KAINOTOPIO

KAINOTOPIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AGAMBEN GIORGIO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AGAMBEN GIORGIO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Δημοκρατία και «νεκροπολιτική»


 

Η Δημοκρατία στη Δυτική Σκέψη κορυφώθηκε σε μια σχέση εξάρτησης, έτσι όπως τη θεμελιώνει ο Εγελος στη Φαινομενολογία του Πνεύματος (1807) στο κεφάλαιο IV, στη διαλεκτική του Κυρίου και του Δούλου. Δηλαδή ότι η διαλεκτική σχέση μεταξύ Κυρίου και Δούλου είναι αμετακίνητη στην ιστορία.

Πολύ μελάνι έπεσε από τότε για τη σχέση μεταξύ Κυρίου και Δούλου ως σχέση εξαρτημένη και ανυπέρβλητη, φθάνοντας έως και τα ψυχαναλυτικά κείμενα του Ζακ Λακάν που τη σχέση αυτή την εντάσσει σε επίπεδο ιδεοληπτικής εμμονής (lattitude de lobsessionnel), ενός αδιέξοδου.

Μια ακόμη απόχρωση αυτής της σχέσης Κυρίου – Δούλου μάς δίνει ο Ζιλ Ντελέζ στο έργο του Présentation de Sacher-Masoch, (1971), που ως πολιτικός και κοινωνικός ανατόμος μάς περιγράφει μια σχέση οριακή και ταυτόχρονα «ευνουχιστική» που έγινε συνθήκη της ζωής μας.

Πολύ έξυπνα ο Ζιλ Ντελέζ βάζει τα όριά μας στη σχέση μεταξύ μαζοχισμού και σαδισμού. Τι μας λέει λοιπόν: ο σαδιστής έχει ανάγκη από θεσμούς (θα λέγαμε ότι εκεί βρίσκονται οι λαοί με παράδοση στη συμμετοχική δημοκρατία) και αυτό γιατί ο σαδιστής σκέφτεται και λειτουργεί με όρους θεσμοποιημένης κατοχής. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται ο μαζοχιστής, ο οποίος σκέφτεται και λειτουργεί με όρους συμβεβλημένης συμμαχίας (Ιερά Συμμαχία, η συμμαχία του Αξονα, κ.λπ.).

Ο πλανήτης σήμερα απολιθώνεται σ’ ένα μεγάλο στρατόπεδο που άλλοτε θα χαλαρώνει και άλλοτε θα αυστηροποιείται, ανάλογα με τις προβλέψεις της τεχνοεπιστήμης. Και οι πολίτες του παγκόσμιου στρατοπέδου θα κρατούνται σαν «γυμνές ζωές» μέσα στο στρατόπεδο, όπως λέει ο Τζ. Αγκάμπεν, δηλαδή θα είναι στερημένοι από δικαιικές δικαιωματικές υποστάσεις. Ο πλανήτης-στρατόπεδο θα αποτελεί τον νέο παγκοσμιοποιημένο τόπο της μερικής προστασίας και της ελλειμματικής υπόστασης. Αντλούμε στοιχεία για το πώς θα λειτουργεί το νέο πλανητικό στρατόπεδο από τον Joseph-Achille Mbembe, ο οποίος αναφέρεται στη νεκροπολιτική ως διάσταση της Βιοεξουσίας και της Βιοπολιτικής. Οι πολίτες, θα μας πει ο J.-A. Mdembe, θα υποβάλλονται σε αστικό και κοινωνικό θάνατο, τα δικαιώματα θα αποχρωματίζονται, η κοινωνική προστασία θα εξουδετερώνεται και η ζωή θα εισέρχεται σε επισφαλείς συνθήκες. Οι όροι διαβίωσης θα αγγίζουν τον απομονωτισμό της Παλαιστίνης και την εξορία της ζωής του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής.

Ο χωροχρόνος του ανθρώπου θα εντάσσεται σε συνθήκες πειθαρχικής συσκευής. Με άλλα λόγια, η νεκροπολιτική θα εκφράζει, σύμφωνα πάντα με τον J.-A. Mdembe, τις σύγχρονες μορφές υποταγής της ζωής στη δύναμη του θανάτου. Ο Ντελέζ μάς δίνει έναν εξαιρετικό τρόπο για να καταλάβουμε πώς περάσαμε από τις πειθαρχήσεις στους ελέγχους. Ο άνθρωπος των πειθαρχήσεων, θα υποστηρίξει ο Ντελέζ, ήταν ασυνεχής παραγωγός ενέργειας, ενώ ο άνθρωπος του ελέγχου είναι κυματοειδής διαγγελέας ενός συνεχούς φάσματος που πάει πέρα από κάθε αρχή και μετά από κάθε τέλος.

Επιπλέον η νεκροπολιτική θα αποδομήσει το σύστημα της αστικής Δημοκρατίας. Πρώτον: οι θεσμοί θα αποτελούν φαινόμενα αντιθέσεων του κέντρου εξουσίας και ως εκ τούτου θα έχουν μια γενική παθολογία, που σημαίνει ότι θα αυτονομούνται διαρκώς από την κοινωνική τους αποστολή. Και δεύτερον: θα λειτουργούν στο φάσμα της θεσμικής υποκρισίας της συναίνεσης που θα απαιτεί τη διαθεσιμότητα των πολιτών/υπηκόων στις αποφάσεις της εξουσίας. Το κύκλωμα ζωή-κοινωνία, φύση-πολιτισμός, όπως θα έλεγε ο Λεβί-Στρος, από τη νεκροπολιτική δεν αναγνωρίζεται. Και αυτό γιατί επενδύει σε μια αντιμετάθεση, όχι εκείνης που ξεκινά από το φαντασιακό/συμβολικό στο πραγματικό, αλλά του πραγματικού που θα υπερέχει του φαντασιακού/συμβολικού.

Απόστολος Αποστόλου*

* Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/480468_dimokratia-kai-nekropolitiki

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Όταν το σπίτι καίγεται


 

Πρώτη δημοσίευση: Quodlibet, 5 Οκτωβρίου, 2020 https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-quando-la-casa-brucia

Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του κειμένου από τον Richard Braude https://illwilleditions.com/when-the-house-is-on-fire/ με παράλληλη χρήση του ιταλικού πρωτοτύπου.

Μετάφραση:

Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, Δανάη Θεοδωράκη

«Ό,τι και να κάνω δεν έχει κανένα νόημα αν το σπίτι καίγεται». Ωστόσο, ακόμα και όσο καίγεται το σπίτι είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε όπως πριν, να τα κάνουμε όλα με την ίδια φροντίδα και ακρίβεια, αν όχι μεγαλύτερη, ακόμα και αν κανείς δεν το προσέχει. Μπορεί η ζωή να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, μπορεί καλώς ή κακώς να χαθεί κάθε ανάμνηση από όσα έχουν συμβεί. Αλλά εσύ συνεχίζεις όπως πριν, είναι πλέον πολύ αργά για να αλλάξεις, δεν υπάρχει πλέον χρόνος.

«Ό,τι συμβαίνει γύρω σου, δεν πρέπει πλέον να σε απασχολεί». Όπως η γεωγραφία μιας χώρας που πρέπει να αφήσεις για πάντα πίσω σου. Όμως με ποιο τρόπο σε επηρεάζει ακόμα; Ακριβώς από τη στιγμή που πλέον δεν σε απασχολεί, τώρα που όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, όλα τα πράγματα και οι τόποι εμφανίζονται με το πιο αληθινό τους περίβλημα, σε αγγίζουν ακόμα πιο βαθιά —έτσι όπως είναι: μεγαλείο και ένδεια.

Φιλοσοφία, νεκρή γλώσσα. «Η γλώσσα των ποιητών είναι πάντα μια νεκρή γλώσσα… παράξενο να το λες: Μια νεκρή γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τη σκέψη πιο ζωντανή». Ίσως όχι μια νεκρή γλώσσα, αλλά μια διάλεκτος. Το ότι η φιλοσοφία και η ποίηση μιλάνε μια γλώσσα που είναι κάτι λιγότερο από γλώσσα είναι ένδειξη της τάξης τους, της ιδιαίτερης ζωτικότητάς τους. Ζυγίζουν, κρίνουν τον κόσμο με μέτρο μια διάλεκτο, μια νεκρή γλώσσα η οποία όμως ρέει και δεν μπορείς να της αλλάξεις ούτε κόμμα. Συνέχισε να μιλάς αυτή τη διάλεκτο, ακόμα και τώρα που το σπίτι καίγεται.

Ποιο σπίτι καίγεται; Η χώρα που ζεις, η Ευρώπη, ο κόσμος ολόκληρος; Μπορεί τα σπίτια και οι πόλεις ήδη να κάηκαν από μια τεράστια πυρκαγιά —ποιος ξέρει πόσο καιρός έχει περάσει— την οποία κάναμε πως δεν είδαμε. Δεν έμειναν παρά κάποιοι τοίχοι, μια τοιχογραφία, ένα τμήμα οροφής, και ονόματα, πολλά ονόματα, που τα δάγκωσαν οι φλόγες. Ωστόσο, εμείς τα καλύπτουμε όλα αυτά πολύ προσεκτικά με λευκό σοβά και απατηλές λέξεις, για να φαίνονται άθικτα. Μένουμε σε σπίτια, σε πόλεις που κάηκαν ολοσχερώς προσποιούμενοι πως στέκονται ακόμα όρθια. Οι άνθρωποι ζουν και περπατάνε δίπλα στα συντρίμμια με τις μάσκες τους σαν να βρίσκονται στις γειτονιές που γνώριζαν παλιά.

Τώρα η φλόγα έχει αλλάξει μορφή και φύση, έχει γίνει ψηφιακή, αόρατη και ψυχρή και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πλέον ακόμα πιο κοντά μας και μας περικυκλώνει κάθε στιγμή.

Το ότι ένας πολιτισμός μια βαρβαρότητα μπορεί να βυθιστεί και να μη ξαναβγεί ποτέ στην επιφάνεια, δεν είναι κάτι καινούριο. Οι ιστορικοί είναι συνηθισμένοι να καταγράφουν και να χρονολογούν τομές και ναυάγια. Αλλά τι μαρτυρία να καταθέσουμε για έναν κόσμο που οδεύει προς την καταστροφή με τα μάτια δεμένα και το πρόσωπο καλυμμένο, μια πολιτεία που καταρρέει χωρίς ίχνος διαύγειας ή περηφάνιας, βυθισμένη στην αθλιότητα και τον φόβο; Η τύφλωση γίνεται ακόμα πιο απελπιστική από τη στιγμή που οι ναυαγοί προσποιούνται ότι κυβερνούν το ίδιο τους το ναυάγιο, ορκίζονται πως ακόμα μπορούν όλα να τεθούν υπό έλεγχο μέσω της τεχνικής, πως δεν χρειάζεται ούτε ένας νέος θεός ούτε ένας νέος ουρανός, παρά μόνο απαγορεύσεις, ειδικοί και γιατροί. Πανικός και απατεωνιά.

Τι θα ήταν ένας Θεός στον οποίο δεν θα απευθύναμε ούτε προσευχές ούτε θυσίες; Και τι θα ήταν ένας νόμος που δεν θα γνώριζε ούτε προσταγή ούτε εφαρμογή; Και τι θα ήταν μια λέξη που ούτε θα σήμαινε ούτε θα πρόσταζε κάτι, αλλά θα μπορούσε να σταθεί αληθινά στην αρχή —ακόμα και πριν από αυτή;

Ένας πολιτισμός που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο τέλος του, ότι δεν έχει άλλη ζωή, προσπαθεί να κυβερνήσει την κατάρρευσή του με τον μόνο τρόπο που μπορεί, με μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Από αυτή την οπτική πρέπει να ιδωθεί η ολική κινητοποίηση στην οποία ο Γιούνγκερ [Ernst Jünger] εντόπισε το ουσιώδες χαρακτηριστικό της εποχής μας. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι κινητοποιημένοι, να αισθάνονται κάθε στιγμή πως βρίσκονται σε μια επείγουσα κατάσταση, την οποία ρυθμίζουν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια εκείνοι που έχουν την εξουσία να την αποφασίζουν. Αλλά ενώ στο παρελθόν η κινητοποίηση είχε ως στόχο να φέρει κοντά στους ανθρώπους, σήμερα στοχεύει να τους απομονώσει, να απομακρύνει τον έναν από τον άλλο.

Εδώ και πόσο καιρό καίγεται το σπίτι; Πόσο καιρός πέρασε από τότε που κάηκε; Το σίγουρο είναι ότι έναν αιώνα πριν, μεταξύ του 1914 και του 1918, στην Ευρώπη συνέβη κάτι που έριξε στις φλόγες και την τρέλα καθετί που έμοιαζε να στέκει ακόμα όρθιο και ζωντανό. Τριάντα χρόνια αργότερα, η φωτιά κάλυψε τα πάντα και έκτοτε σιγοκαίει χωρίς σταματημό, μόλις που φαίνεται κάτω από τις στάχτες. Ίσως όμως η πυρκαγιά να ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, όταν η τυφλή ενόρμηση της ανθρωπότητας για σωτηρία και πρόοδο συναντήθηκε με τη δύναμη της φωτιάς και των μηχανών. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνουμε. Το μόνο ερώτημα είναι πώς μπορέσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε, όσο οι φλόγες κάλυπταν τα πάντα γύρω μας, τι ήταν αυτό που παρέμεινε ανέπαφο στο κέντρο της φωτιάς ή στις άκρες της. Πώς καταφέραμε να συνεχίσουμε να αναπνέουμε μέσα στις φλόγες, τι ήταν αυτό που χάσαμε και από ποια ερείπια —ή ποιες απάτες— κρατηθήκαμε; Τώρα που δεν υπάρχουν πια φλόγες αλλά μόνο νούμερα, στοιχεία και ψέματα, είμαστε σίγουρα πιο αδύναμοι και μόνοι, αλλά χωρίς τη δυνατότητα κάποιου συμβιβασμού, είμαστε τουλάχιστον πιο διαυγείς από ποτέ.

Το κεντρικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα γίνεται ορατό μόνο όταν το σπίτι παίρνει φωτιά, και γι’ αυτό μπορείς τώρα να δεις τι διακυβεύεται στην ιστορία της Δύσης, τι προσπάθησε με κάθε κόστος να αδράξει και γιατί δεν μπορούσε παρά να αποτύχει.

Είναι σαν να θέλησε η εξουσία να συλλάβει με κάθε κόστος τη γυμνή ζωή που παράγει, αλλά όσο και να προσπάθησε να την ιδιοποιηθεί και να την ελέγξει επιστρατεύοντας κάθε λογής μηχανισμούς —πλέον όχι μόνο εκείνους της αστυνόμευσης, αλλά και της ιατρικής και της τεχνολογίας— η ζωή πάντα της διέφευγε, διότι είναι εξ ορισμού ασύλληπτη. Η διακυβέρνηση της γυμνής ζωής είναι η τρέλα του καιρού μας. Όταν οι άνθρωποι ανάγονται στην καθαρά βιολογική τους ύπαρξη, δεν έχουν πλέον κάτι το ανθρώπινο, και έτσι η διακυβέρνηση των ανθρώπων συμπίπτει με τη διαχείριση των πραγμάτων.

Το άλλο σπίτι, αυτό που δεν θα μπορέσω ποτέ να κατοικήσω παρότι είναι το πραγματικό μου σπίτι· η άλλη ζωή, αυτή που ποτέ δεν έζησα ενώ πίστευα ότι τη ζούσα· η άλλη γλώσσα, αυτή που συλλάβισα χωρίς ποτέ να μπορέσω να μιλήσω —όλα αυτά είναι τόσο δικά μου που δεν μπόρεσα ποτέ να τα έχω.

Όταν σκέψη και γλώσσα χωρίζονται, πιστεύουμε πως μπορούμε να μιλάμε έχοντας ξεχάσει ότι μιλάμε. Η ποίηση και η φιλοσοφία, όταν μιλούν, δεν ξεχνούν ότι μιλούν, θυμούνται τη γλώσσα. Αν θυμόμαστε τη γλώσσα, αν δεν ξεχνάμε πως μπορούμε να μιλήσουμε, τότε γινόμαστε πιο ελεύθεροι, δεν μας δεσμεύουν πράγματα και κανόνες. Η γλώσσα δεν είναι ένα εργαλείο, είναι το πρόσωπό μας, η ανοικτότητα [l’aperto] μέσα στην οποία είμαστε.

Το πρόσωπο είναι ό,τι πιο ανθρώπινο. Οι άνθρωποι έχουν πρόσωπα και όχι απλά μουσούδες, επειδή κατοικούν στην ανοικτότητα, επειδή μέσα από το πρόσωπό τους εκτίθενται και επικοινωνούν. Γι’ αυτό το πρόσωπο είναι ο τόπος της πολιτικής. Η απολιτική εποχή μας δεν θέλει να δει το πρόσωπό της, το κρατάει σε απόσταση, του φοράει μάσκα και το καλύπτει. Δεν πρέπει να υπάρχουν πλέον πρόσωπα, μόνο νούμερα και στοιχεία. Ακόμα και ο τύραννος είναι απρόσωπος.

Να νιώθεις ότι ζεις: Να συγκινείσαι από την ίδια σου την αισθητικότητα [sensibilità], να έχεις παραδοθεί απαλά στην ίδια σου την κίνηση χωρίς να είσαι σε θέση ούτε να την αναλάβεις ούτε να την αποφύγεις. Το να νιώθω ζωντανός καθιστά δυνατή τη ζωή για εμένα, ακόμα και αν με κλειδώσουν σε ένα κελί. Και τίποτα δεν είναι τόσο πραγματικό όσο αυτή η δυνατότητα.

Στα χρόνια που έρχονται θα υπάρχουν μόνο μοναχοί και παραβάτες. Κι όμως είναι αδύνατο απλά να φύγουμε, να πιστέψουμε ότι μπορούμε να προσπεράσουμε τα ερείπια του κόσμου που έχει καταρρεύσει γύρω μας. Διότι η κατάρρευση αφορά και καλεί εμάς, ένα από αυτά τα ερείπια είμαστε εμείς. Και πρέπει να μάθουμε πώς μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε με τον πιο σωστό τρόπο, προσεκτικά, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί.

Να γερνάς: «Να μην μεγαλώνουν πια τα κλαδιά, αλλά μόνο οι ρίζες». Να βυθίζεσαι στις ρίζες, χωρίς πια να βγάζεις λουλούδια ή φύλλα. Ή μάλλον, σαν μια μεθυσμένη πεταλούδα που πετάει πάνω από όσα έχει ζήσει. Υπάρχουν ακόμα κλαδιά και λουλούδια στο παρελθόν. Και μπορείς ακόμα να βγάλεις μέλι.

Το πρόσωπο είναι με τον Θεό, αλλά τα οστά δεν έχουν Θεό. Έξω, όλα μας σπρώχνουν προς τον Θεό. Μέσα, ο επίμονος, σαρκαστικός αθεϊσμός του σκελετού.

Η ψυχή και το σώμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε αυτό έγκειται η πνευματικότητα. Το πνεύμα δεν είναι το τρίτο μέρος μεταξύ ψυχής και σώματος. Είναι η ανήμπορη και υπέροχη σύμπτωσή τους. Η βιολογική ζωή είναι μια αφαίρεση και αυτήν την αφαίρεση ισχυρίζεται η εξουσία ότι κυβερνά και θεραπεύει.

Για εμένα μόνο, δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία· η σωτηρία υπάρχει, επειδή υπάρχουν οι άλλοι. Και αυτό δεν συμβαίνει για λόγους ηθικούς, επειδή οφείλω να δράσω για το καλό τους. Υπάρχει σωτηρία μόνο επειδή δεν είμαι μόνος: Μπορώ να σώσω τον εαυτό μου μόνο ως ένας μεταξύ πολλών, ως άλλος μεταξύ άλλων. Μόνος —και αυτή είναι η ιδιαίτερη αλήθεια της μοναξιάς— δεν χρειάζομαι σωτηρία. Πράγματι, είναι αδύνατη η σωτηρία μου. Η σωτηρία είναι η διάσταση που ανοίγεται, επειδή δεν είμαι μόνος, επειδή υπάρχει πολλαπλότητα και πλήθος. Ο θεός, ο ενσαρκωμένος, έπαψε να είναι μοναδικός και έγινε ένας άνθρωπος μεταξύ πολλών. Εξαιτίας αυτού, ο χριστιανισμός έπρεπε να προσδεθεί στην ιστορία και να ακολουθήσει τη μοίρα του μέχρι το τέλος. Και όταν η ιστορία, όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα, σβήνει και παρακμάζει, τότε και ο χριστιανισμός πλησιάζει στη δύση του. Η αθεράπευτη αντίφασή του είναι ότι αναζήτησε μέσα στην ιστορία και μέσω της ιστορίας, μια σωτηρία πέρα από την ιστορία, και όταν η ιστορία αυτή φτάνει στο τέλος της, το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η Εκκλησία ήταν στην πραγματικότητα στραμμένη όχι προς τη σωτηρία, αλλά στην ιστορία της σωτηρίας και αφού αποζητούσε τη σωτηρία [salvezza] μέσω της ιστορίας, δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην υγεία [salute]. Και όταν ήρθε η στιγμή, η Εκκλησία δεν δίστασε να θυσιάσει τη σωτηρία για την υγεία.

Η σωτηρία πρέπει να αποσχιστεί από το ιστορικό της πλαίσιο και πρέπει να βρεθεί μια μη ιστορική πολλαπλότητα, μια πολλαπλότητα ως έξοδο από την ιστορία.

Να φύγεις από ένα μέρος ή μια κατάσταση δίχως να μπεις σε άλλα εδάφη, να αφήσεις πίσω μια ταυτότητα και ένα όνομα χωρίς να υιοθετήσεις άλλα.

Στο παρόν μόνο οπισθοχωρούμε, ενώ το παρελθόν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε προς τα μπροστά. Αυτό που αποκαλούμε παρελθόν, δεν είναι παρά η μακρόσυρτη οπισθοχώρηση μας προς το παρόν. Η απόσπαση από το παρελθόν μας, είναι το πρώτο εργαλείο στο οποίο καταφεύγει η εξουσία.

Αυτό που μας ελευθερώνει από το βάρος είναι η αναπνοή. Αναπνέοντας δεν έχουμε πια βάρος, σαν να πετάμε υπερβαίνοντας τη δύναμη της βαρύτητας.

Θα πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε από την αρχή, αλλά με μια κρίση που ούτε τιμωρεί ούτε ανταμείβει ούτε συγχωρεί ούτε καταδικάζει. Μια πράξη χωρίς σκοπό που αφαιρεί την ύπαρξη από κάθε σκοπό, αναγκαία άδικο και ψευδή. Μόνο μια διακοπή, μια στιγμή που αιωρείται μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας, όπου αστράφτει η εικόνα μιας ζωής δίχως σκοπό ή σχέδιο, δίχως όνομα ή μνήμη —και για τον λόγο αυτό σώζει, όχι σε μια αιωνιότητα, αλλά σε ένα «είδος αιωνιότητας». Μια κρίση χωρίς προκαθορισμένα κριτήρια, ωστόσο, μια πολιτική κρίση, ακριβώς επειδή επαναφέρει τη ζωή στη φυσικότητά της.

Το να αισθάνεσαι και να συναισθάνεσαι, η αίσθηση και η αυτοσυγκίνηση [autoaffezione] συμβαίνουν ταυτόχρονα. Σε κάθε αίσθηση συγκινείσαι από το ίδιο σου το συναίσθημα, στην αίσθηση του καθενός υπάρχει η αίσθηση του άλλου, μια φιλία και ένα πρόσωπο.

Η πραγματικότητα είναι το πέπλο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε τι είναι δυνατό, τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε.

Δεν είναι εύκολο να πούμε ποιες από τις παιδικές μας επιθυμίες έχουν εκπληρωθεί. Και πάνω από όλα, αν η γειτνίαση του κομματιού εκείνο που έχει εκπληρωθεί με εκείνο που είναι αδύνατο να εκπληρωθεί, αρκεί για να μας κάνει να συνεχίσουμε να ζούμε. Ο φόβος του θανάτου εμφανίζεται όταν το ανεκπλήρωτο κομμάτι των επιθυμιών αυξάνεται πέρα από κάθε μέτρο.

«Τα βουβάλια και τα άλογα έχουν τέσσερις οπλές· αυτό το ονομάζω Παράδεισο. Να βάλεις καπίστρια στα άλογα και να τρυπήσεις τα ρουθούνια των βουβαλιών· αυτό το ονομάζω άνθρωπο. Γι’ αυτό τον λόγο λέω: Φρόντισε το ανθρώπινο να μην καταστρέψει τον Παράδεισο μέσα σου, φρόντισε η πρόθεση να μην καταστρέψει το ουράνιο».

Στο σπίτι που καίγεται, η γλώσσα παραμένει. Όχι η γλώσσα, αλλά οι αμνημόνευτες, αδύναμες και προϊστορικές δυνάμεις που τη φυλάνε και τη θυμούνται: η φιλοσοφία και η ποίηση. Τι φυλάνε και τι θυμούνται από τη γλώσσα; Όχι εκείνη ή την άλλη νοηματική πρόταση, ούτε εκείνο ή το άλλο άρθρο καλής ή κακής πίστης, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει γλώσσα, ότι χωρίς ένα όνομα είμαστε ανοιχτοί μέσα στο όνομα και ότι σε αυτή την ανοιχτότητα, σε μια χειρονομία, σε ένα πρόσωπο, είμαστε άγνωστοι και εκτεθειμένοι.

Η ποίηση, η λέξη, είναι το μόνο πράγμα που μας έχει απομείνει από εκείνη την εποχή που δεν ξέραμε ακόμα πώς να μιλάμε, ένα σκοτεινό τραγούδι μέσα στη γλώσσα, μια διάλεκτος ή ένα ιδίωμα που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως, αλλά που δεν μπορούμε παρά να ακούσουμε· ακόμα και αν το σπίτι καίγεται, ακόμα και αν στη φλεγόμενή τους γλώσσα οι άνθρωποι συνεχίζουν να λένε ανοησίες.

Υπάρχει όμως μια γλώσσα της φιλοσοφίας όπως υπάρχει μια γλώσσα της ποίησης; Όπως η ποίηση, η φιλοσοφία κατοικεί πλήρως στη γλώσσα και μόνο στον τρόπο κατοίκησής της διαχωρίζει τον εαυτό της από την ποίηση. Πρόκειται για δύο εντάσεις στο πεδίο της γλώσσας που διασταυρώνονται σε ένα σημείο για να χωριστούν και πάλι απτόητες. Και όποιος λέει μια λέξη σωστή, απλή και ρέουσα, κατοικεί σε αυτή την ένταση.

Όποιος αντιληφθεί ότι το σπίτι καίγεται μπορεί να θελήσει να αντιμετωπίσει με περιφρόνηση και χλεύη τους συνανθρώπους του που δείχνουν να μην το έχουν καταλάβει. Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι, που δεν βλέπουν και δεν σκέφτονται, δεν είναι άραγε τα Λεμούρια, στα οποία θα πρέπει να λογοδοτήσεις τη μέρα της κρίσης; Το γεγονός ότι συνειδητοποιούμε ότι το σπίτι καίγεται, δεν μας ανεβάζει πιο ψηλά από τους άλλους. Αντίθετα, με αυτούς θα πρέπει να ανταλλάξεις τις τελευταίες ματιές όταν οι φλόγες θα πλησιάζουν. Τι μπορείς να πεις για να δικαιολογήσεις την επίγνωση που αξιώνεις σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τόσο άγνοια που μοιάζουν σχεδόν αθώοι;

Στο σπίτι που φλέγεται συνεχίζεις να κάνεις ό,τι έκανες πριν, αλλά δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από αυτό που τόσο απροκάλυπτα σου δείχνουν οι φλόγες. Κάτι έχει αλλάξει όχι σε αυτό που κάνεις, αλλά στον τρόπο που το αποδεσμεύεις στον κόσμο. Ένα ποίημα γραμμένο στο σπίτι που καίγεται είναι πιο δίκαιο και αληθινό, επειδή κανείς δεν θα το ακούσει, επειδή τίποτα δεν εγγυάται ότι θα γλιτώσει από τις φλόγες. Όμως, αν, κατά τύχη, βρει έναν αναγνώστη, αυτός δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την ανήμπορη, ανεξήγητη, βαθιά βοή που τον καλεί.

Η αλήθεια μπορεί μόνο να ειπωθεί από εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα να ακουστούν, μόνο από εκείνους που μιλούν μέσα από το σπίτι που το κατασπαράσσουν αδιάκοπα οι φλόγες.

Σήμερα ο άνθρωπος εξαφανίζεται, όπως ένα πρόσωπο στην άμμο από το κύμα. Αλλά αυτό που παίρνει τη θέση του, δεν συγκροτεί πια ένα κόσμο. Είναι μονάχα μια γυμνή και βουβή ζωή, χωρίς ιστορία, στο έλεος των υπολογισμών της εξουσίας και της επιστήμης. Ωστόσο, μπορεί από τα συντρίμμια αυτά μια μέρα να γίνει η αρχή για να εμφανιστεί, είτε αργά είτε ακαριαία, κάτι άλλο —όχι φυσικά ένας θεός, αλλά και ούτε ένας άλλος άνθρωπος— ίσως ένα νέο ζώο, μια ψυχή που ζει διαφορετικά…

5 Οκτωβρίου, 2020

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

http://ipressa.gr/otan-spiti-kaigetai-tou-giorgio-agamben/?fbclid=IwAR30r4KeUsIBDqh2rkucE39RI-8YbIC0mrBGroSqFsucwrvYw5ObxuJnn9E 

 

 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Ρέκβιεμ για τους φοιτητές



Giorgio Agamben 

lundimatin#246, 8 Ιουνίου 2020 

Όπως το είχαμε προβλέψει, τα πανεπιστημιακά μαθήματα θα διεξαχθούν από το επόμενο έτος on line. Αυτό που ήταν σαφές για έναν προσεκτικό παρατηρητή, δηλαδή ότι η "πανδημία" θα χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την ολοένα και πιο επεκτατική διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών, έχει συμβεί επακριβώς.  
Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η συνακόλουθη μετατροπή της διδασκαλίας, όπου το στοιχείο της φυσικής παρουσίας, που υπήρξε ανέκαθεν τόσο σημαντικό στη σχέση μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών, εξαφανίζεται οριστικά, καθώς οι συλλογικές συζητήσεις στα σεμινάρια, που ήταν το πιο ζωντανό μέρος της διδασκαλίας, εξαφανίζονται κι αυτές. Απόρροια της τεχνολογικής βαρβαρότητας που βιώνουμε σήμερα είναι η διαγραφή από τη ζωή κάθε εμπειρίας των αισθήσεων και η απώλεια του βλέμματος, το οποίο φυλακίζεται μόνιμα σε μια φασματική οθόνη.
Πολύ πιο καθοριστικό σε όλα αυτά που συμβαίνουν είναι κάτι που, εύλογα, δεν συζητιέται καθόλου: το τέλος, δηλαδή, της φοιτητικής ζωής ως μορφή ζωής. Τα πανεπιστήμια γεννήθηκαν στην Ευρώπη από φοιτητικές ενώσεις - universitates - και σ' αυτές οφείλουν το όνομά τους. Σ' αυτή τη μορφή ζωής του σπουδαστή, καθοριστική ήταν σίγουρα η μελέτη όπως και η παρακολούθηση των μαθημάτων, αλλά εξίσου σημαντική ήταν και οι συναντήσεις και οι συνεχείς ανταλλαγές με τους άλλους scholarii, που συχνά προέρχονταν από τα πιο απομακρυσμένα μέρη και συγκεντρώνονταν ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους σε nationes. Αυτή η μορφή ζωής έχει εξελιχθεί με διάφορους τρόπους κατά τη διάρκεια των αιώνων, αλλά  από τους clerici vagantes [περιπλανώμενοι κληρικοί - σ.σ.] του Μεσαίωνα μέχρι τα φοιτητικά κινήματα του εικοστού αιώνα, η κοινωνική διάσταση του φαινομένου υπήρξε σταθερή. Όποιος έχει διδάξει σε μια αίθουσα πανεπιστημίου ξέρει καλά πώς συνάπτονται οι φιλίες, σα να λέμε κάτω από τα μάτια του, και πως συγκροτούνται, σύμφωνα με τα πολιτιστικά και πολιτικά ενδιαφέροντα, μικρές ομάδες μελέτης και έρευνας, οι οποίες συνεχίζουν να συναντιούνται ακόμη και μετά το τέλος του μαθήματος.
Όλα αυτά, που διήρκεσαν σχεδόν δέκα αιώνες, τώρα τελειώνουν για πάντα. Οι φοιτητές δεν θα ζουν πλέον στην πόλη όπου βρίσκεται το πανεπιστήμιο, αλλά ο καθένας θα ακούει τα μαθήματα κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του, μερικές φορές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από εκείνους που κάποτε ήταν συμφοιτητές τους. Οι μικρές πόλεις, που ήταν η έδρα των κάποτε φημισμένων πανεπιστημίων, θα δουν να εξαφανίζονται από τους  τους δρόμους τους οι φοιτητικές αυτές κοινότητες, οι οποίες ήταν συχνά το πιο ζωντανό μέρος του τόπου.
Για κάθε κοινωνικό φαινόμενο που πεθαίνει μπορούμε να πούμε ότι, κατά μία ορισμένη έννοια, άξιζε το τέλος του, και είναι βέβαιο ότι τα πανεπιστήμιά μας είχαν φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο διαφθοράς και εξειδικευμένης άγνοιας που δεν είναι δυνατόν να τα θρηνήσουμε επειδή και η μορφή ζωής των φοιτητών είχε κατά συνέπεια εξίσου φτωχύνει. Ωστόσο, δύο σημεία πρέπει να γίνουν αντιληπτά:
 Οι καθηγητές που δέχονται - όπως το κάνουν μαζικά - να υποταχθούν στη νέα τηλεματική δικτατορία και να παραδίδουν τα μαθήματά τους μόνο on line δεν διαφέρουν καθόλου από τους καθηγητές πανεπιστημίου οι οποίοι, το 1931, ορκίστηκαν πίστη στο φασιστικό καθεστώς. Όπως συνέβη τότε, είναι πιθανό πως μόνο δεκαπέντε στους χίλιους θα το αρνηθούν, αλλά σίγουρα τα ονόματά τους θα παραμείνουν στη μνήμη μαζί με εκείνα των δεκαπέντε εκπαιδευτικών που δεν ορκίστηκαν.  
 Οι φοιτητές που αγαπούν πραγματικά τη μελέτη θα πρέπει να αρνηθούν να γραφτούν σε ένα τέτοιο μεταλλαγμένο πανεπιστήμιο, συγκροτώντας, όπως στις απαρχές του, νέες universitates μέσα τις οποίες, απέναντι στην τεχνολογική βαρβαρότητα, θα μπορεί τότε μόνο να παραμείνει ζωντανός ο λόγος του παρελθόντος και να γεννηθεί - αν τύχει και γεννηθεί - κάτι σαν μια νέα κουλτούρα. 

Μετάφραση:  Σπύρος Σταβέρης


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...