KAINOTOPIO

KAINOTOPIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

«Χτίζοντας κάτι από μέλλον»


Του Α. Δ. Παπαγιαννίδη
adpapagiannidis@gmail.com
Μέσα στον θόρυβο των ημερών, πέρασε κάπως σαν «εξωτερική» ως προς τα ελληνικά μας πράγματα η είδηση: με πρωτοβουλία της Γιάννας Αγγελοπούλου, ένα πρόγραμμα για Έρευνα, Τεχνολογία και Καινοτομία ξεκινάει στο Πανεπιστήμιο του Cambridge -και μάλιστα στο πρωτοπόρο Cavendish Laboratory στον χώρο των φυσικών επιστημών που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα αριθμώντας πλέον κάπου 30 νομπελίστες στις τάξεις του…- σε άμεση διασύνδεση με το εκεί ερευνητικό/επιχειρηματικό cluster, που τις τελευταίες δεκαετίες έχει τοποθετήσει το Cambridge εντελώς διαφορετικά στον χάρτη της διεθνούς καινοτομίας.
Ζώντας σε μια ελληνική πραγματικότητα όπου με χίλιους-μύριους κόπους η διασύνδεση Πανεπιστημίου και βασικής έρευνας με την επιχειρηματική εφαρμογή προσπαθεί να προσπεράσει αγκυλώσεις και προβλήματα αποδοχής, και όπου η γνώριμη ανά την Ευρώπη και τον κόσμο αναζήτηση ταλέντων στον ακαδημαϊκό κόσμο από τις επιχειρήσεις ακόμη αργεί, η πρωτοβουλία αυτή ηχεί απόμακρη.
Το θέμα είναι ότι το GAPSTI, ακρωνύμιο με το οποίο το Πρόγραμμα αυτό επιδιώκει να γίνει γνωστό, πηγαίνει πολύ πιο μακριά από μια απλή συνεργασία πανεπιστημιακής έρευνας-επιχειρηματικότητας. Τι κάνει; Επωφελείται από την παράδοση που έχει δημιουργηθεί στο Cambridge για τη στενή σύνδεση και τον αλληλεπηρεασμό εκπαίδευσης στην αιχμή, βασικής έρευνας και αναζήτησης πρακτικών εφαρμογών: εκείνο που οι «Financial Times» βάφτισαν «το φαινόμενο Cambridge» έχει φτάσει πλέον να φιλοξενεί πάνω από 1.500 επιχειρήσεις τεχνολογικής αιχμής με σχεδόν 60.000 ανθρώπους να δημιουργούν προϊόντα και εφαρμογές (γίνεται λόγος για σύνολο τζίρου άνω των 15 δισ. ευρώ ετησίως), κυρίως όμως να οδηγεί σε όλο και πιο προωθημένες περιοχές έρευνας. Και εφαρμογών που διεκδικούν την έννοια «disruptive», που αλλάζουν δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα πράγματα. Άμα κανείς επιχειρήσει να παραλληλίσει στους ανθρώπους του Cambridge τη δράση τους με την καλιφορνέζικη Silicon Valley, κινδυνεύει να εισπράξει είτε γενική ενόχληση, είτε όχι-και-τόσο ευγενική απόρριψη.
Εκείνο που θεωρούν ότι ξεχωρίζει τη δική τους προσέγγιση, είναι ότι δεν έρχονται απλώς επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν ή/και οι χρηματοδότες να στηρίξουν έρευνα που έχει ήδη γίνει και καταλήξει, αλλά και ούτε πηγαίνουν να επηρεάσουν, να κατευθύνουν ή (πολύ περισσότερο) να «παραγγείλουν» έρευνα. Αντί γι’ αυτό, αναπτύσσεται μια εξαρχής σχέση αλληλοενημέρωσης και αλληλεπίδρασης, όσο η έρευνα εξελίσσεται και ιχνηλατούνται προοπτικές, οι οποίες συγκεντρώνουν επιχειρηματικό ενδιαφέρον: αυτό, με τη σειρά του, εξασφαλίζει όχι απλώς πόρους -η σύγχρονη έρευνα και τεχνολογία απαιτούν συγκλονιστικούς οικονομικούς πόρους!- αλλά και οργανωτικότητα, χτίσιμο συνεργασιών, κινητοποίηση κεντρικής ακαδημαϊκής και δημόσιας/ευρωπαϊκής στήριξης. Όσο τα αποτελέσματα ωριμάζουν, είτε ενσωματώνονται σε υφιστάμενα σχήματα, είτε ενθαρρύνονται (και στηρίζονται, πάλιν, οργανωτικά, νομικά, διοικητικά) ώστε να πάρουν τον δικό τους δρόμο σαν start-ups. Όμως -και εδώ είναι η ουσία!- σε παγκόσμια ανταγωνιστική κλίμακα.
Επιλέγοντας ως πρώτους κλάδους δραστηριοποίησης την υπολογιστική φυσική - Computational Multiphysics - και τα ενεργειακά υλικά - Energy Materials and Devices - το Πρόγραμμα GAPSTI θέλει να κάνει συνεχή διερεύνηση των αναγκών που δημιουργούνται στην εφαρμοσμένη τεχνολογία, στον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και στην κοινωνική δομή, ώστε να «βλέπει» πού πηγαίνουν οι προωθημένες εφαρμογές. Από αεροναυπηγική μέχρι αυτοκίνηση (εδώ θα βρείτε από διαστημική τεχνολογία μέχρι νέες μορφές κυκλοφορίας στις πόλεις), από καθαρές και πιο αποτελεσματικές μορφές παραγωγής ενέργειας μέχρι μεταφορά χωρίς απώλειες ή και αποθήκευση της ενέργειας. Μεγάλες εταιρείες όπως η Boeing ή η Jaguar  αλλά και πολυμελείς ομάδες, όπως οι 250 ερευνητές του Maxwell Centre του Cavendish στην ενεργειακή έρευνα, συντρέχουν στη συνεργατική αυτή προώθηση της καινοτομίας. Ενώ η έρευνα, ακριβώς επειδή κινείται στην πρωτοπορία, βρίσκεται σταθερά στο ραντάρ τόσο των επιχειρήσεων (ο ανταγωνισμός τους πηγαίνει όλο και πιο πίσω, σε αρχικές φάσεις, όλο και πιο κοντά στην έρευνα) όσο και των χρηματοδοτικών σχημάτων ή/και των ευρωπαϊκών μηχανισμών (στο ερώτημα «how big is this business?»/πόσο μεγάλες είναι αυτές οι δουλειές, η απάντηση είναι «the thing that matters is how deep it goes»/ εκείνο που μετράει είναι πόσο εις βάθος πηγαίνει). Πόσο θα «ανακαλύψει» ερευνητικό προσωπικό πρώτης γραμμής. πόσο θα αναδείξει τη δουλειά του. πώς θα τα διασυνδέσει…
Και η ελληνική διάσταση, σε όλα αυτά; Το GAPSTI υπόσχεται εξαρχής να αναζητήσει δυνατότητες διασύνδεσης με Ελλάδα -με το χτίσιμο δικτύων και με λειτουργία κοινών πρωτοβουλιών- και να φέρει τον κόσμο που θα κινητοποιήσει σε συνεχή διαβούλευση με πανεπιστημιακούς, ερευνητές και τον χώρο της διαμόρφωσης ερευνητικής πολιτικής.  Στην ακραία ρεαλιστική κόνιστρα της εφαρμοσμένης έρευνας, μπορεί η διατύπωση να ξενίσει. Όμως «χτίζοντας κάτι από μέλλον» είναι μια περιγραφή.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Αντί προϋπολογισμού, μια ματιά σε «μέλλον»


Tου Α. Δ.Παπαγιαννίδη
skbllz@hol.gr


Κανονικά θα ‘πρεπε τώρα, ημέρες προϋπολογισμού (πέρασε με 154 έναντι 143, έπειτα από θυελλώδη άσχετη συζήτηση), να στεκόμαστε στο πώς θα καταλήξει η νέα αυτή φάση δικαστικού ακτιβισμού που διέλυσε το δεύτερο μνημόνιο (με πέντε χρόνια καθυστέρηση!). Κηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές δώρων Χριστουγέννων (μέρες που ‘ναι..), Πάσχα και αδείας, επειδή έγιναν «μη τεκμηριωμένα», δηλαδή χωρίς να εξετασθεί «η ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών» αλλά και το αν οι εν λόγω περικοπές οδηγούν, αθροιζόμενες με προηγούμενες, σε «ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής κάτω του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης». (Ποιων; Μα... των δημοσίων υπαλλήλων! Ποιων άλλων, νομίσατε;).

Αν τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Τμήμα του και δεν επιβάλει κάποιου είδους «κόφτη», τότε οποιαδήποτε συζήτηση περί προϋπολογισμού, περί πρωτογενών πλεονασμάτων κοκ. χάνει κάθε νόημα.
Καλούμε λοιπόν τον αναγνώστη να κοιτάξει αλλού. Σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί «φορέας μέλλοντος». μόνον που θα χρειαστεί αυτήν τη φορά να διαβάσει αρκετά νούμερα: ποσοστά συμμετοχής και διαχρονικές μεταβολές και πολλαπλασιαστές και στόχους.

Πάμε λοιπόν: Ιούνιο του 2017, η νεόκοπη τότε «Ελληνική Παραγωγή: Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» είχε παρουσιάσει, μαζί με το ΙΟΒΕ, στοχευμένη μελέτη για τον ρόλο της μεταποίησης στην εφεξής πορεία της ελληνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτή βρισκόταν (και δεν έπαψε να βρίσκεται) σε αναζήτηση αληθινής επανεκκίνησης (γιατί το χλομό 2-2,5% δεν αρκεί). Φέτος λοιπόν το ΙΟΒΕ κατήρτισε πολύ πιο διεξοδική μελέτη, «Προκλήσεις και προοπτικές του τομέα της μεταποίησης», σε αναζήτηση για «Στρατηγικές παρεμβάσεις για ανάπτυξη». Ώστε «να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα».

Να σημειωθεί ότι και η ίδια η Ε.Ε. στηρίζει εδώ και κάποια χρόνια τη λογική μιας επαναβιομηχάνισης, ενώ η έμφαση επί δύο δεκαετίες είχε στραφεί στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες συμπίεζαν κάθε ιδέα στήριξης προς τη μεταποίηση. Στην Ε.Ε. ο στόχος συμμετοχής της μεταποίησης βρίσκεται ήδη στο 20% του ΑΕΠ (με τη διαμόρφωση, μάλιστα, και με τη δημόσια στήριξη ολοκληρωμένης στρατηγικής, παράλληλα με εκείνην της μετάβασης στην ψηφιακή εποχή αλλά και στην «κυκλική οικονομία»...).

Σε εμάς, όπου επί χρόνια πολλά η ίδια αναφορά σε «βιομηχανική πολιτική» ήταν σχεδόν απαγορευμένη και είχε υποκατασταθεί -με επίνευση Βρυξελλών- από «οριζόντιες πολιτικές», όταν ξεκινούσε η κρίση το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ βρισκόταν στο 9% (βέβαια... του τότε ΑΕΠ, που σήμερα έχει χαθεί κατά το 1/4). Στη συνέχεια προέκυψε υποχώρηση γύρω στο 8,5% -το κατώτατο, 8,1% παρατηρήθηκε το 2015-, ενώ το 2016/17 βρίσκεται πλέον στο 8,7%. Κατά καιρούς έχει ακουστεί ως στόχος της συμμετοχής της βιομηχανίας ένα 12% του ΑΕΠ έως το 2020, στόχος που μάλλον ήταν εξαρχής υπεραισιόδοξος. ενώ αναφερόταν και 15% σε μακρότερο, απροσδιόριστο για την ώρα ορίζοντα.

Άμα κανείς σταθεί -όπως είχε κάνει, διεξοδικά, η μελέτη του Ιουνίου 2017- στο οικονομικό αποτύπωμα της συνεισφοράς της μεταποίησης στο σύνολο της οικονομίας, βρίσκει ότι ο πολλαπλασιαστής της σε μια σειρά από επίπεδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Έτσι, αν πάει κανείς απευθείας στο ΑΕΠ συναντά πολλαπλασιαστή 2,8 - που οδηγεί σε επίδραση επί του συνολικού ΑΕΠ 31%. Όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, ο πολλαπλασιαστής είναι 2,7 αποδίδοντας 32% της συνολικής Π.Α. Σε επίπεδο απασχόλησης, πάλι, ο αντίστοιχος πολλαπλασιαστής είναι 3,5 - αποδίδοντας 30% του συνόλου της απασχόλησης: σε απόλυτα μεγέθη αυτά είναι 1,2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας - 360 χιλιάδες σε άμεση, 459 χιλιάδες σε έμμεση και 429 χιλιάδες σε προκλητή απασχόληση.

Παραδίπλα, στο καταγραφόμενο ως κοινωνικό προϊόν (δηλαδή σε μισθούς, φόρους, εισφορές, σχηματισμό παγίου κεφαλαίου), με πολλαπλασιαστή 3,0 η απόδοση της μεταποίησης είναι 27%.

Τέλος, άμα στοχεύσει κανείς τις επενδύσεις, ο πολλαπλασιαστής σε επίπεδο σχηματισμού παγίου κεφαλαίου είναι 3,6, οπότε αποδίδει 26% του συνολικού αντίστοιχου μεγέθους στην Ελλάδα (μεγέθους που παραμένει επικίνδυνα λαβωμένο, ενώ όλοι συμφωνούν ότι «πρέπει» να φύγει μπροστά άμα είναι να υπάρξει ουσιαστική ανάπτυξη).

Όταν μάλιστα οι εξαγωγές του κλάδου αυξάνουν με ρυθμό 5% τον χρόνο σ’ όλο το διάστημα 2009-17 (στα τρόφιμα και τα βασικά μέταλλα, μάλιστα, η τελευταία τριετία έδωσε +26%), τότε ένα «ποντάρισμα» στη μεταποίηση φαίνεται περισσότερο παρά λογικό.
Μόνο που -όπως παρατηρούσε ο Μιχάλης Στασινόπουλος, ως «Ελληνική Παραγωγή»- θα ‘πρεπε ο κλάδος «να αποτελέσει έμπρακτα, και όχι απλώς διακηρυκτικά, εθνική προτεραιότητα». Και, το κυριότερο, «να βρίσκει συνομιλητές»...

Aν η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Τμήμα του και δεν επιβάλει κάποιου είδους «κόφτη», τότε οποιαδήποτε συζήτηση περί προϋπολογισμού, περί πρωτογενών πλεονασμάτων κοκ. χάνει κάθε νόημα.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...