KAINOTOPIO

KAINOTOPIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Ο αναλφάβητος των λουλουδιών


 

Θωμάς Τσαλαπάτης


Βρισκόμουν έξω από μιαν αίθουσα για ένα γρήγορο τσιγάρο πριν από την εκδήλωση. Μιλούσα με μια ποιήτρια της προηγούμενης γενιάς που μόλις είχαμε γνωριστεί. Για ποιήματα, για ποίηση, για θέματα σχετικά με την εκδήλωση. Και τότε εκείνη σταματάει τη φράση της και μου δείχνει λίγα λουλούδια που είχαν φυτρώσει σε έναν λοφάκο απέναντι από το σημείο που βρισκόμασταν: «Μα είναι μια παιώνια, κοίτα. Εχω χρόνια να δω κάτι τέτοιο στην πόλη», μου είπε δείχνοντάς μου ενθουσιασμένη. Και εγώ έμεινα απορημένος να κοιτώ το αγριολούλουδο χωρίς να ξέρω με ποιον τρόπο να συμμετάσχω στον ενθουσιασμό της.

Η εκδήλωση έγινε, κουβεντιάσαμε και στη συνέχεια φύγαμε περνώντας από το σημείο που βρισκόμασταν πριν. Ασυναίσθητα ξανακοίταξα το λουλούδι. Και δεν θυμόμουν πώς το είχε πει. Ακόμα και τώρα που το γράφω έχω την αίσθηση πως μάλλον ήταν άλλο λουλούδι με άλλο όνομα. Καθώς γύριζα προσπάθησα να μετρήσω τα λουλούδια, τα φυτά και τα δέντρα που μπορώ να αναγνωρίσω με βεβαιότητα και να τα ονοματίσω. Δεν θέλω να αναφέρω εδώ τον αριθμό. Ας περιοριστούμε στο γεγονός πως ήταν απογοητευτικός. Και αυτό που σκεφτόμουν είναι αυτός ο κοινός μας αναλφαβητισμός. Της δικής μου γενιάς, των νεότερων γενιών των πόλεων. Αποκομμένοι, απομονωμένοι σε έναν τόπο κατασκευασμένο αποκλειστικά από ανθρώπους, κατασκευασμένο αποκλειστικά για ανθρώπους. Δεν έχουμε λέξεις, δεν έχουμε εικόνες. Και τα δέντρα, τα φυτά, τα λουλούδια που μας περιβάλλουν, ξεραίνονται στην ανωνυμία. Γιατί η ανωνυμία είναι αδιαφορία και ό,τι δεν υπάρχει μέσα στη γλώσσα σύντομα μαραίνεται.

Παιδί της πόλης και μπαίνεις σε ένα δάσος. Νιώθεις. Μα δεν συνδέεσαι. Είσαι η αποκομμένη στιγμή μιας συνέχειας που έχει σταματήσει. Είναι οι διάσπαρτες εικόνες που δεν μπορούν να γίνουν αναμνήσεις γιατί δεν γίνεται να ονοματιστούν. Τα δέντρα και τα φυτά, ένα αδιόρατο πράσινο σε αποχρώσεις και παραλλαγές. Ενα ενιαίο τίποτα που σου δίνει μιαν αίσθηση πιο πολύ μέσα από την αντίθεση με την πόλη παρά την αίσθηση του δάσους καθαυτή. Κι όμως, άμα σταθείς, άμα συγκεντρώσεις τον εαυτό σου σε έναν παλμό, νιώθεις πως υπάρχει κάτι εκεί, κάπου μέσα και μέσα σου, κάτι για σένα. Κάτι παλιό που ψιθυρίζει στο βάθος χωρίς να γίνεται διακριτό. Είμαστε οι γενιές που καυχώνται περισσότερο για τη γνώση, για όλη αυτή την υπερσυσσώρευση πληροφοριών μες στο κεφάλι. Κι όμως, αρκεί ένα αγριόχορτο για να αποδείξει τον ουσιαστικό μας αναλφαβητισμό. Το πώς γεννηθήκαμε αποκομμένοι, το πώς συνηθίσαμε αδιάφοροι. Τα λουλούδια, τα δέντρα, τα φυτά είναι απλώς διακοσμητικά αυτού του κόσμου. Δεν κουβαλούν βιώματα, δεν κουβαλούν ούτε αφή ούτε μυρωδιά. Μοιάζει σαν εμείς οι ίδιοι να έχουμε μεγαλώσει μέσα στη συσκευασία ενός προϊόντος. Αλλά κάποια στιγμή βγαίνουμε στον πραγματικό κόσμο:

Κυπαρίσσι, αγγελική, κουκουναριά, πεύκο, πλάτανος, βρομοκαρυδιά, ψευδοακακία, δάφνη, λιγούστρο, ελιά, σοφόρα, θούγια, σφενδάμι.

Δεν μιλάω εδώ για μια εύκολη οικολογική ευαισθησία. Μιλάω για τον περιορισμό του κόσμου μας και κατ’ επέκταση για τη διεκδίκησή του. Για το πώς η άγνοια για αυτό που υπάρχει δίπλα και ανάμεσά μας περιορίζει τα σύνορα του επιστητού.

Καμπανούλες, ορνιθόγαλα, κυκλάμινα, κρινάκι, άλυσσο, ανεμώνες, στερνμπέργκιες, ιεροβότανο, λυχναράκια.

Δεν είναι ονόματα ή λέξεις. Είναι γράμματα μιας νεκρής γλώσσας, επιγράμματα σε πλάκες που φθείρει ο καιρός. Μιας γλώσσας που πρέπει να γραφτεί σε πορεία αντίστροφη της φθοράς. Να συλλαβιστεί σαν βρεφικό επιφώνημα που τείνει να γίνει λέξη. Διεκδικώντας μιαν άλλη ανθοφορία. Ή αυτό που γράφει ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής W. S. Merwin στο ποίημά του «Μαρτυρία»: Θέλω να διηγηθώ πώς/ ήταν τα δάση/ Θα πρέπει να μιλήσω/σε μια λησμονημένη γλώσσα.

https://www.efsyn.gr/nisides/anohyroti-poli/482647_o-analfabitos-ton-loyloydion

·         Print

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

«Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ»


Τον συγκεκριμένο «φιλόσοφο» δεν τον συμπαθώ καθότι είναι συχνά σφουγγοκωλάριος της κάθε εξουσίας με το αζημίωτο αλλά οι επισημάνσεις του στο συγκεκριμένο άρθρο έχουν ενδιαφέρον.

 Σε άρθρο γνώμης στη γαλλική επιθεώρηση Le Point, ο Λεβί, ένας από τους διασημότερους διανοούμενους της Ευρώπης, μας καλεί να αντλήσουμε βασικά διδάγματα από δύο ανάλογες πανδημίες, που σάρωσαν την υφήλιο τις δεκαετίες του 1950 και 1960 με εκατομμύρια θυμάτων και ανάλογες σκηνές χωρίς, τότε, να επιβληθούν δρακόντεια περιοριστικά μέτρα.

Ακολουθεί το άρθρο του μεταφρασμένο:

«Δύο πανδημίες, το 1957 και το 1968, συγκρίσιμες στο μέγεθος τουλάχιστον με την Covid19, που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός, έχουν διαγραφεί από τη μνήμη. Και τώρα ξανατροφοδοτούν τις στήλες. Τι μαθήματα μπορεί να αντλήσει κανείς;
Καλοκαίρι 1968. Ένας άγνωστος ιός σαρώνει την υφήλιο. Ξεκίνησε από την Κίνα για να προκαλέσει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο νεκρούς, εκ των οποίων 50.000 στις ΗΠΑ και τουλάχιστον 30.000 στη Γαλλία. Από τον ιό θα μολυνθεί κι ένας αρχηγός κράτους, ο (Δυτικογερμανός) Βίλι Μπραντ. Ελλείψει μασκών σιδηροδρομικοί υπάλληλοι τραβούν χειρόφρενο. Εμβολιασμοί γίνονταν εντατικά στα «πεζοδρόμια», αφηγούνται γιατροί, που ζουν μέχρι σήμερα. Τα θύματα πέθαιναν με «κυανωμένα χείλη» από πνευμονική αιμορραγία ή ασφυξία. Και το κακό εξαπλωνόταν τόσο γρήγορα που δεν υπήρχε χρόνος για να απομακρυνθούν τα πτώματα, που συσσωρεύονταν στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Ας είναι ειλικρινείς όσοι είχαν βιώσει αυτήν την πανδημία: Με εξαίρεση τους νοσηλευτές, δεν έχουν κρατήσει καμία ανάμνηση απ’ αυτή. Κι οι ζαλισμένοι με τον κορωνοϊό νεότεροι να σκεφτούν ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στα κανάλια γι’ αυτή την πανδημία, που είχε βαφτιστεί «γρίπη του Χονγκ Κόνγκ». Κι οι αρχειοθέτες ας το ελέγξουν: ο Τύπος της εποχής μιλούσε επί 18 μήνες γι’ αυτό το θέμα, αλλά χωρίς να θίξει το ενδεχόμενο περιοριστικών μέτρων και χωρίς να φανταστεί κανείς να βάλει τη ζωή στον πάγο.
1957-1958. Άλλη ανάμνηση. Η επιδημία, που εκείνη τη φορά είχε βαπτιστεί «ασιατική γρίπη», ξεκίνησε από τις επαρχίες Γκουϊζού και Γιουνάν, δηλαδή και πάλι από την Κίνα. Πέρασε από το Ιράν, την Ιταλία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ. Και δεν χρειάστηκε πάνω από έξι μήνες για να κάνει το γύρο του κόσμου. Δύο εκατομμύρια νεκροί συνολικά, ιδιαιτέρως δε διαβητικοί και καρδιοπαθείς. 100.000 στις ΗΠΑ, μεταξύ 25.000 και 100.000 στη Γαλλία. Σκηνές τρόμου σε πενιχρά εξοπλισμένα, «γονατισμένα» νοσοκομεία. Όμως, παρά τη φρίκη, παρά το πένθος, παρά τη συζήτηση στο Συμβούλιο του Παρισιού, όπου σχεδίαζαν, χωρίς τελικά να καταλήξουν, στο κλείσιμο ορισμένων σχολείων, δεν ελήφθησαν ούτε τότε περιοριστικά μέτρα. Το θέμα απασχολούσε τις εφημερίδες, χωρίς να επισκιάζει όμως τον πόλεμο της Αλγερίας, ούτε την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης ούτε την επιστροφή του Ντε Γκολ στην εξουσία. Και ένα πολύ περίεργο φαινόμενο μ’ αυτή την πανδημία ήταν ότι και αυτή διαγράφηκε από τη μνήμη μας.

Αυτά τα δύο προηγούμενα, με την ανησυχητική ομοιότητα με την παρούσα κατάσταση, μας υπενθυμίζουν κάτι προφανές: το θέαμα κυριαρχεί. Κι ένα γεγονός δεν είναι «ιστορικό», δεν «αλλάζει τον κόσμο» και δεν διαχωρίζει το «πριν» από το «μετά» παρά μόνον στο βαθμό που θα το αποφασίσουν τα ΜΜΕ μέσα στην αυτοεκπληρούμενη μέθη τους.
Αλλά θα αντλήσουμε, πάνω απ’ όλα, δύο συμπεράσματα.
Το πρώτο είναι ότι ο πλανήτης έχει προοδεύσει. Θεωρεί ανυπόφορες τις εκατόμβες θυμάτων, που εμφανίστηκαν χθες στη φυσική τάξη πραγμάτων. Η ανησυχία για τη Δημόσια Υγεία έχει γίνει κυρίαρχη αποστολή για τα κράτη στον ίδιο βαθμό με την ασφάλεια ή τα ζητήματα ειρήνης και πολέμου μεταξύ εθνών. Κινητοποιούνται τεράστιοι πόροι, όπως και στην περίπτωση του AIDS – το οποίο παρεμπιπτόντως προκάλεσε συνολικά 25 εκατομμύρια θανάτους – για την ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων. Κι η ανθρωπότητα, ως ένας άνθρωπος, προτάσσει τη ζωή από την οικονομία. Αυτό είναι θαυμάσιο.
Αλλά, από την άλλη πλευρά, το παρατραβάμε λίγο με το θέμα της «άνευ προηγουμένου πανδημίας». Απατώμεθα όταν μας λένε ότι μ’ αυτήν την Covid-19 αντιμετωπίζουμε «τη χειρότερη υγειονομική καταστροφή εδώ και έναν αιώνα». Εκτός και υπάρξει κάποια επιτάχυνση [στην εξάπλωσή της επιδημίας], που δεν αναμένουν προς το παρόν οι ειδικοί, απέχουμε ακόμη πόρρω, σε μια χώρα όπως η Γαλλία, από τα νούμερα του 1958 και του 1968. Και το έτερο συμπέρασμα είναι – κι αυτή η παρατήρηση είναι λιγότερο ευχάριστη – ότι υπάρχει κάποια υπεραντίδραση και πανικός στη στάση μας σήμερα.
Σχετίζεται λοιπόν μ’ αυτό; Είναι η έμμονη ιδέα ή αναπόφευκτη άλλη όψη του νομίσματος της προόδου; Ή είναι ακόμη δυνατόν να έχουμε τη μία (τη νέα ιδέα, όχι μόνον στην Ευρώπη, αλλά και στις πιο φτωχές ηπείρους ότι τίποτε δεν είναι υπέρτερο μιας ζωής) χωρίς κατ’ ανάγκη να ενδίδουμε στην άλλη (μια ανθρωπότητα τρομοκρατημένη, η οποία με το ρυθμό που προχωρά η μόλυνση των απόψεων, θα αποδεχθεί μια μέρα ως προφανές το κλείσιμο των συνόρων, τη δυσπιστία έναντι των άλλων ή την ψηφιακή «ιχνηλάτηση»;
Για να γίνει το δεύτερο θα πρέπει να μάθουμε να τηρούμε αποστάσεις ασφαλείας από τα αντι-κοινωνικά δίκτυα και τον πυρετό των fake news.
Θα πρέπει να ξανασκεφτούν οι ιθύνοντες των ΜΜΕ τη σκηνοθεσία, που προκαλεί άσκοπα άγχος, ενός παγκόσμιου και ημερήσιου απολογισμού νεκρών, στον οποίο ουδέποτε έχουμε υποβληθεί επί παραδείγματι αναφορικά με τα θύματα του καρκίνου.
Θα πρέπει όλοι μαζί να αναρωτηθούμε αν η δίκαιη μάχη κατά της επιδημίας απαιτεί πραγματικά το μπλακ-άουτ στα μυαλά μας για την επιστροφή του ISIS στη Μέση Ανατολή, την πρόοδο της ρωσικής και κινεζικής αυτοκρατορίας ή την ολέθρια αποδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι βασικό, χωρίς να αμφισβητούμε τις θυσίες των νοσηλευτών μας και του υπόλοιπου προσωπικού των νοσοκομείων, να βάλουμε στην ατζέντα των μελλοντικών μας συζητήσεων το θέμα ποια προνόμια, αλλά και ποια δικαιώματα και ελευθερίες είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε στον βωμό του ονείρου μας για ένα υγειονομικό Κράτος, που θα μας θεραπεύει απ’ όλα μέχρι τον θάνατο.
Κι έπειτα, αν αληθεύει ότι το να κυβερνάς δεν σημαίνει μόνον να προβλέπεις, αλλά και να επιλέγεις, δεν θα ήταν ανώφελο, τελικά, οι ιθύνοντες στα κέντρα αποφάσεων να έχουν το θάρρος να πουν ποιο θα είναι το κόστος της διακοπής της παραγωγής, αν γενικευθεί, όσον αφορά την καταστροφή του πλούτου με τη συνεπαγόμενη μαζική ανεργία, την εξαθλίωση, τα δεινά για την κοινωνία, τις ανθρώπινες ζωές.
Είναι ερωτήματα δύσκολα. Και υπό πολλές απόψεις, τρομερά.
Αλλά, είναι εκείνα που οφείλει να θέσει μια υπεύθυνη και άξια του ονόματός της δημοκρατία, εκτός κι αν ενδώσει στη μέθη του πολέμου κατά του ιού με τις αμέτρητες παράπλευρες απώλειες…».

Επιμέλεια μετάφρασης Τρύφωνας Καϊσερλίδης 



Τρίτη 7 Απριλίου 2020

«Πρέπει να κρατάμε τις κυβερνήσεις υπόλογες. Πρέπει να έχουμε γερή μνήμη»


Η Τζένιφερ Κουκ είναι ακαδημαϊκός, ποιήτρια και επίκουρη καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Λάφμπορο του Λονδίνου. Η διδακτορική της έρευνα «The legacies of plague» («Oι κληρονομιές της Πανούκλας»), για τις πολιτιστικές αναπαραστάσεις των επιδημιών διαχρονικά, κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Palgrave-Macmillan. Μιλάει στην «Εφ.Συν.» για τις ομοιότητες και τις διαφορές όσων ζούμε σήμερα με τους ιστορικούς «χρόνους της πανούκλας» και επιδημίες του πρόσφατου παρελθόντος.
• Στο βιβλίο σας γράφετε για το μεγάλο ξέσπασμα βουβωνικής πανώλης στην Ευρώπη το 1665. Υπάρχουν παραλληλισμοί με όσα συμβαίνουν σήμερα;
Υπάρχουν. Οπως τότε, έτσι και εμείς σήμερα δεν έχουμε θεραπεία για τον Covid-19. Oπως η πανούκλα τότε, έτσι και ο Covid-19 έχει υψηλή μεταδοτικότητα και μπορεί να αποβεί μοιραίος. Παρομοίως στο παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί μέτρα καραντίνας για να ελεγχθούν επιδημίες. Δελτία Θνησιμότητας τοιχοκολλούνταν τακτικά και ο κόσμος παρακολουθούσε την πορεία της ασθένειας με εβδομαδιαία καταμέτρηση θανάτων, όπως σήμερα παρακολουθούμε καθημερινά τον αριθμό των κρουσμάτων και των νεκρών.
Συμβούλευαν τον κόσμο να αποθηκεύει προμήθειες σπίτι του και πρόσφατα είδαμε αντίστοιχες πρακτικές, που άδειασαν τα ράφια των σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν όμως και πολλές διαφορές: σήμερα έχουμε πολύ μεγαλύτερες ιατρικές γνώσεις, ελπίζουμε στην εύρεση εμβολίου και νοσηλεύουμε τα σοβαρά κρούσματα με αναπνευστήρες. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν περισσότερα μέτρα για τους πολίτες, σε επίπεδο οικονομικής βοήθειας, από ό,τι είχε γίνει σε περιόδους επιδημιών στο παρελθόν.
• Στην Ευρώπη αναπτύσσεται έντονος διάλογος για το κατά πόσο τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται στο όνομα της καταπολέμησης της πανδημίας μπορεί να οδηγήσουν σε νέες μορφές κρατικού ολοκληρωτισμού και επιτήρησης. Συμμερίζεστε τέτοιους φόβους; Συνέβη κάτι αντίστοιχο στο παρελθόν;
Η καραντίνα της πανώλης ήταν αυστηρή και κουβαλούσε στίγμα: τα νοικοκυριά που είχαν χτυπηθεί από τη νόσο είχαν έναν σταυρό ζωγραφισμένο στις πόρτες τους, οι άνθρωποι παρακολουθούνταν και οι μολύνσεις τους καταγράφονταν.
Βλέπουμε παρόμοια μέτρα σήμερα, με την αστυνομία να αναλαμβάνει επιπλέον εξουσίες, νομοθετήματα ανάγκης που επισφραγίζουν τον έκτακτο κρατικό έλεγχο πάνω στις ζωές μας, σε κάποιες χώρες βλέπουμε ήδη τον στρατό στους δρόμους. Αυτά τα μέτρα δεν είναι καθόλου ασυνήθιστα κατά τη διάρκεια επιδημιών. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε όλοι σε επαγρύπνηση.
Οταν εκχωρούνται πολιτικές ελευθερίες, μπορεί να χρειαστεί μεγάλος δρόμος να ξανακερδηθούν. Πρέπει να θεωρούμε τις κυβερνήσεις υπόλογες αν δεν επαναφέρουν αμέσως όλα μας τα δικαιώματα και αν δεν απεκδυθούν τις πρόσφατες υπερ-εξουσίες που χάρισαν στον εαυτό τους και στην αστυνομία όταν ο ιός τεθεί υπό έλεγχο. Πρέπει να έχουμε γερή μνήμη.
Η πιο επικίνδυνη είναι η ψηφιακή παρακολούθηση. Στη Μεγάλη Βρετανία αναπτύσσεται μια νέα ψηφιακή εφαρμογή που μπορεί να «ιχνηλατήσει» τους φορείς του ιού κι όσους έχουν έρθει σε επαφή μαζί τους. Αυτό από την άποψη της δημόσιας υγείας μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό, είναι όμως πάρα πολύ επίφοβο όσον αφορά την πρόσβαση σε ιατρικά δεδομένα, τη γεωγραφική παρακολούθηση και, εν δυνάμει, τη στοχοποίηση των πιο ευάλωτων.
• Ποιες ήταν οι πιο συνηθισμένες επιπτώσεις μεγάλων επιδημιών στο παρελθόν;
Στην Κίνα έχουν γεμίσει με ζωάκια που τα εγκαταλείπουν οι ιδιοκτήτες τους. Σε όλο τον κόσμο, καθώς οι γυναίκες κλείνονται σπίτι με συντρόφους που τις κακοποιούν, η ενδο-οικογενειακή βία έχει εκτοξευτεί. Στη Μεγάλη Βρετανία οι νοσηλεύτριες και νοσηλευτές του Eθνικού Συστήματος Υγείας δέχονται κακοποίηση από κόσμο που φοβάται ότι θα μεταφέρουν τον ιό από τον χώρο εργασίας τους στην κοινότητα.
Αντίστοιχη δυσπιστία προς τους υγειονομικούς, που τους θεωρούσαν ξενιστές του ιού, είχε διαπιστωθεί και στο Κονγκό κατά τη διάρκεια της επιδημίας του Εμπολα. Ο κόσμος αντιδρά στις επιδημίες και στα μέτρα που φέρνουν με ένα ποικίλο φάσμα συμπεριφορών, από την απόγνωση μέχρι τα βακχικά όργια.
• Σε πρόσφατο άρθρο σας αναφέρεστε και σε θετικές αντιδράσεις, όπως η ευγένεια μεταξύ μας, η ενδυνάμωση των κοινοτικών δικτύων, πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.
Βλέπουμε τις πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης να ανθούν. Στο Ανατολικό Λονδίνο, όπου ζω, λειτουργούν ομάδες στο WhatsApp και στο Facebook όπου μπορείς να απευθυνθείς για βοήθεια. Μέχρι τώρα δεν έχω δει ούτε ένα αίτημα να μένει αναπάντητο.
Τοπικά δίκτυα φροντίζουν ευπαθή άτομα ή όσους είναι σε αυτοπεριορισμό. Μαθαίνουμε για μικρές ιστορίες καλοσύνης, όπως για τον άνθρωπο που άφηνε κουτιά με προμήθειες στις οροφές των αυτοκινήτων στο πάρκινγκ του τοπικού νοσοκομείου, για τους εργαζόμενους εκεί. Πολλές επιχειρήσεις προσφέρουν δωρεάν υπηρεσίες ή εκπτώσεις σε υγειονομικούς. Η πρόκληση για το μέλλον είναι να κρατήσουμε τους κοινοτικούς δεσμούς ζωντανούς κι όταν επιστρέψουμε στην καθημερινότητα να θυμόμαστε να φροντίζουμε τα ευάλωτα μέλη στις κοινότητές μας.
• Είναι όντως το «τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε»;
Οι επιδημίες ευνοούν τα αποκαλυπτικά και μετα-αποκαλυπτικά οράματα. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή η εικόνα της πανδημίας είναι από μόνη της πολύ δυνατή αισθητικά: άδειοι δρόμοι, στόλοι περιπολικών και ασθενοφόρων, μεγάλα συνεδριακά κέντρα που μετατρέπονται σε νοσοκομεία, πρόχειρα νεκροτομεία και ψυγεία για τα πτώματα, ειδικές στολές προστασίας, στρατός και αστυνομία σε κάθε γωνία. Αλλά δεν νομίζω ότι έρχεται το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε.
Οι πανδημίες έχουν έρθει και έχουν φύγει ξανά στο παρελθόν, και ο κόσμος τις ξεπέρασε. Ομως είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που έχει αποτύχει είναι τα σημερινά συστήματα διακυβέρνησης.
Δεν κατάφεραν ποτέ στο παρελθόν ούτε να προστατεύσουν τους πιο ευάλωτους, ούτε να πληρώνουν τους ανθρώπους αξιοπρεπή μισθό για τη δουλειά που κάνουν, ούτε να επενδύσουν σε ένα θωρακισμένο σύστημα υγείας, ούτε να χρηματοδοτήσουν επαρκώς την κοινωνική πρόνοια. Αυτό που μετράει ως «πολύτιμη» εργασία αναθεωρείται πολύ έντονα σε μια επιδημία. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.
Είναι καιρός να επαναξιολογήσουμε τι είναι σημαντικό - και ως προσωπικότητες και ως κοινωνία. Αξίζει να τα σκεφτούμε όλα αυτά τώρα, πριν γίνουν ορατές σε όλη τους την έκταση οι χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις όσων έχουν συμβεί στην οικονομία. Επειδή δανειζόμαστε χρήματα από το μέλλον για να καλύψουμε τα τωρινά μέτρα, πρέπει να σκεφτούμε πολύ προσεκτικά πώς θα εξισορροπηθεί αυτός ο λογαριασμός και ποιοι είναι ηθικά σωστό να επωμιστούν το περισσότερο βάρος.
Τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ως απάντηση στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, έπληξαν πιο σκληρά από όλους τούς πιο φτωχούς. Αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβεί ξανά, στον αντίκτυπο του Covid-19. Πρέπει να σκεφτούμε πώς οργανώνουμε τις κοινωνίες μας, πώς πληρώνουμε συλλογικά για τις πραγματικές μας ανάγκες, πώς μπορούμε να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια και να υπερασπιζόμαστε τους πιο ευάλωτους, πώς διανέμουμε τον πλούτο και τα αγαθά.


Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Γυάρος ιστορική, αρχαιολογική, οικολογική


Συντάκτης: 
Ελπίζω να μην επικρατήσει η σαρωτική γνώμη των «αρμοδίων» να μετατρέψουν το κάποτε κολαστήριο της νήσου Γυάρου σε τόπο οικιστικό ή υποδέκτη αιολικών πάρκων και άλλων ανέμπνευστων και ανιστορικών προτάσεων, που κυοφορούνται αλλά και διαδίδονται από τους εκσυγχρονιστικούς νόες πολλών τυχάρπαστων και γυρολόγων του πολιτισμού και του πνεύματος.
Η Γυάρος (ή Γιούρα) είναι τόπος μνήμης εθνικής· εκεί άφησαν τα κόκαλά τους ή βασανίστηκαν χιλιάδες, δήθεν επικίνδυνοι για την εθνική ακεραιότητα της χώρας, κομμουνιστές και αγωνιστές κατά της γερμανικής μπότας αλλά και κατά την περίοδο της χούντας (και ενδιάμεσα).
Χθες, στο συνέδριο που διοργάνωσε στο Βυζαντινό Μουσείο η Εφορεία Κυκλάδων με θέμα «Περί των Κυκλάδων νήσων», ο πρώην εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας «Εστία» (!), Αδωνις Κύρου, πρότεινε όλο το νησί να κηρυχθεί διατηρητέο και το καλοκαίρι να διοργανώνονται εκεί σεμινάρια με αρχαιολογικό, ιστορικό και οικολογικό περιεχόμενο -διατηρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι μόνο η ιστορική μνήμη, που μερικοί θέλουν να την εξαφανίσουν, αλλά και αξιοποιείται ένα ερημονήσι αποκτώντας τεράστια εμβέλεια στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Παρότι το 2001-2002 χαρακτηρίστηκε ως ιστορικός τόπος, αποχαρακτηρίστηκε το 2011 για να γίνουν εκεί επενδύσεις σε αιολικά πάρκα. Θα ήταν έγκλημα. Και να που ένας πολίτης, αμέτοχος της αριστερής ιδεολογίας, έρχεται να ανοίξει τα μάτια μας καταθέτοντας την έξοχη αυτή πρόταση. Ευκαιρία να δείξει η κυβέρνηση την ευαισθησία της απέναντι στην Ιστορία και τους αμέτρητους νεκρούς και βασανισμένους του νησιού.
Ως τόπος διαθέτει μοναδική βιοποικιλότητα - συνδυάζει άγρια ομορφιά με τις εναλλαγές του τοπίου, εκεί εξάλλου «κατοικεί» ο σημαντικότερος πληθυσμός της μεσογειακής φώκιας (ήταν ο κύριος λόγος να ενταχθεί στις προστατευόμενες περιοχές Natura 2000). Επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι θα μπορούσε να γίνει ένα θαυμάσιο θαλάσσιο πάρκο σε συνεργασία με τις κοινότητες της Σύρου και της Ανδρου (και ίσως της Κύθνου και της Τζιας - όλα σε κοντινή απόσταση).
Ο Αριστοτέλης τη γνώριζε. Επιγραφή που βρέθηκε (και αναγνώστηκε) στον ερειπιώνα της αρχαίας πολίχνης δείχνει λατρεία προς τη Μυχία Αφροδίτη, ενώ είναι πιθανή και η λατρεία της Αρτέμιδος. Στη ρωμαϊκή εποχή ήταν τόπος εξορίας, έτσι άγρια και αλίμενη που είναι. Επί αυτοκράτορα Τιβερίου πολλοί δύστυχοι εκτοπίστηκαν στο νησί, ενώ επί Νέρωνος εξορίστηκε και ο γλυκύτατος και γαλήνιος στωικός φιλόσοφος Μουσώνιος Ρούφος (επέζησε χάρη σε μια κρήνη που ανακάλυψε). Σε έναν από τους οικισμούς της είχε καταπλεύσει και ο ακούραστος γεωγράφος Στράβων.

Ολα αυτά μπορούν να αναδειχτούν κάλλιστα εάν κηρυχθεί όλο το νησί διατηρητέο, όπως προτείνει ο κ. Κύρου (και όχι κάποιος από τον πολιτιστικό τομέα της κυβέρνησης) και εάν στη συνέχεια διαμορφωθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να φιλοξενεί επιστήμονες και απλούς επισκέπτες από όλον τον κόσμο με τη διεξαγωγή σεμιναρίων υψηλής ποιότητας, τόσο στον αρχαιολογικό όσο και στον ιστορικό αλλά και στον οικολογικό προσανατολισμό τους. Πολιτική βούληση χρειάζεται. Υπάρχει;

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Loreak-Λουλούδια


Η υποβολή της Ισπανίας για ξενόγλωσσο Όσκαρ 2016, γυρισμένη  εξ ολοκλήρου στη βασκική γλώσσα, μπορεί να μην κατάφερε να μπει στη μικρή λίστα των 9, που οδηγούσε στην πεντάδα, αλλά είναι μια πετυχημένα υπαινικτική ταινία χαρακτήρων που διαθέτει κισλοφσκικές,  δημιουργικά αφομοιωμένες, επιρροές. Η ιστορία του σκηνοθετικού/σεναριακού διδύμου Jon GaranoJose Mari Goenaga, δημιουργών της ταινίας “Loreak”, που στα ελληνικά σημαίνει Λουλούδια, χρησιμοποιεί τα λουλούδια σαν σεναριακό εύρημα πολλαπλών νοηματοδοτήσεων.


Στην αρχή τα λουλούδια αποτελούν ένα άλυτο μυστήριο: η Άνε (Nagore Aranburu), μια 45άρα μηχανικός, σε  πρόωρη εμμηνόπαυση ζει μια αδιάφορη συζυγική και επαγγελματική ρουτίνα. Ξαφνικά όμως αρχίζει να λαμβάνει κάθε εβδομάδα μια ανθοδέσμη από άγνωστο αποστολέα, κάτι που προοδευτικά αναστατώνει θετικά την μίζερη καθημερινότητά της. Η Άνε θα ανακαλύψει όμως τον αποστολέα, ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ, όταν αυτός σταματήσει να της στέλνει λουλούδια λόγω ενός τραγικού δυστυχήματος. Ο Μπενιάτ, (Josean Bengoetxea),  ένας συνάδελφός της που χειρίζεται τον τεράστιο γερανό στο εργοτάξιο, είναι ο κρυφός θαυμαστής της: την παρακολουθεί από ψηλά, έχει φυλάξει ένα μενταγιόν που εκείνη έχασε και φανερώνεται ότι έψαχνε να εκδηλώσει, με την αποστολή των λουλουδιών, με ντελικάτη ανωνυμία τον «απαγορευμένο» έρωτά του. Γιατί ήταν κι αυτός παντρεμένος, παγιδευμένος σε μια διαρκή οικογενειακή κόντρα ανάμεσα στη γυναίκα του, της Lourdes (Itziar Ituno)  και την αδιάκριτη, στριμμένη μητέρα του, Tereza (Itziar Aizpuru).


Μετά το μοιραίο ατύχημα η ταινία βρίσκει το κέντρο βάρους της και αναπτύσσει υποδειγματικά, λόγω του υπαινικτικού, χωρίς μελοδραματισμούς, σεναρίου της, το βασικό θέμα της: Πόσο «ζει» ένας νεκρός στην μνήμη των οικείων του μετά το θάνατο του; Πότε εξασθενίζουν και σβήνουν οι χειρονομίες για τη διατήρηση της μνήμης του; Πόσο άβολο μπορεί να είναι να βρεθείς με τη σκόνη (καύση νεκρού) του άντρα σου τρία χρόνια μετά το θάνατο του; Τα κισλοφσικά παιχνίδια της τύχης και η διαχείρισή τους από τους ήρωες της ταινίας νοηματοδοτούν με ενάργεια το βασικό της θέμα και σκιαγραφούν δευτερογενείς παρενέργειες: τις απρόβλεπτες διαδρομές της επιθυμίας, τη διαχείριση της απώλειας, την ανείπωτη θλίψη της μοναξιάς.   Ξεχωριστής μνείας αξίζει ότι οι τρεις πρωταγωνιστικοί γυναικείοι ρόλοι του έργου είναι πολύ καλά δομημένοι με τις τρεις ηθοποιούς να πετυχαίνουν τόσο ώριμες όσο και συγκροτημένες ερμηνείες. Η ταινία εξακολουθεί να παίζεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο  «Νιρβάνα», αλλά μάλλον διανύει την τελευταία εβδομάδα προβολής της.    

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Πρόσκληση σε γεύμα με τον Κωστή Παπαγιώργη



Αυτές τις  μέρες που ο καθένας λίγο πολύ βρίσκεται ή θα βρεθεί σε κάποιο γιορτινό τραπέζι, θυμήθηκα μια πολύ παλιά πρόσκληση σε γεύμα με τον Κωστή Παπαγιώργη  από τη στήλη του περιοδικού Έψιλον της Ελευθεροτυπίας,  που επιμελείτο η δημοσιογράφος Σίσσυ Αλωνιστριώτου το μακρινό 1997. Ο Κωστής Παπαγιώργης, πραγματικό ονοματεπώνυμο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, ιδιοσυγκρασιακός και σημαντικός, σε μια χώρα που συνήθως μηρυκάζει αλλότρια φληναφήματα, άφησε το μάταιο αυτό κόσμο, όχι πλήρης ημερών, σε ηλικία μόνο 67 ετών,  στην αρχές αυτής της χρονιάς που εκπνέει.  Ίσως ενστικτωδώς γνωρίζοντας πως θα φύγει νωρίς, άρχισε, όταν ξέκοψε οριστικά από το ποτό, να δημοσιεύει με καταιγιστικό ρυθμό τα «βιβλιαράκια» του,τις περισσότερες φορές πολύ πιο σημαντικά από ογκώδεις τόμους ομότεχνών του.   Τιμώντας τη μνήμη του (Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας 21 Δεκεμβρίου 1947-Αθήνα 21 Μαρτίου2014)αναδημοσιεύω την  συνέντευξη στο τότε  σπίτι του στο Χαλάνδρι στους δημοσιογράφους Δ. Αναστασόπουλο και Γ. Καρουζάκη.  Η συνέντευξη αυτή είχε αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του  «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» για τον Παπαδιαμάντη.

 Πρέπει να σκεφτείς ότι η επανάσταση ξεκίνησε από έξω, από τους Έλληνες του εξωτερικού απ’ τις παραδουνάβιες περιοχές και από έναν αξιωματικό του τσάρου, τον Υψηλάντη. Συνεχίστηκε από τους Έλληνες και τελείωσε από τους ξένους, δηλαδή ήταν μια επανάσταση που κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε.

– Υπήρχε κάποιος πολιτικός λόγος για τον οποίο μια μερίδα Ελλήνων αρνούνταν το ρόλο της επανάστασης;

– Υπήρχε ένας ισχυρότατος λόγος. Ο πατριάρχης ήταν ανώτατος αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε την απόλυτη ευθύνη για το χριστιανικό βιλαέτι που περιελάμβανε Έλληνες, Αρμένηδες, Σέρβους, Βούλγαρους. Από την αρχή, η Ορθοδοξία είχε διεθνικό χαρακτήρα. Κι ακόμα σήμερα, ο πατριάρχης μιλάει για όλους τους ορθοδόξους. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτικό στοιχείο. Το Πατριαρχείο τότε, λίγο πριν από την επανάσταση, έκανε μια σειρά από σχολεία σε όλες τις παραδουνάβιες περιοχές, στην Ιταλία, στην Ιωνία. Περίμενε με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ελευθερωθεί όλος ο ελληνισμός, όχι ένα ελλαδικό κομμάτι. Η Γαλλική Επανάσταση μας “έκαψε”, κατά μια άποψη, ή τουλάχιστον μας ελευθέρωσε.

– Ποια είναι η σχέση αυτής της ιστορικής κατάστασης με τη σημερινή πραγματικότητα;

Υπάρχει μια θεωρία του Κιτσίκη που λέει ότι αν Τούρκοι, Σέρβοι, Έλληνες και Σύριοι είχαν κάνει μια ομοσπονδία, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη δύναμη. Επειδή όμως το πήρανε χαμπάρι οι Δυτικοί, ότι μπορεί να συμβεί αυτό, το “πετσοκόψανε”. Πρόκειται περί ενός πολύ σημαντικού ζητήματος που μας απασχολεί ακόμα και σήμερα. Αυτό οραματιζότανε ο Ρήγας. Όταν μιλάει για ελευθερία δεν αναφέρεται μόνο στους Έλληνες. Λέει: Βούλγαροι, Τούρκοι, όλοι. Όλα αυτά καταστραφήκανε με τον Κοραή.

– Τώρα, κατά κάποιον τρόπο, έχει ξαναρχίσει η κουβέντα αυτή...

– Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτή η κουβέντα, απλά την πνιγούνε εδώ γιατί δεν μας συμφέρει. Εμείς είμαστε ένα δυτικό τσογλανοκρατίδιο, ενώ η μοίρα μας και η θέση μας ήταν στην Ανατολή.
– Συγγνώμη, αλλά οι απόψεις σας δείχνουν να συμπίπτουν μ’ εκείνες των λεγόμενων νεορθόδοξων;

– Δεν υπάρχουν νεορθόδοξοι. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μόνος ο οποίος δεν είναι νεορθόδοξος, αλλά πιστός στο πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας. Τα άλλα, περί νεορθόδοξων, είναι δημοσιογραφία. Ξέρεις τι σημαίνει 4ος αιώνας; Ποιοι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας; Ο Πλωτίνος είναι αρχαίος Έλληνας. Μα ο Μέγας Αθανάσιος, 100 χρόνια μετά, δεν είναι αρχαίος Έλληνας; Αυτά έλεγε ο Παπαδιαμάντης, αλλά τα θάψανε.

– Άρα, η ιστορία πρέπει να αποκατασταθεί...

– Τι να αποκατασταθεί, αποκατεστημένη είναι. Υπάρχουν τα κείμενα. Αφού υπάρχει ο Παπαδιαμάντης, δεν μπορεί να είναι ξεχασμένα. Απλώς, ο Νεοέλληνας, επειδή τον έχουν κάνει ανυποψίαστο, δεν το θυμάται αυτό.

– Ας υποθέσουμε ότι τα μαθαίνει όλα αυτά. Σε τι θα του χρησιμεύσουν τώρα, με τα προβλήματα που υπάρχουν;

Όταν δεν ξέρεις το παρελθόν, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται. Ακόμα, ο Πάγκαλος μια μέρα, επειδή προσέχω τι λέει, μίλησε για ενδιάμεση περιοχή, ενώ η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα στο βάθος, το οποίο δεν δέχεται καμία Ευρωπαϊκή Κοινότητα να το θέσει, ούτε μπορεί να τεθεί πια. Το πρόβλημα υπάρχει ως πνευματικό ζήτημα, δεν έχει πολιτική  χρησιμότητα. Αλλά, αν τα σκεφτείς όλα αυτά, θα ανακαλύψεις μια βιβλιοθήκη από δω μέχρι το Χαλάνδρι, την οποία δεν την κοιτάει ποτέ κανείς – τους Πατέρες της Εκκλησίας, για παράδειγμα. Είναι ελληνικά όλα αυτά.

– Μπορείτε να αναφέρετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα;

– Προχθές, άκουγα κάποιον που μιλούσε για τους Ολυμπιακούς αγώνες και αναφερόταν σ’ ένα λαό ο οποίος έχει βγάλει τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Όμηρο, το Μιλτιάδη. Μετά απ’ αυτούς ανέφερε το Σολωμό. Σκέφτεσαι: απ’ τον Μέγα Αλέξανδρο, 3ο αιώνα π.Χ., ίοαμε τον 18ο αιώνα, δεν υπήρξε τίποτα ανάμεσα; Αυτή είναι η θεωρία του Κοραή, η θεωρία του νεοελληνικού κρατιδίου. Μετά τους αρχαίους, γίνεται ένα πήδημα και φτάνουμε εδώ. Το ενδιάμεσο διάστημα είναι ντροπή και σκοτάδι, πρέπει να εξαλειφθεί.
– Ο Καστοριάδης, αν θυμάστε, έλεγε ότι το Βυζάντιο είναι Μεσαίωνας...

– Ο Καστοριάδης, επειδή ακριβώς δεν είναι Έλληνας, δεν δέχεται τίποτε απ’ όλα αυτά. Εδώ μιλάμε για μας που ζούμε σε αυτή τη χώρα και που μιλάμε ελληνικά. Ο Καστοριάδης γράφει γαλλικά, μιλάει γαλλικά και ζει ως Γάλλος. Αυτή ήταν η θεωρία του Νίτσε, ο οποίος ήταν καθηγητής στη Γερμανία. Εδώ, εμείς, χθες βγάλαμε τη φουστανέλα. Πότε φόρεσαν ευρωπαϊκά ρούχα οι Έλληνες; Χθεσινά είναι αυτά τα πράγματα, ούτε δυο αιώνες πριν.

– Η Δύση, δηλαδή, μόνο μας έβλαψε; Δεν περνάμε κι εντελώς άσχημα.

Το νεοελληνικό κρατίδιο στήθηκε με βάση ξένα λεφτά. Οι Ευρωπαίοι μάς πήραν στα σοβαρά όταν πήραμε το πρώτο δάνειο από την Αγγλία. Από τότε άρχισε το Σίτυ να λέει: Μήπως εκεί μπορούμε να κάνουμε καλές επενδύσεις; Μήπως μπορεί να στηθεί μια τράπεζα; Έχουμε μια ιστορία 15 αιώνων ντροπής. Οφείλεις να την ξέρεις. Όπως είναι και το θέμα της ελληνικής ταυτότητας. Τι είναι όλοι αυτοί έξω; Αρχαίοι Έλληνες; Αν δεν ξέρεις τους αρχαίους Έλληνες, αν δεν σε ενδιαφέρει η θρησκεία και το γλωσσικό ζήτημα, πρέπει να αναρωτηθείς: πώς εσύ μιλάς ελληνικά; Δεν μπορεί να σου κάνανε μια ένεση! Αν αρνείσαι να το ξέρεις, σημαίνει ότι φοβάσαι. Να μάθεις γιατί μιλάς ελληνικά σήμερα.

– Πώς φτάσαμε στο γλωσσικό ζήτημα;

– Το γλωσσικό ζήτημα, όπως τέθηκε, ήρθε από τη Γαλλία. Το γλωσσικό ζήτημα το είχε λύσει η Εκκλησία, αυτό υποστηρίζει ο Παπαδιαμάντης. Αν δεις τα συναξάρια, τον τρόπο που είναι γραμμένα, θα ανακαλύψεις μια γλώσσα κατανοητή – είναι κράμα βέβαια, αλλά την καταλαβαίνεις κι εσύ, και η γιαγιά σου ακόμα. Αυτή τη γλώσσα την “πνίξανε”, φέρανε από την Γαλλία αρχές και είπανε: να η λαϊκή γλώσσα. Αυτό λέει ο Παπαδιαμάντης: εμείς είμαστε εδώ οι συνεχιστές, κι έρχεται ένας από το Παρίσι και μας διδάσκει πώς να μιλάμε.

– Λέτε σε κάποιο σημείο ότι ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να μεταφραστεί...

– Αν μεταφραστεί, τελείωσε. Όλο το κόλπο είναι ότι η γλώσσα του μιλάει από λυρικά, πλατωνικά μέχρι... Είναι ένα φοβερό κράμα· άμα λείψει, για παράδειγμα, η λέξη εαρισμός αντί για έρωτα, που είναι ομηρικό, τελείωσε, δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να γίνει μετάφραση τέτοιας γλώσσας.

– Όμως ο κόσμος του, η θρησκεία, οι δεισιδαιμονίες, η ζωή σ’ ένα ψαροχώρι, τι μπορεί να μας προσφέρει;

– Αν διαβάσεις τον Όμηρο βλέπεις ότι μιλάει για το Δωδεκάθεο και τις ανθρωποθυσίες. Τα πιστεύεις όλα αυτά; Ο Ντοστογιέφσκυ γράφει για παρανοϊκούς δολοφόνους, ένας σκοτώνει μια γριά... θέλει κανείς από σας να σκοτώσει καμιά γριά; Στη Ρωσία του έλεγαν: εσύ μας έχεις βγάλει όλους τρελούς. Δεν βοηθάει ποτέ και σε τίποτα η λογοτεχνία. Αν φτάσει να χρησιμεύσει σε κάτι, γίνεται σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Όταν θα διαβάσεις τον Παπαδιαμάντη, κανονικά όμως, θα σου γίνουνε τα μάτια... τόσα. Μιλάει για γριές, θα μου πεις. Ε, και; Όλη η λογοτεχνία μιλάει για γριές.

– Γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο;

– Μιλάμε δυο ώρες και έχει ενδιαφέρον. Για ποιον να μιλήσεις; Ο Σολωμός είναι ξένος, Ιταλός, ο Καβάφης προέρχεται από την περιφέρεια, είναι ξένος ουσιαστικά, όπως είναι ξένος και ο Ψυχάρης που έφερε τη γλώσσα. Ο Ροΐδης είναι Γάλλος, μπορεί να γράφει σ’ αυτή τη γλώσσα και να σατιρίζει την ελληνική πραγματικότητα αλλά το όλο πνεύμα τού έργου του είναι γαλλικό. Ο Παπαδιαμάντης σού λέει για τη γριά. Αυτό είσαι εσύ, ο ντόπιος. Άλλο θέμα αν σου αρέσει.

– Ωραία όλα αυτά για τον κυρ-Αλέξανδρο. Ποια είναι, όμως, η εικόνα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας;

– Αυτή η στροφή στη ζωή της πόλης, που διαβάζουμε, είναι μίμηση που προέρχεται από την αμερικανική λογοτεχνία. Μόνο που ο Αμερικανός είναι κυρίαρχος του κόσμου, επομένως η καθημερινή του ζωή έχει μια μυθολογία. Η δυστυχία του Αμερικανού στη Νέα Υόρκη αποτελεί παγκόσμιο μύθο, ενώ η δυστυχία του Έλληνα στο Λιόπεσι τι να μας πει;.
.


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Theresienstadt


Τέχνη στον προθάλαμο του θανάτου

 Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25 Μαΐου 1999

Στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας χιλιάδες Εβραίοι στάλθηκαν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που βρισκόταν στο μικρό χωριό Τερεζίν τριάντα μίλια βορειοδυτικά της Πράγας. Για τους Γερμανούς το στρατόπεδο αυτό (Τερεζίενσταντ το έλεγαν, από το παλιό αυστριακό όνομα της πόλης) χρησίμευε σαν ένα «γκέτο μοντέλο», που έριχνε στάχτη στα μάτια διάφορων διεθνών οργανισμών, όπως του Ερυθρού Σταυρού. Οι επίσημοι επισκέπτες στο στρατόπεδο έβλεπαν καφενεία και γήπεδα για τους κρατούμενους και παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις. Ήταν ένα μόνο μέρος της αλήθειας.
Το Τερεζίενσταντ μπορεί να μην είχε θαλάμους αερίων, αλλά οι κρατούμενοι δεν περνούσαν ζωή και κότα. Σε ένα χώρο που έφτανε μόνο για εφτά χιλιάδες ανθρώπους, κρατούνταν πάνω από πενήντα χιλιάδες. Οι Εβραίοι μαστίζονταν από αρρώστιες και υπέφεραν από πείνα. Τριάντα τρείς χιλιάδες κρατούμενοι πέθαναν, ενώ πάνω από ογδόντα οχτώ χιλιάδες μεταφέρθηκαν από το Τερεζίενσταντ στο Άουσβιτς και άλλα στρατόπεδα, όπου και βρήκαν το θάνατο.
Αυτό όμως που κάνει το Τερεζίενσταντ μοναδικό είναι η ιδιότητα μιας μεγάλης μερίδας κρατούμενων του. Μερικοί από τους πιο ταλαντούχους Εβραίους καλλιτέχνες (μουσικοί, συνθέτες και συγγραφείς) βρέθηκαν στο στρατόπεδο και ήταν αυτοί που κατάφεραν να δημιουργηθεί εκεί μια σημαντική καλλιτεχνική κοινότητα. Η τέχνη που παρήχθη στο Τερεζίενσταντ στη διάρκεια του πολέμου είναι το αντικείμενο μιας έκθεσης που έγινε στη Λυών της Γαλλίας στο Κέντρο Ιστορίας της Αντίστασης και των Εκτοπίσεων. Και ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα δέχτηκε να γράψει ένα κείμενο στο οποίο δε θυμάται απλώς, αλλά και προσπαθεί να εξηγήσει τη σημασία της στάσης των Εβραίων καλλιτεχνών που βρέθηκαν εκεί. «Οι Εβραίοι του Τερεζίενσταντ δεν είχαν ψευδαισθήσεις: ζούσαν στο προθάλαμο του θανάτου τη στιγμή που η ναζιστική προπαγάνδα χρησιμοποιούσε την πολιτιστική τους ζωή σαν άλλοθι. Έπρεπε, μήπως, να αρνηθούν την αναξιόπιστη και υπό εκμετάλλευση ελευθερία τους; Η απάντηση τους ήταν απόλυτα σαφής. Οι ζωές τους, οι δημιουργίες τους, οι εκθέσεις τους. Τα κουαρτέτα εγχόρδων τους, οι έρωτες τους, ολόκληρη η ζωή τους ήταν ασύγκριτα σπουδαιότερη από το μακάβριο θέατρο που έπαιζαν οι δεσμοφύλακες τους. Αυτό ήταν το στοίχημα τους. Θα έπρεπε να είναι και το δικό μας. Φρικτά εγκλήματα θα γίνονται όσο υπάρχει ο άνθρωπος. Αυτό, όμως, που είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο είναι τα έργα που δημιούργησαν οι Εβραίοι στη διάρκεια αυτού του αιώνα, τα έργα που τους κράτησαν ζωντανούς μέσα στην κόλαση αυτού του αιώνα και χωρίς τα οποία η Ευρώπη- η τέχνη της, η σκέψη της, η ίδια της η ύπαρξη- δεν θα ήταν αυτή που ήταν».
Ο Μίλαν Κούντερα έχει και προσωπικές αναμνήσεις από την καλλιτεχνική κοινότητα του Τερεζίενσταντ. Όταν ήταν έφηβος, ένα χρόνο ή δύο μετά το τέλος του πολέμου, είχε γνωρίσει ένα ζευγάρι Εβραίων που είχαν περάσει από το στρατόπεδο. Του είχε κάνει εντύπωση η ενόχληση τους όταν κάποιος προσπαθούσε να τους εκφράσει συμπάθεια, η άρνηση τους να μετατραπούν σε μύθο και μνημείο δυστυχίας. Επέμεναν ότι η ζωή τους στο στρατόπεδο είχε όλα τα στοιχεία μιας κοινής ζωής, θλίψη και χαρά, τρυφερότητα και τρόμο. 
Ο μεγάλος Τσέχος συγγραφέας αναφέρει στο κείμενο του (που αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Yorker) καλλιτέχνες που αγάπησε και σημάδεψαν το έργο του και που όλοι τους πέρασαν από το στρατόπεδο. Τον συνθέτη Πάβελ Χάας. Το συνθέτη Γκίντεον Κλάιν, που έγραψε όλο του το έργο, ενώ βρισκόταν στο Τερεζίενσταντ, αλλά δεν φγήκε από κει ζωντανός. Το μαέστρο Κάρελ Ανσερλ. Το συγγραφέα Κάρελ Πόλατσεκ, στο ιδιόρρυθμο χιούμορ του οποίου χρωστάει ο ίδιος πολλά. 
Και συνεχίζει ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν είναι μόνο η τέχνη, που παρήχθη στο Τερεζίενσταντ, που μας προκαλεί δέος. Περισσότερο και από αυτό είναι η δίψα για τον πολιτισμό, η δίψα για την τέχνη των κρατουμένων, που μέσα σε φρικτές συνθήκες εξακολουθούσαν να πηγαίνουν σε παραστάσεις, σε κονσέρτα και εκθέσεις. Τι να ήταν γι΄αυτούς η τέχνη; Ένας τρόπος διεκδίκησης όλης της γκάμας των συγκινήσεων, των ιδεών, των αισθήσεων, έτσι που η ζωή τους να μη συρρικνωθεί σε μια μόνη διάσταση, αυτή του φόβου». 
Όσο για τα ίδια τα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν στο στρατόπεδο, είναι σύμφωνα με τον Μίλαν Κούντερα, συνώνυμο της πρωτοποριακής τέχνης. Και εξηγεί γιατί: «Οι καλλιτέχνες αντιμετώπισαν την προσωπική του μοίρα σαν να ήταν συνδεδεμένη με την τύχη της μοντέρνας τέχνης, μιας τέχνης που οι ναζί τη θεωρούσαν εκφυλισμένη, γι΄αυτό την κυνηγούσαν τη γελοιοποιούσαν και την καταδίκασαν σε θάνατο. Κοιτάζω ένα από τα προγράμματα μιας συναυλίας στο στρατόπεδο; Μάλερ, Ζεμπλίνσκι, Σένμπεργκ. Οι καταδικασμένοι παίζουν καταδικασμένη μουσική». Και θυμάται ο Μίλαν Κούντερα μια περίεργη σύμπτωση. Τις τελευταίες μέρες του πολέμου, μέσα στη σύγχυση, ο Γάλλος σουρεαλιστής Ρομπέρ Ντεσνός στέλνεται βαριά άρρωστος στο Τερεζίενσταντ και εκεί πεθαίνει. Ήταν ή δεν ήταν, λοιπόν, εύστοχος ο Πολ Ελιάρ όταν αποκάλεσε το Τερεζίενσταντ «πρωτεύουσα της θλίψης της σύγχρονης τέχνης»

 Οι Απαγορευμένοι του Τρίτου Ράιχ- Χρήστος Τσανάκας- Το Βήμα 4 Μαρτίου 2001

 Η περίπτωση της Τερεζίν 

Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της Τερεζίν ή Τερέζιενσταντ, γερμανιστί. Οι πρώτοι κατάδικοι έφθασαν στο στρατόπεδο της μικρής βορειοβοημικής πόλης Τερεζίν στις 24 Νοεμβρίου 1941. Το στρατόπεδο, καμάρι των ναζιστών, έμοιαζε με μικρή πόλη. Σε αυτό επιτρέπονταν ¬ έστω και υπό προϋποθέσεις ¬ παραστάσεις όπερας και θεάτρου ή συναυλίες. Υπήρχε ακόμη και ένα καφενείο, για την ολοκλήρωση της απάτης. Η ναζιστική εβραϊκή πολιτική δεν ήταν παρά «μια απλή μετοίκηση σε αναδομημένες πόλεις όπως η Τερεζίν», ισχυριζόταν με πείσμα η χιτλερική προπαγάνδα. Ακόμη και επιθεωρητές διεθνών οργανισμών εξαπατήθηκαν από αυτό το προπαγανδιστικό κόλπο και χαρακτήρισαν «πρότυπο» το στρατόπεδο. Οι πρώτοι κατάδικοι ήταν Γερμανοεβραίοι άνω των 65 ετών, οι λεγόμενοι «μισοεβραίοι», βετεράνοι του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και καλλιτέχνες.
 Οι 37.000 από τους αρχικώς 87.000 καταδίκους πέθαναν στο στρατόπεδο από πείνα και αρρώστιες (τύφο κυρίως), ενώ 33.000 εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης όπου άρχισαν να μεταφέρονται από τον Ιανουάριο του 1943. Στις 9 Μαΐου 1945 ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε στο Τερέζιενσταντ 17.000 επιβιώσαντες. Ανάμεσά τους, δυστυχώς, δεν ήταν οι συνθέτες Βίκτορ Ούλμαν, Γκίντεον Κλάιν, Ρούντολφ Κάρελ, Πάβελ Χάας, Χανς Κράσα κ.ά. ¬ όλοι τους ήρωες της Τερεζίν. Οχι μόνο είχαν δώσει φωνή στην αξιοπρέπεια των μελλοθανάτων, αλλά είχαν δημιουργήσει και έναν καινούργιο, ανεξερεύνητο ακόμη ορίζοντα στην ευρωπαϊκή τέχνη του 20ού αιώνα, όπως απέδειξε η μεταγενέστερη δισκογράφηση της μουσικής τους. Οι ναζιστές είχαν μια τελική λύση για όλα, εκτός της μνήμης.
Οι νότες των συνθετών που έδρασαν στην Τερεζίν καταγράφουν σαν βαρόμετρο την κλιμάκωση της οδύνης. Οι στίχοι της τελευταίας άριας από την περίφημη όπερά του Βίκτορ Ούλμαν (1898-1944) «Ο Αυτοκράτορας της Ατλαντίδας» γράφτηκαν στην πίσω όψη του καταλόγου με τα ονόματα των κρατουμένων, οι οποίοι θα μεταφέρονταν από το γκέτο-«βιτρίνα» της Τερεζίν στο εργοστάσιο θανάτου, το Αουσβιτς. Εκεί όπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν το θάνατο στους θαλάμους αερίων. Με βάση τα στοιχεία και τις μαρτυρίες των επιζώντων, ο Ούλμαν υπήρξε από τα πιο δραστήρια πρόσωπα στο γκέτο της Τερεζίν όπου, παρά το προνόμιο των μουσικών εκδηλώσεων (για τα μάτια του Ερυθρού Σταυρού και της εκτός Γερμανίας κοινής γνώμης), κάθε ημέρα πέθαιναν κατά μέσο όρο 150 κρατούμενοι, στην πλειονότητά τους εβραίοι. Και όμως σε αυτές τις τρομερές συνθήκες, γραφόταν και παιζόταν εκπληκτική μουσική. Η ψυχή φτερούγιζε έξω από τα συρματοπλέγματα, εξαφάνιζε τον υποκόπανο, αψηφούσε τη σκανδάλη.
Από τη μια, η «Ωδή στη Χαρά» του Μπετόβεν μεταμορφωνόταν από το υπουργείο Προπαγάνδας σε φανφάρα των Ταγμάτων Ασφαλείας και, από την άλλη, οι ίδιες νότες, με νέα ρίγη ευαισθησίας, γίνονταν το χαμόγελο των μελλοθανάτων. Στις μουσικές παραστάσεις «έσβηνε» ο μαρκαρισμένος αριθμός από το δέρμα, ο ανώνυμος κρατούμενος έπαιρνε πίσω το πρόσωπό του, την ανθρώπινη ταυτότητά του, τραγουδούσε. Αυτό το βουρκωμένο και περήφανο τραγούδι δικαίωνε τραγικά την αντίσταση του ατόμου κατά της συλλογικής θηριωδίας, τον αγώνα της ψυχής κατά της οργανωμένης τρομοκρατίας, τη δύναμη του νου κατά της φονικής παρακμής.
 Ο Χανς Αϊσλερ, όπως και ο Κουρτ Βάιλ ή ο Σένμπεργκ, ο Κρένεκ, ο Γκόλντσμιντ, ο Κόρνγκολντ, ήταν από εκείνους που κατάφεραν να δραπετεύσουν εγκαίρως από την Europa, την επίγεια γερμανική κόλαση στην καρδιά της Ευρώπης, στην καρδιά του επιστημονικού αιώνα. Αντίθετα, συνθέτες όπως ο Πάβελ Χάας ήταν από εκείνους που εκτελέστηκαν στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο του 1944. Το έργο τους σήμερα μας δίνει μια ιδέα των δυνατοτήτων της «χαμένης γενιάς» συνθετών, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται ο πνευματικός πυρήνας πρωτοπόρων οραματιστών που φιμώθηκαν ή εξοντώθηκαν από την κτηνωδία του Τρίτου Ράιχ. 
Πολλές από τις παρτιτούρες του Χάας βρέθηκαν στην Τερεζίν. Το ημιτελές μουσικό όραμά του, το οποίο ήδη είχε αποδώσει εξαίσιους καρπούς πολύ προτού ο ίδιος αντικρίσει το κατώφλι του Αουσβιτς, έδινε μια ηρωική υπόσχεση μεταμόρφωσης της τσεχικής παράδοσης. Η γρήγορη εναλλαγή ονείρου και εφιάλτη όμως εκείνα τα χρόνια ήταν ένα σαδιστικό παιχνίδι στα χέρια δολοφόνων. Όσο και αν η μουσική δημιουργία στα στρατόπεδα ¬ ή με τη σκέψη των στρατοπέδων ¬ ήταν μια έμπρακτη αντίσταση στην κτηνωδία και στο ξερίζωμα της ανθρωπιάς, δεν έπαυε να κουβαλάει επάνω της τη σκιά της φρίκης.
1. Χανς Κράσα (1899-1944) Ο συνθέτης της περίφημης όπερας «Brundibar» για παιδιά, ερμηνευμένης από παιδιά που κατατροπώνουν τον κακό Μπρούντιμπαρ, ο οποίος χειρίζεται το κακόηχο όργανο της βαρβαρότητας. Γεννημένος στην Πράγα, σπούδασε στη Γερμανική Ακαδημία Μουσικής, όπου και γνωρίστηκε με τον Αλ. φον Ζεμλίνσκι, δάσκαλο και πνευματικό καθοδηγητή του. Αφοσιωμένος στον αγώνα της Τσεχοσλοβακίας για την ανεξαρτησία και λάτρης του εθνικού συνθέτη Λ. Γιάνατσεκ, μελετά τους γάλλους ιμπρεσιονιστές Μιγιό και Ονεγκέρ αλλά και τους Σένμπεργκ, Βέμπερν και Μπάρτοκ. Ο κριτικός Εμίλ Βιλερμόζ τον συγκρίνει μαζί τους. Κλείστηκε στην Τερεζίν τον Απρίλιο του 1942. Ηδη καταξιωμένος τον Αύγουστο του 1944 ολοκληρώνει το τελευταίο του έργο «Πασακάλια και Φούγκα» ακριβώς δύο μήνες προτού μπει στο τρένο για το Αουσβιτς.
2. Βίκτορ Ούλμαν (1898-1944) Ενα από τα πιο δραστήρια πρόσωπα στην Τερεζίν. Είκοσι έργα γράφτηκαν στο διάστημα της κράτησής του εκεί ενώ συμμετείχε και στη διεύθυνση ψυχαγωγίας. Γιος ανώτερου αξιωματικού του αυστριακού στρατού, πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στη Βιέννη. Δάσκαλοί του υπήρξαν ο Εντ. Στόιερμαν στο πιάνο και ο Αρ. Σένμπεργκ στη θεωρία και στη σύνθεση. Μόλις 23 ετών αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Χορωδίας στην Οπερα της Πράγας. Ως βοηθός του Ζεμλίνσκι στη Χορωδιακή Ενωση συμπράττει σε ιστορικές συναυλίες, όπως στην παρουσίαση των «Gurre Lieder» του Σένμπεργκ. Στα τέλη της δεκαετίας του '20 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Οπερας του Ούστι (Βοημία). Επανέλαβε τις σπουδές σύνθεσης με δάσκαλο τον πρωτοπόρο συνθέτη Αλόις Χάμπα στο Ωδείο της Πράγας. Στην εξπρεσιονιστική όπερά του «Ο αυτοκράτορας της Ατλαντίδας» χρησιμοποιεί έντονα στοιχεία από το καμπαρέ και την τζαζ. Οι πρόβες της όπερας μέσα στην Τερεζίν ολοκληρώθηκαν λίγες μόλις ημέρες πριν από τη μαζική μεταφορά των κρατουμένων τον Οκτώβριο του 1944 στο Αουσβιτς.
3. Γκίντεον Κλάιν (1919-1945) Γεννήθηκε στη Μοραβία. Από τους πρώτους κρατουμένους της Τερεζίν, προσήχθη εκεί σε ηλικία 22 ετών και ήταν ο πρωταγωνιστής της μουσικής της ζωής. Υπήρξε μαθητής του Β. Κουρτς στο πιάνο και του Αλ. Χάμπα στη σύνθεση. Δεκάδες είναι οι εναρμονίσεις και οι διασκευές του κυρίως σε παραδοσιακά τραγούδια, τσεχικά και εβραϊκά. Συνθέτει μαδριγάλια, τραγούδια πάνω σε ποιήματα των Χέλντερλιν και Κίεν, ένα τρίο για βιολί και τσέλο, τη Φαντασία και Φούγκα για κουαρτέτο εγχόρδων και την περίφημη Σονάτα για πιάνο, το πιο ώριμο από τα διασωθέντα έργα του. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1945 στο στρατόπεδο Φίρστεγκρούμπε, μόλις 26 ετών. Η γραφή και το ύφος της μουσικής του τον κατατάσσουν στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας. 
4. Πάβελ Χάας (1899-1944) Γεννήθηκε στο Μπρνο. Μαθητής του Λ. Γιάνατσεκ, εργάστηκε για το τσεχικό θέατρο και τον κινηματογράφο. Μελέτησε σε βάθος την παραδοσιακή μουσική, κυρίως της Μοραβίας. Εγκλειστος στην Τερεζίν, το 1943 ολοκληρώνει τη Σπουδή για έγχορδα, η οποία παρουσιάστηκε στους συγκρατουμένους του το καλοκαίρι του 1944, με διευθυντή ορχήστρας τον Κ. Ανσέρλ. Εκτελέστηκε στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Μετά τον πόλεμο από τον ίδιο τον Ανσερλ βρέθηκαν στην Τερεζίν οι παρτιτούρες του έργου. 

 



5. Ερβιν Σούλχοφ (1884-1942) Γεννήθηκε στη Βοημία. Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του '20 ήταν ένα από τα πιο δημιουργικά στελέχη της κεντροευρωπαϊκής αβανγκάρντ. Εξπρεσιονιστής, ντανταϊστής, λάτρης της τζαζ, είχε αξιοσημείωτες επιδόσεις ως πιανίστας και συνέθετε συνδυάζοντας εκπληκτικά όλες τις αγαπημένες του αισθητικές. Το περίφημο Διπλό Κοντσέρτο για φλάουτο και πιάνο γράφτηκε το καλοκαίρι του 1927. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στρατεύεται στην υπόθεση της επανάστασης και του κομμουνισμού. Γράφει μαχητικά άρθρα, υιοθετεί τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση δίνοντας συναυλίες και διδάσκοντας. Συνελήφθη από τους ναζιστές λίγο μετά την εισβολή τους στην Τσεχία. Κλείστηκε στο Βίλτσμπουργκ της Βαυαρίας, όπου και πέθανε από τύφο το 1942. 
6. Ρούντολφ Κάρελ (1880-1945) Ενας από τους ύστατους μαθητές του Ντβόρζακ. Συνελήφθη από την Γκεστάπο τον Μάρτιο του 1943 αφού πρώτα πέρασε πολλά χρόνια στην παρανομία. Στη φυλακή της Πράγας, παρά τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, γράφει έναν κύκλο τραγουδιών και κομμάτια για πιάνο. Τον Φεβρουάριο του 1945 μεταφέρεται στο Μικρό Φρούριο, τη φυλακή της Τερεζίν. Εκεί πάνω σε σκόρπια κομματάκια χαρτιού συνθέτει το «Nonet», κύκνειο άσμα του. Πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στις 6 Μαρτίου 1945, μόλις δύο μήνες πριν από το τέλος του πολέμου. 
7. Κάρελ Μπέρμαν (1919) Μεταφέρθηκε στην Τερεζίν μόλις 22 ετών. Υπήρξε ακούραστος τραγουδιστής, ηθοποιός, σκηνοθέτης, συνθέτης, οργανωτής και εμψυχωτής κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας στο στρατόπεδο. Εγραψε τη σουίτα Τερεζίν για πιάνο, μια σειρά τραγουδιών για σοπράνο και πιάνο και την «Poupata», κύκλο τεσσάρων μελωδιών για φωνή, μπάσο και πιάνο. Είναι ένας από τους λίγους καλλιτέχνες της Τερεζίν που επέζησε του Ολοκαυτώματος. Ακατάβλητος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ηχογράφησε συνθέσεις συνθετών της Τερεζίν. 
Αλλοι συνθέτες: 
Ζίγκμουντ Σουλ: μαθητής του Π. Χίντεμιτ και του Αλ. Χάμπα, πέθανε τον Ιούνιο του 1944 στην Τερεζίν. 
Φραντς Κλάιν: η γραφή του θυμίζει το στυλ του Αλμπαν Μπεργκ. 
Καρλ Ράινερ: ως πιανίστας και συνθέτης υπήρξε «γκουρού» του μοντερνισμού τη δεκαετία του 1930 συμμετέχοντας στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο ίδιος επέζησε, οι παρτιτούρες της μουσικής που έγραψε στην Τερεζίν όμως χάθηκαν. 
Κάρλο Τάουμπε: συνθέτης και πιανίστας, έγραψε τη Συμφωνία της Τερεζίν. Εκτελέστηκε στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο του 1944. «Entartete Musik»: Η κατά Γκέμπελς «εκφυλισμένη μουσική»
Το 1905 ο Ρομέν Ρολάν εξομολογείται σε μια φίλη του: «Κάθε φορά που πηγαίνω στη Γερμανία νιώθω ένα δέος ανακατεμένο με φόβο μπροστά σε αυτή την υπέροχη μηχανή: το γερμανικό κράτος. Ολο αυτό το σύνολο είναι ικανό να τρώει, να σκέφτεται, να επιθυμεί και να δρα σαν ένας και μόνο άνθρωπος. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρξουν ατομικότητες μέσα σε αυτό το φοβερό κράτος. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν σε μια προκαθορισμένη ημερομηνία, την καθορισμένη ώρα, να ενθουσιαστούν από τη μία άκρη της Γερμανίας ως την άλλη για οποιοδήποτε πράγμα θα έχει υποδείξει το κράτος». Και όμως ακριβώς ενάντια σε αυτή τη ρομποτική συμπεριφορά εξαρτημένων εθνικών αντανακλαστικών αναπτύχθηκαν στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη τα μεγάλα πρωτοποριακά ρεύματα τέχνης, εξαιρετικά τονισμένης υποκειμενικότητας, όπως ο εξπρεσιονισμός, ο ντανταϊσμός, ο ιμπρεσιονισμός, η ατονικότητα αλλά και το βερολινέζικο καμπαρέ κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ¬ αυτά ακριβώς που επιχείρησε «πάση θυσία» να πατάξει ο ναζισμός κηρύσσοντας παράνομους τους πρωταγωνιστές, τους συντελεστές και τους θιασώτες τους.
Είναι διάσημη η εικαστική έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης» την οποία επέβλεψε προσωπικά ο Χίτλερ. Μια άλλη ανάλογη εκδήλωση όμως έχει μείνει στη σκιά. Ηταν εκείνη της «Εκφυλισμένης Μουσικής», η οποία πραγματοποιήθηκε το 1938 ρίχνοντας το ανάθεμα στις νότες του Σένμπεργκ, του Μάλερ, του Μέντελσον και άλλων γερμανοεβραίων συνθετών. Αισίως η δισκογραφία είναι πλούσια σε ερμηνείες έργων της «απαγορευμένης» δεύτερης σχολής της Βιέννης (Σένμπεργκ, Βέμπερν, Μπεργκ) αλλά και της μοναδικής μουσικής των δύο βασικών συνεργατών του Μπρεχτ, των εξόριστων Κουρτ Βάιλ και Χανς Αϊσλερ. Ωστόσο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως σήμερα πλήθυναν εντυπωσιακά οι δισκογραφικές εκδόσεις με ερμηνείες σημαντικών έργων άλλων, λιγότερο γνωστών στο ευρύ κοινό, συνθετών οι οποίοι εξορίστηκαν, βασανίστηκαν ή φονεύθηκαν από τους χιτλερικούς ως το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι περισσότεροι εκτελέστηκαν στο Αουσβιτς, μεταφερμένοι εκεί από το κολαστήριο της Τερεζίν.

 Από αυτή τη λιγότερο φωτισμένη όψη της «εκφυλισμένης μουσικής» ιδού 20 σημαντικά CD: 

1. Silenced Voices: Victims of the Holocaust (Terezin Chamber Music Foundation)
2. Composers from Theresienstadt 1941-1945 (Channel Music), με έργα των Pavel Haas και Karel Berman. 
3. Terezin Music Antology IV (Koch-Schwann), με έργα των Haas, Karel, Klein και Schulhoff. 
4. Korngold: Das Wunder der Heliane (London Decca)
5. Chamber Music from Theresienstadt 1941-1945 (Channel Classics), με έργα των Gideon Klein και Viktor Ullman. 
6. Zemlinsky: Psalms 13 and 23 / Die Seejungfrau (London Decca) 
7. Ute Lemper: Berlin Cabaret Songs (London Decca) 
8. Goldschmidt: The Concertos (London Decca) 
9. Viktor Ullmann: Songs (Supraphon) 
10. Music Written in Terezin (Panton) 
11. Waxman: The Song of Terezin (London Decca) 
12. Braunfels: Die Vogel (London Decca) 
13. Viktor Ullman: Der Kaiser von Atlantis (London Decca) 
14. Haas & Krasa: String Quartets (London Decca) 
15. Krenek: Jonny Spielt Auf (London Decca) 
16. Schulhoff: Concertos alla Jazz (London Decca) 
17. Krasa: Symphony / Verlobung im Traum (London Decca) 
18. Pavel Haas: Sarlatan (London Decca) 
19. Rathaus: Symphonie Nr. 1/Der Letzte Pierrot (London Decca) 
20. Jiddische Stikele: Jewis Songs from the Prague Ghetto (Supraphon) 

Έφυγε, στα 110 της χρόνια, η γηραιότερη επιζώσα του Ολοκαυτώματος Την τελευταία της πνοή άφησε την Κυριακή στο Λονδίνο, σε ηλικία 110 ετών, η Άλις Χερζ-Σόμερ, που πιστεύεται ότι ήταν η γηραιότερη επιζώσα του Ολοκαυτώματος. Η Χερζ-Σόμερ, μουσικός με ιδιαίτερο χάρισμα στο πιάνο, πέρασε δύο χρόνια από τη ζωή της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίενσταντ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μουσική έσωσε τη ζωή της, καθώς, μαζί με άλλους κρατούμενους μουσικούς, διασκέδαζαν τους Ναζί με συναυλίες. Τόσο ο σύζυγός της, Λέοπολντ, όσο και η μητέρα της, Σόφι, σκοτώθηκαν στο Άουσβιτς. Ο γιος, που βρισκόταν μαζί της στο Τερεζίενσταντ, επέζησε. Η ζωή της Χερζ-Σόμερ είναι το αντικείμενο του ντοκιμαντέρ με τίτλο «The Lady in Number 6» και έχει προταθεί για το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους του 2014.

 

http://www.skai.gr/news/lifestyle/article/252635/efuge-sta-110-tis-hronia-i-giraioteri-epizousa-tou-olokautomatos/

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=131253

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Bassae


Tο 9λεπτο αριστούργημα του Ζαν Ντανιέλ Πολέ, Bassae, γυρισμένο το 1964 στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες Φιγαλείας στην ορεινή Πελοπόννησο, ένα τέμπλο ελεύθερο και καπηλεμένο, πριν χωθεί σε ένα άχαρο αλλά αναγκαστικό στέγαστρο προστασίας. Μπορείτε ….να θαυμάσετε την έμπνευση και τη λεπτότητα στις εικόνες, με μουσική του Ντιμέλ και κείμενο του Αστρίκ, και κυρίως να παρατηρήσετε πως ο Πολέ θέλησε να αιωρηθεί σε ένα μνημείο οργανικά ενσωματωμένο στον χώρο, όπως οι πέτρες και τα δέντρα γύρω του, ατάραχο και αχρονικό, γεμάτο μνήμες και Ιστορία, ελληνικό στο πνεύμα και στην αρχιτεκτονική.




Βέβαια ο συνειρμός του  Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου  προκύπτει  βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για τη Μακρόνησο που έχει σκηνοθετήσει  ένας ευφυής Ελβετός κατά αναλογία με τον ευφυή Γάλλο, άλλα νομίζω πως η τραγική ειρωνεία είναι πρόδηλη αν αναλογιστούμε την αλήστου μνήμης ρήση του συγγραφέα της Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, Παναγιώτη Κανελλόπουλου πως η Μακρόνησος είναι ο νέος Παρθενώνας της Ελλάδας. Μήπως όμως η αποσιωπημένη στο συλλογικό ασυνείδητο Μακρόνησος είναι ο νέος Παρθενώνας της Ελλάδας, όταν ένας Ελβετός….. πετυχαίνει στέρεη συγκίνηση, κυρίως όταν το βλέμμα της κάμερας ξεμακραίνει στο πέλαγο ή ανιχνεύει αργά και πανοραμικά τα στοιχειωμένα γκρεμίσματα.


http://commedeslionsdepierre.net/thefilm/videos/views-of-camps/the-new-parthenon/?lang=el


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...