γεωργικές πρακτικές τους είναι ανθεκτικές στο κλίμα, αποθαρρύνονται ενεργά από τις συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του «ελεύθερου εμπορίου».
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα τρόφιμα συστηματικά αποστέλλονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να υποστούν επεξεργασία, για να αποσταλούν στη συνέχεια πίσω και να πωληθούν ακριβώς από όπου ξεκίνησαν. Για παράδειγμα, οι αγελάδες από το Μεξικό που τρέφονται με καλαμπόκι που εισάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες εξάγονται στη συνέχεια προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για σφαγή και το κρέας τους μεταφέρεται πίσω στο Μεξικό όπου, τελικά, πωλείται.
Τα παραδείγματα «επανεισαγωγής» -δηλαδή της κατάστασης κατά την οποία οι χώρες μεταφέρουν τα δικά τους εμπορεύματα στο εξωτερικό, μόνο για να επιστρέψουν σε μεταγενέστερο στάδιο της αλυσίδας παραγωγής- είναι πολλά. Στα νερά στα ανοιχτά των ακτών της Νορβηγίας, ο μπακαλιάρος φτάνει κάθε χρόνο ύστερα από ένα εντυπωσιακό μεταναστευτικό ταξίδι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια γύρω από τον Αρκτικό Κύκλο σε αναζήτηση χώρων αναπαραγωγής.
Ωστόσο, αυτή η μετανάστευση παύει να είναι τόσο συγκλονιστική σε σύγκριση με αυτήν που υπόκεινται τα ψάρια μετά τη σύλληψή τους, αφού αποστέλλονται στην Κίνα για να γίνουν φιλέτα πριν επιστρέψουν στα σουπερμάρκετ στη Σκανδιναβία για να πουληθούν.
Αυτή η παγκοσμιοποίηση της αλυσίδας εφοδιασμού με θαλασσινά επεκτείνεται και στις ΗΠΑ, με περισσότερα από τα μισά από αυτά που αλιεύονται στην Αλάσκα να μεταποιούνται στην Κίνα και πολλά να στέλνονται πίσω στα ράφια των αμερικανικών σουπερμάρκετ.
Ενας συνδυασμός της παραφροσύνης της «επανεισαγωγής» είναι το εξίσου αινιγματικό φαινόμενο του πλεονάζοντος εμπορίου. Αυτή είναι μια κοινή πρακτική σύμφωνα με την οποία οι χώρες εισάγουν και εξάγουν τεράστιες ποσότητες πανομοιότυπων προϊόντων σε ένα δεδομένο έτος.
Ενα ιδιαίτερα εντυπωσιακό παράδειγμα αφορά τη Βρετανία, όταν το 2007 εισήγαγε 15.000 τόνους σοκολάτας επικαλυμμένης με βάφλες, ενώ παράλληλα εξήγαγε 14.000 τόνους. Το 2017, οι ΗΠΑ εισήγαγαν και εξήγαγαν περίπου 1,5 εκατ. τόνους βοδινού και σχεδόν μισό εκατομμύριο τόνους πατάτας. Το 2016, 213.000 τόνοι υγρού γάλακτος έφτασαν στη Βρετανία, αλλά κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους 545.000 τόνοι γάλακτος επίσης έφυγαν από τη χώρα.
Ελεύθερο εμπόριο
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό το είδος του εμπορίου δεν έχει οικονομική λογική. Γιατί θα άξιζε το τεράστιο κόστος -τόσο σε χρήμα όσο και σε καύσιμα- για την αποστολή τροφίμων στο εξωτερικό μόνο για την επανεισαγωγή τους; Η απάντηση έγκειται στον τρόπο με τον οποίο δομείται η παγκόσμια οικονομία.
Οι συμφωνίες του «ελεύθερου εμπορίου» δίνουν τη δυνατότητα στους πολυεθνικούς ομίλους να έχουν πρόσβαση σε εργασία και πόρους σχεδόν οπουδήποτε, επιτρέποντάς τους να επωφεληθούν από τα φορολογικά κενά και τις εθνικές διαφορές στις εργασιακές και περιβαλλοντικές νομοθεσίες.
Εν τω μεταξύ, οι άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις για ορυκτά καύσιμα, της τάξεως των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, επιτρέπουν το κόστος της ναυτιλίας να επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τους φορολογούμενους και το περιβάλλον, αντί για τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Κι αυτά συμβαίνουν μόνο και μόνο για την ανύψωση των εταιρικών κερδών.
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι ήδη σοβαρές και θα επιδεινωθούν στις επόμενες δεκαετίες. Ο βιοπορισμός των μικρών αγροτών σε όλο τον κόσμο υπονομεύεται από τις εισροές φτηνών εισαγόμενων τροφίμων, ενώ αναγκάζονται να εξάγουν τα τρόφιμά τους αντί να τα πουλούν τοπικά. Και παρ’ όλο που οι γεωργικές πρακτικές τους είναι ανθεκτικές στο κλίμα, αποθαρρύνονται ενεργά από τις συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του «ελεύθερου εμπορίου».
Η επεξεργασία και η συσκευασία τροφίμων -τόσο κρίσιμης σημασίας για τα τρόφιμα που πρόκειται να αποσταλούν μακριά από το σημείο παραγωγής τους- αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων. Ακόμα και αν στη συνέχεια αυτή τη συσκευασία καταλήξει στον πλησιέστερο κάδο ανακύκλωσης, συνήθως υφίσταται ένα ακόμη ταξίδι μεγάλων αποστάσεων προτού υποβληθεί σε επεξεργασία.
Πριν να απαγορεύσει η Κίνα τις εισαγωγές ξένων αποβλήτων το 2018, μόνο οι βρετανικές εταιρείες είχαν αποστείλει περισσότερους από 2,7 εκατομμύρια τόνους πλαστικών απορριμμάτων στην Κίνα και στο Χονγκ Κονγκ από το 2012. Με την απαγόρευση που ισχύει πλέον, τα περισσότερα πλαστικά απόβλητα της Βρετανίας αποστέλλονται απλώς κάπου αλλού.
Αυτό το είδος υπερβολικού εμπορίου υλικών είναι ο λόγος για τον οποίο οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τις διεθνείς μεταφορές αυξάνονται σχεδόν τρεις φορές πιο γρήγορα από τις εκπομπές από άλλες πηγές.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι διεθνείς εμπορικές συμφωνίες έδωσαν ακόμη ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των πολυεθνικών. Οι συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν συχνά διατάξεις που συνδέονται με τον «μηχανισμό επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών», γνωστό ως ISDS, οι οποίες δίνουν στις πολυεθνικές τη δυνατότητα να μηνύσουν τις εθνικές κυβερνήσεις, μεταξύ άλλων, για τη θέσπιση περιβαλλοντικών κανονισμών που θα μπορούσαν να περιορίσουν τα μελλοντικά αναμενόμενα κέρδη τους.
Για παράδειγμα, η εταιρεία Rockhopper, που εδρεύει στη Βρετανία, ασκεί σήμερα προσφυγή στην Ιταλία για ζημιές ύψους 350 εκατομμυρίων δολαρίων και «χαμένα μελλοντικά κέρδη», επειδή η Ιταλία απαγόρευσε τις νέες εργασίες υποθαλάσσιων εξορύξεων το 2015, εξαιτίας των κοινωνικών αντιδράσεων. Αυτό είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του μηχανισμού ISDS που νομιμοποιεί τις πολυεθνικές να προχωρούν σε καταχρήσεις εξουσίας εις βάρος της πλανητικής υγείας.
Ωστόσο, οι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής έχουν σήμερα ελάχιστα κίνητρα για τη μείωση του διεθνούς εμπορίου, διότι, κατά παράδοξο επίσης τρόπο, οι εκπομπές από το παγκόσμιο εμπόριο δεν εμφανίζονται στη λογιστική του συστήματος εμπορίου ρύπων οποιουδήποτε κράτους.
Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση στην οποία οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπόσχονται να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ενώ παράλληλα εργάζονται για την επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου μέσω της φιλελευθεροποίησης, παρ’ όλο που αυτά τα δύο είναι παντελώς ασυμβίβαστα.
● Με πληροφορίες από τον ιστότοπο «The Ecologist». 



LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...