KAINOTOPIO

KAINOTOPIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Ζαν-Κλοντ Καριέρ


 

Εγινε διάσημος κι ας ήταν σεναριογράφος

Βένα Γεωργακοπούλου

 

Κορυφαία προσωπικότητα του παγκόσμιου σινεμά, που αναγνωρίστηκε και στα Οσκαρ, με τεράστιο έργο και συνεργασίες με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες, από τον Μπουνιουέλ, τον Πίτερ Μπρουκ και τον Σλέντορφ μέχρι τον Βάιντα και τον Χάνεκε, πέθανε στα 89 του χρόνια.

Nα τον πεις σεναριογράφο, συγγραφέα και δραματουργό είναι πολύ λίγο. Ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ, που πέθανε στον ύπνο του τη Δευτέρα, σε ηλικία 89 χρόνων, ήταν πέρα και πάνω από ετικέτες, ήταν η πεμπτουσία του παραμυθά, που έπαιρνε τις λέξεις, σύγχρονες και αρχαίες, γαλλικές, αγγλικές ή σανσκριτικές, για να δημιουργήσει τις εικόνες της σύγχρονης εποχής σε κινηματογράφο, τηλεόραση, σκηνή.

Για να δώσει μορφή και συνοχή, αλλά και να πυροδοτήσει τις εμπνεύσεις άλλων, των μεγαλύτερων, από τον Μπουνιουέλ μέχρι τον Πίτερ Μπρουκ. Μια ζωή γεμάτη δουλειά και απίστευτο σε όγκο έργο, πάνω από 150 ταινίες. «Hσουν ο αρχηγός, ο καλύτερος Γάλλος σεναριογράφος όλων των εποχών», δήλωσε αποχαιρετώντας τον ο πρώην διευθυντής των Κανών, Ζιλ Ζακόμπ. Ενώ η ανεκτίμητη προσφορά του στο σινεμά αναγνωρίστηκε το 2014 με ένα τιμητικό Οσκαρ. Κι ας έλεγε ο ίδιος, «αν θες να γίνεις διάσημος, μη γίνεις ποτέ σεναριογράφος».

Σηκώνοντας το χρυσό αγαλματάκι, ο σεναριογράφος του Μπουνιουέλ, του Φόρμαν, του Σλέντορφ, του Χάνεκε, του Γκοντάρ, του Μαλ, του Βάιντα και τόσων άλλων είχε πει: «Ολοι οι σκηνοθέτες μού δίδαξαν κάτι και είναι πάντα κοντά μου, ακόμα κι αυτή τη στιγμή.

Οταν δουλεύω ακούω τις φωνές τους στο κεφάλι μου. Πολύ συχνά οι σεναριογράφοι λησμονούνται ή αγνοούνται. Διασχίζουν την ιστορία του κινηματογράφου σαν σκιές. Τα ονόματά τους σπάνια αναφέρονται στις κριτικές. Κι όμως, είναι κινηματογραφιστές.Γι' αυτό αφιερώνω αυτό το ανεκτίμητο αγαλματάκι σε όλους τους συναδέλφους μου, αυτούς που ξέρω κι αυτούς που δεν ξέρω, σε κάθε άκρη του κόσμου».

Από το 1961 μέχρι το 2020 ο Καριέρ έζησε μια απίστευτη σε συγγραφικές εμπειρίες ζωή. Κι όμως την ξεκίνησε το 1931 στο Κολομπιέρ-σιρ-Ορμπ της νοτιοδυτικής Γαλλίας σε μια οικογένεια οινοπαραγωγών, σε μια φάρμα χωρίς τρεχούμενο νερό και χωρίς καθόλου βιβλία.

Μέχρι τα 13 του χρόνια μίλαγε οξιτανικά! Οταν οι γονείς του ανέλαβαν τη λειτουργία ενός καφενείου στο Παρίσι, ο Καριέρ, διψασμένος για μάθηση και με μια τρομακτική έφεση στη γλώσσα, πέρασε με διάφορες υποτροφίες από τα πιο εκλεκτά σχολεία και κατέληξε με πτυχίο Ιστορίας και Γλώσσας. Εβγαλε ένα μυθιστόρημα το 1957, αλλά γρήγορα ο κινηματογράφος μπήκε στο διάβα του.

Ο Ζακ Τατί τον κάλεσε να μετατρέψει σε μυθιστορήματα ταινίες του, όπως τις «Διακοπές του κυρίου Ιλό» και «Ο θείος μου». Κι αυτός συνδέθηκε με τον βοηθό του, Πιερ Ετέξ, άλλη μεγάλη κωμική φυσιογνωμία του γαλλικού σινεμά, και γύρισαν μαζί μικρού μήκους ταινίες -κέρδισαν μάλιστα και Οσκαρ για την ταινιούλα τους «Heureux Anniversaire»- ενώ του έγραφε τα σενάρια για τις μεγάλες του.

Ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ με τον Λουι Μπουνιουέλ

Το 1963 ήταν χρονιά-σταθμός της ζωής του. Αρχίζει η σχέση του με τον μέγα Ισπανό σουρεαλιστή Λουίς Μπουνιουέλ, ο οποίος έψαχνε κάποιον να διασκευάσει σε σενάριο το μυθιστόρημα του Οκτάβ Μιρμπό «Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας», που θα γινόταν η πρώτη γαλλική ταινία του. Οι δυο άντρες έδεσαν. Φίλοι, συνένοχοι και συνδημιουργοί για δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια. Δεν ξαναχώρισαν ποτέ, μέχρι τον θάνατο του Μπουνιουέλ.

Ο Καριέρ κέρδισε υποψηφιότητα για Οσκαρ σεναρίου με την «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» (που πήρε το 1972 Οσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας) και το «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» (1977). Πρόσθεσε στους κινηματογραφικούς μας μύθους την «Ωραία της ημέρας». Και χωρίς αυτόν ο Μπουνιουέλ δεν θα είχε γράψει την ανεκτίμητη στους σινεφίλ αυτοβιογραφία του «Η τελευταία πνοή».

Από 'κεί και πέρα δεν έχει τέλος η φιλμογραφία του, οι ταινίες που υπέγραφε και σάρωναν τα βραβεία, οι ρόλοι που χάρισε σε υποκριτικά θηρία. Εγραψε για τον Μίλος Φόρμαν («Τaking off», «Βαλμόν» κ.ά.). Για τον Φόλκερ Σλέντορφ [το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο» τους (1979) κέρδισε Χρυσό Φοίνικα και Ξενόγλωσσο Οσκαρ].

Για τον Βάιντα («Νταντόν», κορυφαία στιγμή του Ντεπαρντιέ). Διασκεύασε για το σινεμά το αριστούργημα του Κούντερα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» (1988) για χάρη του σκηνοθέτη Φίλιπ Κάουφμαν, με τον νεαρό Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Ζιλιέτ Μπινός, που έγινε παγκόσμια επιτυχία. Ο Χάνεκε σήκωσε τον Χρυσό Φοίνικα το 2009 με τη «Λευκή κορδέλα», στην οποία ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ ήταν σύμβουλος σεναρίου. Εγραψε ακόμα για τον Γκοντάρ, για τον Ζακ Ντερέ («Πισίνα» με Αλέν Ντελόν-Ρόμι Σνάιντερ).

Κι άλλη παγκόσμια επιτυχία του, ο «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» του Ζαν-Πολ Ραπενό (1990). Δούλευε ασταμάτητα, από τις πιο πρόσφατες δουλειές του είναι το biopic του Βαν Γκογκ «Στην πύλη της αιωνιότητας» του Τζούλιαν Σνάμπελ (2018) με τον Γουίλεμ Νταφόε, αλλά και το θρίλερ «Birth» με τη Νικόλ Κίντμαν.

Κρατήσαμε για το τέλος την ύψιστη θεατρική του στιγμή. Διασκεύασε για τη σκηνή και τον φίλο και στενό του συνεργάτη Πίτερ Μπρουκ το ινδικό έπος «Μαχαμπαράτα». Το μετέφραζε επί χρόνια από τα σανσκριτικά. Οταν πρωτοπαρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1985 στην Αβινιόν, μπροστά σε ένα έκθαμβο επί εννέα ώρες πλήθος, ο Καριέρ είχε πει: «Παρακολουθώντας το, ξέχασα ότι εγώ το είχα γράψει, ήταν μία από τις μεγαλύτερες χαρές της καριέρας μου».

https://www.efsyn.gr/tehnes/sinema/280823_egine-diasimos-ki-itan-senariografos 

 

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Πολύ μεγάλες διαφορές στη θνησιμότητα από κορονοϊό στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.



Στο άρθρο αυτό θα εξετάσουμε τους θανάτους και τους θανάτους ανά 1.000.000 κατοίκους κατά μέσο όρο την ημέρα (τη θνησιμότητα) από τον κορονοϊό στα 28 κράτη-μέλη της Ε.Ε. την 24η Μαΐου (παρά το Brexit, συμπεριλάβαμε στην Ε.Ε. το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είναι ακόμα μέλος της τελωνειακής ένωσης) και τις ΗΠΑ (για σύγκριση με την Ε.Ε. ως σύνολο).
Δεν θα εξετάσουμε τα κρούσματα διότι -όπως αναφέραμε και σε προηγούμενα άρθρα μας- είναι άγνωστος ο πραγματικός αριθμός τους, δεδομένου ότι δεν γίνονται δειγματοληπτικά διαγνωστικά τεστ στο σύνολο του πληθυσμού κάθε χώρας.
Τα στοιχεία που χρησιμοποιούμε είναι εκείνα που έδωσε στη δημοσιότητα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) την 25η Μαΐου και αφορούν 212 κράτη και αυτόνομες περιφέρειες. Πρόκειται για τον αριθμό στον οποίο έφτασαν οι θάνατοι από κορονοϊό την 24η Μαΐου (για την ακρίβειά τους ευθύνονται οι κυβερνήσεις που τα κοινοποιούν στον ΠΟΥ). Για να γίνει σύγκριση ανάμεσα στα κράτη στο πόσο βαριά επλήγη ο πληθυσμός τους από τον κορονοϊό χρησιμοποιείται ως μέτρο ο αριθμός στον οποίο έφτασαν οι θάνατοι από αυτήν την ασθένεια ανά 1.000.000 κατοίκους (αυτό το μέτρο έχω αναφέρει και εγώ σε προηγούμενα άρθρα μου).
Το μέτρο, όμως, αυτό πάσχει δεδομένου ότι ο αριθμός των θανάτων σε μια χώρα εξαρτάται, φυσικά, από τον πληθυσμό της, αλλά ο αριθμός των θανάτων σ’ αυτήν σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία εξαρτάται και από το πότε σημειώθηκε σ’ αυτήν ο πρώτος θάνατος. Στην περίπτωση των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε., που εξετάζουμε στο άρθρο αυτό, π.χ. ο πρώτος θάνατος στα κράτη αυτά σημειώθηκε στη Γαλλία τη 16η Φεβρουαρίου, στη χώρα μας τη 12η Μαρτίου και στη Μάλτα την 9η Απριλίου.
Κατά συνέπεια, το μέτρο που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε είναι ο αριθμός που έφτασαν οι θάνατοι τη συγκεκριμένη ημερομηνία διά του αριθμού των ημερών που έχουν περάσει από την ημερομηνία στην οποία σημειώθηκε σ’ αυτήν ο πρώτος θάνατος από κορονοϊό, π.χ. την 24η Μαΐου ο αριθμός αυτός είναι 98, στην Ελλάδα 73 και στη Μάλτα 45. Ο αριθμός που προκύπτει είναι ο μέσος όρος θανάτων την ημέρα για την καθεμιά χώρα. Τον αριθμό αυτόν διαιρούμε με τον πληθυσμό της και τον πολλαπλασιάζουμε με 1.000.000. Το μέτρο επομένως είναι ο αριθμός των θανάτων ανά ημέρα ανά ένα εκατομμύριο πληθυσμού.
Στην περίπτωση, π.χ., της Γαλλίας, οι θάνατοι την 24η Μαΐου έφτασαν τις 28.315. Διά του 98, ο μέσος όρος των θανάτων την ημέρα ήταν 289. Ο πληθυσμός της Γαλλίας την 1.1.2019 ήταν 67.012.883. Οταν διαιρέσουμε με αυτόν το 289 και το πολλαπλασιάσουμε με 1.000.000 προκύπτει ο αριθμός 4,31 θάνατοι ανα 1.000.000 κατοίκους κατά μέσο όρο την ημέρα. Αυτή είναι η θνησιμότητα από κορονοϊό στα κράτη, δηλαδή το ορθό μέτρο σύγκρισης σε ό,τι αφορά το πόσο βαριά επλήγη ο πληθυσμός τους από τη νέα αυτή μάστιγα.
Τα 28 κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα χωρίζουμε σε δύο ίσες ομάδες. Στην πρώτη ομάδα στο αριστερό τμήμα του Πίνακα δίνονται τα στοιχεία για τα 14 Βόρεια και Δυτικά κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα οποία, με την εξαίρεση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, είναι και τα πλουσιότερα, και στο δεξιό μέρος τα 14 Νότια και Ανατολικά κράτη τα οποία περιλαμβάνουν τα 11 κράτη της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα. Στην 1η στήλη του κάθε τμήματος του Πίνακα δίνεται ο αριθμός στον οποίο έφτασαν οι θάνατοι από κορονοϊό στην κάθε χώρα την 24η Μαΐου, στη 2η στήλη ο μέσος όρος των θανάτων την ημέρα και στην 3η ο μέσος όρος των θανάτων ανά ημέρα ανά 1.000.000 πληθυσμού. Στην προτελευταία γραμμή δίνονται τα αντίστοιχα στοιχεία για την κάθε ομάδα χωρών και στην τελευταία για την Ε.Ε.-28 ως σύνολο και τις ΗΠΑ.
Από τον Πίνακα φαίνεται ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές στη θνησιμότητα (βλέπε 3η στήλη του κάθε μέρους του Πίνακα) ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Πιο συγκεκριμένα, η θνησιμότητα

● Στα Βόρεια και Δυτικά κράτη: στο Βέλγιο είναι 12 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στη Φινλανδία, ενώ στα Νότια και Ανατολικά: στη Ρουμανία είναι 9 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στη Σλοβακία.
● Στο Βόρεια και Δυτικά κράτη ως σύνολο είναι 10 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στα Νότια και Ανατολικά ως σύνολο.
● Στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη –μετά τη Σλοβακία– ανάμεσα στα 28 κράτη-μέλη της Ε.Ε.
● Στις ΗΠΑ είναι ελαφρά μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην Ε.Ε. ως σύνολο.
● Στο σύνολο των 212 κρατών και αυτόνομων περιφερειών οι θάνατοι από κορονοϊό την 24η Μαΐου ήταν 342.029. Το 46,4% από αυτούς σημειώθηκε στα 14 Βόρεια και Δυτικά κράτη-μέλη της Ε.Ε. και το 1,1% στα Νότια και Ανατολικά, ενώ στις ΗΠΑ το 28,0%.
Το ερώτημα που γεννάται είναι σε τι οφείλονται αυτές οι πολύ μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κράτη στη θνησιμότητα από κορονοϊό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί την ολοκλήρωση του κύματος αυτού του κορονοϊού και τη διεξαγωγή εκτεταμένης έρευνας από ειδικούς ιατρούς και ερευνητές παρόμοιων προβλημάτων. Παράγοντες που πρέπει να ερευνηθούν, ενδεικτικά, αναφέρουμε:
● Τη διάρθρωση του πληθυσμού κατά φύλο και ομάδες ηλικιών και τη μέση ηλικία του.
● Τον αριθμό των (έστω μόνο των κλινικά διαγνωσμένων) κρουσμάτων.
● Την επάρκεια και ετοιμότητα του εθνικού συστήματος υγείας της καθεμιάς χώρας, δηλαδή του ιατρικού, νοσηλευτικού, βοηθητικού και διοικητικού προσωπικού των νοσοκομείων, τα νοσοκομεία και τον αριθμό των κλινών και των μονάδων εντατικής θεραπείας που διαθέτουν καθώς και την υλικοτεχνική υποδομή (σε όλα αυτά η χώρα μας υστερεί και οι δύσκολες καταστάσεις αντιμετωπίζονται μόνο χάρη στην αυτοθυσία του προσωπικού των νοσοκομείων).
● Το πόσο έγκαιρα ελήφθησαν τα περιοριστικά μέτρα και αν και κατά πόσο τηρήθηκαν από τον πληθυσμό της κάθε χώρας.
● Το πόσο η κάθε χώρα είναι εκτεθειμένη στον κόσμο, δηλαδή έχει πολλές και συχνές επισκέψεις από άλλα κράτη, το κλίμα της, τη ρύπανση του περιβάλλοντος κ.λπ.

Εκτός, όμως, από τα όσα προαναφέρθηκαν, η θνησιμότητα από κορονοϊό (αλλά και από άλλες ασθένειες) εξαρτάται από την οργάνωση της κοινωνίας και ειδικότερα τη φροντίδα των ηλικιωμένων, όπως φάνηκε στις περιπτώσεις του Βελγίου, της Σουηδίας και της Γαλλίας και άλλων κρατών στα οποία ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων από κορονοϊό σημειώθηκε στα γηροκομεία και στα οποία, προφανώς, δεν υπήρχε η απαιτούμενη φροντίδα. Το ότι στη χώρα μας δεν συνέβη το ίδιο οφείλεται στο γεγονός ότι πολλούς ηλικιωμένους τους φροντίζουν τα παιδιά τους με την ανεκτίμητη βοήθεια που προσφέρουν σ’ αυτούς γυναίκες μετανάστριες από άλλες χώρες που είναι μόνιμα και νόμιμα εγκατεστημένες στην Ελλάδα.


* Πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ


Πάντως στο χρηματοπιστωτικό πλυντήριο που λέγεται Ολλανδία και είναι η εμπροσθοφυλακή των σκληρών της λιτότητας της Ευρωπαικής Ένωσης ο ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε, δεν έσπασε την καραντίνα και δεν πήγε να επισκεφθεί την μητέρα του που ήταν ετοιμοθάνατη,  όχι απο Covid-19,  για εβδομάδες σε οίκο ευγηρίας, στη Χάγη.

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Ο θάνατός μας, η ζωή τους



Ξέρετε τον Μαρκ Σπιτσνάγκελ; Μάλλον όχι. Ούτε εγώ τον ήξερα. Μέχρι που διάβασα στο Bloomberg για το hedge fund «Universa Investments» που έχει ιδρύσει. Η Universa επενδύει στις καταστροφές. Οσο πιο μεγάλες και εκτεταμένες οι καταστροφές τόσο μεγαλύτερες οι αποδόσεις που αποφέρει στους πελάτες της. Μόνο που πρέπει να έχουν υπομονή. Μια τέλεια καταστροφή μπορεί να αργήσει. Θέλει χρόνια, ίσως και δεκαετίες. Μια τέλεια καταστροφή κάθε άνθρωπος μπορεί να ζήσει. Πρέπει μόνο να φροντίσει να μην είναι και ο ίδιος θύμα της. Να ’χει το πυρηνικό του καταφύγιο. Επενδύεις, υπομένεις τις μικρές καθημερινές απώλειες της ειρήνης, της ηρεμίας, της ευημερίας, της κανονικότητας, βρε αδερφέ. Κι όταν έρθει η ώρα της τέλειας καταστροφής –ένας σεισμός, ένα κραχ, μια χρεοκοπία, ένας πόλεμος, μια τρομοκρατική επίθεση, μια πανδημία, καλή ώρα– η καρτερία σου θα αποζημιωθεί με σούπερ κέρδη.
Πόσα; 1.000%, 2.000%, 3.612%! Τόση ήταν η απόδοση του «Πρωτοκόλλου Προστασίας Μαύρου Κύκνου», του αμοιβαίου κεφαλαίου της Universa που επένδυε σε κατάρρευση των δεικτών εξαιτίας μιας παγκόσμιας καταστροφής. Ο COVID-19 ήταν ο «μαύρος κύκνος» που περίμενε ο Σπιτσνάγκελ, η τέλεια καταστροφή που είχε υποσχεθεί στους πελάτες του. Προστατευμένος στη φάρμα του –«Idyll Farms», κάπου στη λίμνη Μίσιγκαν– όπου εκτρέφει αλπικές κατσίκες με τη φιλοδοξία να φτιάξει τυρί αρωματισμένο με μέλι και βότανα, ασφαλής από πανδημίες κι άλλα δεινά, ο κτηνοτρόφος-γκουρού των ριψοκίνδυνων επενδύσεων αγοράζει και πουλάει δικαιώματα προαίρεσης που προστατεύουν από απότομες καταρρεύσεις των αγορών. Προφανώς είναι οικολόγος, προφανώς και έχει εκλεπτυσμένο ουρανίσκο, προφανώς και αγαπάει τις κατσίκες του και κάθε ζώο που φιλοξενεί στη φάρμα του, προφανώς και ανησυχεί για την κλιματική αλλαγή, προφανώς και θεωρεί ανίκανες κι άχρηστες τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις. Γι’ αυτό και επενδύει με ζήλο στην αποτυχία τους.
Σε τι ακριβώς επενδύουν οι αναχωρητές της βαθιάς κερδοσκοπίας; Στον θάνατο. Στον θάνατο χιλιάδων, εκατομμυρίων. Είναι βαθύς οπαδός της θεωρίας του μανδαρίνου. Αυτής που οι περισσότεροι έχουμε μάθει από την ταινία του Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», όπου ο Κλέων-Χορν, πριν βάλει χέρι στο ταμείο της τράπεζας, δηλώνει ότι δεν θα πάταγε το κουμπί που θα τον έκανε πάμπλουτο ξέροντας ότι ταυτόχρονα στα βάθη της Κίνας θα πέθαιναν τρεις χιλιάδες μανδαρίνοι (την ιστορία την έχει χρησιμοποιήσει κι ο Καραγάτσης, αλλά την οφείλουμε στον πολύ προγενέστερο Πορτογάλο Εκα ντε Κουέιρος και στον «Μανδαρίνο» του).
Το χρηματιστήριο του θανάτου είναι μια απλή εφαρμογή της θεωρίας του μανδαρίνου. Οσο πιο πολλά πτώματα αφήσει η πανδημία τόσο πιο τέλεια η καταστροφή, τόσο πιο μεγάλα τα στοιχήματα και τελικά πιο ψηλές οι αποδόσεις. Αν οι επενδυτές του θανάτου ήταν στην Ιερουσαλήμ του έτους 1 μ.Χ., στον Γολγοθά, κάτω από τους σταυρούς με τους ετοιμοθάνατους, δεν θα σπαταλούσαν τον χρόνο τους σε μπαρμπούτι για έναν ματωμένο χιτώνα. Θα έβαζαν ένα πιο ευφάνταστο στοίχημα: Ποιος θα πεθάνει πρώτος, ο μεσαίος ή ο αριστερός; Θα σχισθεί το καταπέτασμα του ναού; Και ποιου ναού; Θα γίνει σεισμός; Πόσα Ρίχτερ; Και πόσοι θα πεθάνουν κάτω από τα χαλάσματά του;
Το εξοργιστικό δεν είναι ότι υπάρχουν νοσηροί τύποι που δημιουργούν ένα επενδυτικό προϊόν βασισμένο στη δυστυχία και στον θάνατο, αλλά ότι αυτό είναι μια καθόλα νόμιμη δραστηριότητα. Δηλωμένη και εποπτευόμενη από μια επιτροπή κεφαλαιαγοράς, μετρούμενη ως κανονικό χρήμα (Μ2, Μ3, Μ4; Θα σας γελάσω) από μια κεντρική τράπεζα, ρυθμισμένη από μια κυβέρνηση και κανονικότατα νομοθετημένη από ένα Κοινοβούλιο. Είναι μια καθωσπρέπει επενδυτική δραστηριότητα που, παρότι ο ρόλος της αποκαλύφθηκε την προηγούμενη δεκαετία, στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με τα στοιχήματα υπέρ της χρεοκοπίας χωρών, ουδείς διανοήθηκε να την απαγορεύσει.
Λογικό, γιατί με το ίδιο κριτήριο θα έπρεπε από τις αρχές του Μάρτη όλες οι κυβερνήσεις, πριν επιβάλουν «λοκντάουν» στην παραγωγή, στο εμπόριο και στις ζωές μας, να έχουν ξεκινήσει με ένα καραμπινάτο –ή μήπως καραντινάτο;– «λοκντάουν» στις αγορές.
Μια ευθανασία των αγορών ίσως είναι πιο σημαντική από την ευθανασία των ραντιέρηδων. Γιατί οι αγορές μυρίζουν θάνατο. Από κορυφής έως ονύχων. Το σκαμπανέβασμα των μετοχών που παρακολουθεί τους αριθμούς των νεκρών δίνει τη θέση του στις πιέσεις για χαλάρωση της καραντίνας. Οι αγορές ρισκάρουν, οι κυβερνήσεις αφουγκράζονται τους υποβολείς. Κι αν τον Μάιο ο ιός επιστρέψει δριμύς και δρεπανηφόρος; Δεν πειράζει. Αγόραζε στον θάνατο, πούλα στη ζωή.
Προσδοκώ ανάσταση των νεκρών ανακλαστικών μας, των απονεκρωμένων μας αισθήσεων. Αν ο θάνατός μας είναι η ζωή τους, μήπως η επιβίωσή μας απαιτεί το αντίστροφο; Ή μήπως έτσι προσχωρούμε κι εμείς στη θεωρία του μανδαρίνου;
💬 Θεωρίες για την υπεραξία
[…] Ο νόμος επέτρεπε στους ανατόμους να συλλέγουν πτώματα από τα ιδρύματα της Προστασίας Απόρων. Στο εξής όλοι οι Βρετανοί που πέθαιναν άποροι και που τα πτώματά τους παρέμεναν αζήτητα 48 ώρες μετά τον θάνατο κινδύνευαν να δοθούν για ανατομή. Τον αιώνα μετά τον νόμο, περίπου 57.000 πτώματα φτωχών ανατμήθηκαν μόνο στις ανατομικές σχολές του Λονδίνου. Ακόμη και στα μέσα της δεκαετίας του 1930, λιγότερο από το 4% των πτωμάτων που ανατμήθηκαν στις ιατρικές σχολές της Βρετανίας είχαν παραχωρηθεί με διαθήκη. Αν και προοδευτικά όλο και λιγότεροι άποροι κινδύνευαν να έχουν αυτό το ατιμωτικό τέλος καθώς μειωνόταν ο αριθμός των πτωμάτων ασθενών που πέθαιναν στα ιδρύματα Προστασίας Απόρων, αυτή η νομιμοποίηση της οικονομίας πτωμάτων διασφάλισε ότι ο φόβος της βεβήλωσης παρέμενε ισχυρός μόνο για τους φτωχότερους Βρετανούς. Μετά τον θάνατο, η φτώχεια επέτρεπε τη βεβήλωση.
Joanna Bourke, «Φόβος, στιγμιότυπα από τον πολιτισμό του 19ου και του 20ού αιώνα»


Kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.gr

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Μικρές στιγμές με τον Περικλή



Mερικές φορές φαινόταν σαν να μην είχε νεύρα, δεν διαμαρτυρόταν για τίποτε, ειδικά όταν δυο από την παρέα, γενναίοι φωνακλάδες, κατά την επίσκεψή μας στο σπίτι του σήκωναν τη γειτονιά στο πόδι από τη φιλονικία τους [για ασήμαντα, πάντοτε, πράγματα - αλλά όλες οι λογομαχίες για ασήμαντα πράγματα συμβαίνουν].
Ελεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Ο διάλογος μεταξύ ετεροφρόνων είναι αδύνατος και μεταξύ ομοφρόνων περιττός». Στην περίπτωσή μας τίποτε από τα δύο δεν συνέβαινε, αλλά άντε τώρα να βρεις άκρη [και να τη βρεις, τι να την κάνεις;]. Περίμενε με απίστευτη στωικότητα να κοπάσει ο οίστρος των λογομαχούντων και μας κέρναγε όλους στα ποτήρια μας.
Τα νεύρα του τεντώνονταν όταν η συζήτηση είχε ουσία, περιεχόμενο, βάθος, όταν αφορούσε την κυκλοφορία της εφημερίδας και την ενίοτε εύθραυστη ισορροπία, που κινδύνευε στις γενικές συνελεύσεις, μεταξύ των συνεταιριστών· όταν επίσης ο λόγος στρεφόταν γύρω από ιστορικά θέματα και τις μεγάλες επαναστάσεις -τότε απαιτούσε σιωπή· και βέβαια ο καθείς είχε τη σειρά του, όπως στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία.
Τα τελευταία χρόνια τού άρεσε να βρισκόμαστε στην πλατεία Καρύτση, στου Ηρακλή, που ήταν -και είναι- βιρτουόζος στο μπουζούκι. Γνωρίζοντας πόσο κακόφωνος είναι φρόντιζε να έχει πάντα δίπλα του την καλλικέλαδη Ευρυδίκη [μας], μια πραγματικά σπάνια φωνή, που με τους αναπνευστικούς λαρυγγισμούς της αναστάτωνε και απογείωνε κάθε ζωντανό πλάσμα που εκινείτο εκεί γύρω.
Οταν, δε, ζούσε ο Γιάννης Καλαϊτζής επιδίδονταν οι δυο τους σε απίθανες μελωδίες, παλιές, άγνωστες σε μας τους κάπως νεότερους. Ησαν από τις βραδιές που δεν ήθελες να τελειώσουν. Τα νεύρα λοιπόν, που είπα στην αρχή ότι φαινόταν πως του έλειπαν, διοχετεύονταν στις μυϊκές του συσπάσεις όταν καταπιανόταν με τα ελληνικά τραγούδια και τον χορό -πιθανώς και όταν έγραφε, αλλά αυτό δεν μπορώ να το ξέρω, ξέρω μόνο ότι το νεύρο δεν έλειπε από τα γραπτά του.
Ηταν επίσης σπουδαίος μάγειρας, μια και είχε γνωρίσει πολλές ευρωπαϊκές κουζίνες, παρότι με φτωχά υλικά [πού και πώς να βρει τα ακριβά;] μαγείρευε στις ξένες χώρες. Σήκωσε όμως τα χέρια ψηλά όταν ήρθε αντιμέτωπος με την τέχνη του Φώτη -παραδέχτηκε ότι ο τελευταίος ήταν εξαιρετικός σεφ, έλεγε μάλιστα ότι θα διέπρεπε σε μεγάλα και πολυτελή ξενοδοχεία εάν του δινόταν κάποια ευκαιρία. (Ακόμη δεν του έχει δοθεί -και τώρα που «έφυγε» ο Περικλής δεν νομίζω να του χαμογελάσει η τύχη).
Θέλω να πω ότι στον Περικλή Κοροβέση άρεσαν οι μικροχαρές της ζωής, οι καλοί φίλοι, το μακρόσυρτο της παρέας και βεβαίως οι καλές συζητήσεις, όποτε κατορθώναμε κάτι τέτοιο· επίσης τα ωραία αστεία, κυρίως τα βιωματικά -και είχε πολλά να μας διηγηθεί από την πολυτάραχη ζωή του [όσα είχαν σχέση με στιγμές φτώχειας -και ήσαν πολλές- και απίθανες δουλειές του ποδαριού, αμέτρητες].

Ισως δεν γινόταν αμέσως κατανοητή [από μειράκια της δημοσιογραφίας] η εύθυμη πλευρά του και η αυστηρή λιτότητα της ζωής του, η οξυνούστατη ματιά του.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

Οταν ο νεκρός (δεν) δεδικαίωται



Σύσσωμη η αμερικανική, αλλά και η διεθνής πολιτική ελίτ συγκεντρώθηκε χτες στον μεγαλοπρεπή καθεδρικό της Ουάσινγκτον, για να αποτίσει φόρο τιμής στον εκλιπόντα Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο.
Ακόμη και ορκισμένοι εχθροί της «δυναστείας» των Μπους, όπως ο 45ος πρόεδρος Τραμπ, ο 44ος Μπαράκ Ομπάμα και το ζεύγος Μπιλ (νο42) και Χίλαρι Κλίντον έκλιναν ταπεινά το γόνυ μπροστά στο φέρετρο του 41ου προέδρου και άκουσαν αγόγγυστα τον επικήδειο διά στόματος του «νο43» γιόκα του, ενώ όλα τα μεγάλα ΜΜΕ του πλανήτη συναγωνίζονταν όλες αυτές τις μέρες του «λαϊκού προσκυνήματος» για το ποιο θα γράψει/προβάλει την πιο συγκινητική, γεμάτη μεγαλοστομίες και ανερυθρίαστα ψέματα αγιογραφία του.
Και τι δεν ακούσαμε/διαβάσαμε αυτές τις μέρες για τη «σπουδαία πολιτική κληρονομιά» του μπαμπά Μπους, του τελευταίου προέδρου της «ηρωικής γενιάς» του Β’ Παγκοσμίου: για το πόσο μεγάλος πατριώτης ήταν, πόσο μετριοπαθής ήταν η στάση του απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του, πόσο σπουδαία ήταν η συμβολή του στο «συμμάζεμα» της αμερικανικής οικονομίας, και πάνω απ’ όλα πόσο φωτισμένος και πραγματιστής ήταν στην εξωτερική πολιτική, όντας ο πρόεδρος που βγήκε νικητής από τον Ψυχρό Πόλεμο, γκρέμισε την ΕΣΣΔ και το Σιδηρούν Παραπέτασμα και χάρισε σε όλους εμάς τους αχάριστους τη δημοκρατία και την ελευθερία, την Pax Americana της Νέας Τάξης Πραγμάτων...
Η πραγματικότητα, φυσικά, δεν έχει καμιά σχέση με το εν λόγω θρυλικό αφήγημα. Ο πρεσβύτερος Μπους υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια από τις σκοτεινότερες προσωπικότητες του 21ου αιώνα, με τις επιλογές του να τραυματίζουν ώς και σήμερα τον αμερικανικό λαό και ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Αυτό, φυσικά, ισχύει για όλους ανεξαιρέτως τους Αμερικανούς προέδρους μετά τον πόλεμο, περιλαμβανομένων και των υποτίθεται «καλύτερων» περιπτώσεων, όπως ο Κένεντι, ο Κάρτερ, ο Κλίντον και ο Ομπάμα: αυτή είναι η φύση κάθε αυτοκρατορίας.
Ειδικά όμως ο συγκεκριμένος, ο νο41, ξεχωρίζει αρνητικά ακόμη και σε σύγκριση με τους χειρότερους. Και η μαύρη «κληρονομιά» του ξεκινά... πριν από τη γέννησή του το μακρινό 1924, από την ίδια του τη βαθιά «διαπλεκόμενη» οικογένεια.
Ο παππούς του και τυπικά «ιδρυτής» της δυναστείας, ο Σάμιουελ Μπους, ήταν ιδιοκτήτης χαλυβουργίας και άνθρωπος του πανίσχυρου Ροκφέλερ, που το 1917 τον έμπασε στην επιτροπή που έδωσε στη Remington το συμβόλαιο για την παραγωγή εκατομμυρίων τουφεκιών, συνδέοντας την οικογένεια με το λόμπι των όπλων.
Ομως ο πραγματικός «γενάρχης» της φαμίλιας ήταν ο συμπέθερος του Σαμ, ο μεγαλοτραπεζίτης Χέρμπερτ Γουόκερ, στην τράπεζα του οποίου δούλεψε για δεκαετίες ο γαμπρός και μετέπειτα γερουσιαστής πατέρας του Τζορτζ, ο Πρέσκοτ Μπους.
Μία από τις βασικές λοιπόν δραστηριότητες του Γουόκερ, για την οποία η τράπεζα καταδικάστηκε το 1942, ήταν η χρηματοδότηση με μεγάλα ποσά αλλά και ο εξοπλισμός με περίστροφα και αυτόματα (μέσω των ιδιόκτητων πλοίων της γραμμής Νέα Υόρκη-Αμβούργο) του ναζιστικού κόμματος της Γερμανίας και του παραστρατιωτικού τους σώματος, των SA.
Και δεν ήταν μόνον οι ναζί. Η οικογενειακή περιουσία των Μπους, χάρη στην οποία χτίστηκε (κυριολεκτικά: αγοράστηκε) η πολιτική καριέρα του γερουσιαστή Πρέσκοτ (γνωστού και με το παρατσούκλι Rubbers, ο «Καπότας», λόγω της μαλθουσιανής μονομανίας του με τα προγράμματα «εθελοντικής» στείρωσης των φτωχότερων τάξεων) και των δύο κατοπινών προέδρων Τζορτζ, βρομάει από όπου κι αν την πιάσεις.
Βέβαια, ο ίδιος ο «πορφυρογέννητος» μετέπειτα πρόεδρος δεν πέτυχε ποτέ στον ρόλο του «πετρελαιά», μετά την εθελούσια κάθοδό του στο Τέξας το 1950 και την ατυχή ενασχόλησή του με τον πετρελαϊκό κλάδο: η μετακόμιση αυτή ωστόσο στο Χιούστον και τον Κόλπο του Μεξικού τού επέτρεψε να αναμιχθεί προσωπικά στον βρόμικο πόλεμο της CIA ενάντια στην κουβανική επανάσταση μετά το 1959.
Η σχέση του με τους αιμοσταγείς Κουβανούς εξόριστους και την «Κόμπανι» υπήρξε διαρκής και κορυφώθηκε με την τοποθέτησή του ως διοικητή της υπηρεσίας εν μέσω της πιο «μαύρης» περιόδου της ιστορίας της, το 1975.
Είχε προηγηθεί, το 1964, μια αποτυχημένη προσπάθειά του να μπει στη Γερουσία, κατά τη διάρκεια της οποίας έδειξε τη διάσημη «μετριοπάθειά» του κατακεραυνώνοντας τη Civil Rights Act, τον νόμο που εξίσωσε τα δικαιώματα λευκών και μαύρων, και ζητώντας τη σύλληψη και παραδειγματική τιμωρία του «επικίνδυνου κομμουνιστή» Μάρτιν Λούθερ Κινγκ!
Η μεγάλη ευκαιρία του Μπους ήρθε πάντως το 1980, όταν ο Ρόναλντ Ρίγκαν αναγκάστηκε υπό πίεση να τον ορίσει υποψήφιο αντιπρόεδρό του.
Ετσι, ο Μπους βρέθηκε από το παράθυρο στον Λευκό Οίκο όπου για τα επόμενα οκτώ χρόνια έλυνε κι έδενε από το παρασκήνιο, συμμετέχοντας ενεργά σε πλήθος «βρομοδουλειές» - από τους ακήρυχτους «μυστικούς πολέμους» στο Αφγανιστάν και τη Νικαράγουα μέχρι το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρα, που λίγο έλειψε να καταστρέψει την πολιτική του καριέρα.
Το 1988, όταν ήρθε η σειρά του να κατέβει για πρόεδρος, βρήκε μπροστά του τον χαρισματικό Ελληνοαμερικανό Μάικλ Δουκάκη, τον οποίο τελικά νίκησε χάρη σε μια από τις πιο βρόμικες προεκλογικές εκστρατείες όλων των εποχών, γεμάτη λιβέλους και προσωπικά χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Την ίδια χρονιά, ο μεγάλος γιος του Νιλ καταδικάστηκε για ατασθαλίες εκατομμυρίων δολαρίων στο πλαίσιο του μεγάλου σκανδάλου των ταμιευτηρίων (Savings and Loans) - μια από τις δεκάδες οικονομικές «μαύρες σελίδες» της φαμίλιας.
Ως πρόεδρος για μία και μοναδική τετραετία, ο Μπους έσπειρε πλήθος από «άνθη του κακού», που εξακολουθούν να ταλανίζουν τον πλανήτη μας. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της ήταν το μεγαλύτερο «δώρο» που του άνοιξε την όρεξη για παγκόσμια κυριαρχία.
Το χειρότερο κατόρθωμά του, φυσικά, ήταν η σκόπιμη «παγίδευση» του μέχρι τότε στενού συμμάχου των ΗΠΑ ενάντια στο Ιράν, του Σαντάμ Χουσεΐν, που πείσθηκε (από την τότε πρέσβειρα στη Βαγδάτη Εϊπριλ Γκλάσμπι, που με τη σειρά της ακολουθούσε τις εντολές του Μπους) πως μπορούσε να εισβάλει στο Κουβέιτ ατιμώρητα, δίνοντας έτσι στους Αμερικανούς το πάτημα που χρειάζονταν για να εισβάλουν και να παγιωθούν στρατιωτικά στο «βενζινάδικο του πλανήτη», τον Περσικό Κόλπο.
Εννοείται πως, αφού «απελευθέρωσε» το Κουβέιτ, ο Μπους παρότρυνε τους Ιρακινούς του Νότου και τους Κούρδους να εξεγερθούν, για να τους εγκαταλείψει στη συνέχεια στα τρομερά αντίποινα του Σαντάμ.
Την κατάκτηση του Ιράκ ολοκλήρωσε φυσικά μία δεκαετία αργότερα ο γιος του, πάλι με ψεύτικο πρόσχημα - αυτή τη φορά, τα περίφημα «άφαντα» όπλα μαζικής καταστροφής, τα οποία πράγματι είχαν δώσει Αμερικανοί και Γάλλοι στον Σαντάμ στη δεκαετία του ΄80...
Αλλά και στη δική μας, την ευρωπαϊκή γειτονιά, ο Μπους έβαλε τη σφραγίδα του επιταχύνοντας το 1990-91 τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια), υποστηρίζοντας τον Γέλτσιν μετά το πραξικόπημα-οπερέτα στη Ρωσία και πιέζοντας για την επανένωση των δύο Γερμανιών, κόντρα στις προειδοποιήσεις των Αγγλο-Γάλλων.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, δε, συνέχισε τόσο πιστά τα νεοφιλελεύθερα «Ριγκανόμικς», ώστε χάρη στην αγάπη του αμερικανικού λαού πήρε στις εκλογές του 1992 το χαμηλότερο ποσοστό εν ενεργεία προέδρου στην Ιστορία -μόλις 37%- και πήγε σπίτι του, με τον αντίπαλό του Κλίντον να θριαμβεύει χάρη στο απλό σύνθημα: «Είναι η Οικονομία, Ηλίθιε»!

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Truman


Η ισπανική ταινία «Truman» του  Σεσκ Γκάι («Ζευγάρια στην Πόλη», «Ένα Πιστόλι σε Κάθε Χέρι») μπορεί να έχει πολύ βαρύ θέμα-έναν ετοιμοθάνατο από καρκίνο- αλλά διαπραγματεύεται το ζήτημα χωρίς μελοδραματισμούς και με πραγματική κομψότητα.  Στην έβδομη και καλύτερη ταινία του, ο 49χρονος Καταλανός εστιάζει την προσοχή του κυρίως  σε δύο μονάχα πρόσωπα, που υποδύονται υποδειγματικά ο Χαβιέ Καμάρα και Ρικάρντο Νταρίν, και ένα σκύλο. Ο Τoμάς αποφασίζει να ταξιδεύσει  από τον Καναδά στη Μαδρίτη για να συναντήσει τον παιδικό του φίλο Χούλιαν, ο οποίος έχει διαγνωστεί με καρκίνο σε τελικό στάδιο. Θα περάσει μαζί του και με τον αγαπημένο του σκύλο Τρούμαν τέσσερις μέρες στις οποίες ο φίλος του θα προσπαθήσει να ρυθμίσει τις εκκρεμότητες του και να πάρει αποφάσεις σχετικά με το πώς θα διαχειριστεί το λίγο χρόνο που του απομένει. Με γλυκόπικρες σκηνές και υποδειγματικό χιούμορ ο σκηνοθέτης αποφεύγει με μεγάλη μαεστρία τις παγίδες του μελοδράματος και στήνει μια ταινία την οποία όποιος δει σίγουρα θα του αφήσει ανεξίτηλο συναισθηματικό αποτύπωμα. Εξαιρετικής συναισθηματικής εντάσεως και υποδειγματικά στημένη είναι η σκηνή που ο Χούλιαν συναντά μάλλον για τελευταία φορά  το γιο του. Η ταινία απέσπασε Βραβεία Γκόγια καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και αντρικών ρόλων και διανύει την πρώτη κινηματογραφική της εβδομάδα στια αθηναϊκές αίθουσες.


Βλέποντας την ταινία, μου ερχόταν κάποιες στιγμές στο μυαλό, ο απροσδόκητος θάνατος του Νίκου Τριανταφυλλίδη, από καρκίνο και αυτός, την προηγούμενη εβδομάδα. Θυμάμαι πέρα από τις ταινίες του- η τελευταία «Οι αισθηματίες» πιθανόν ήταν η καλύτερη του-  τα μουσικά γραπτά του στο περιοδικό «Ήχος» τη δεκαετία του ’80, κάποιες σκόρπιες μεταμεσονύχτιες  κουβέντες μαζί του στο Μπαρ «Decadence», το Gagarin και την πρώτη συναυλία με την οποία άνοιξε ο χώρος, του Barry Adamson…     

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Loreak-Λουλούδια


Η υποβολή της Ισπανίας για ξενόγλωσσο Όσκαρ 2016, γυρισμένη  εξ ολοκλήρου στη βασκική γλώσσα, μπορεί να μην κατάφερε να μπει στη μικρή λίστα των 9, που οδηγούσε στην πεντάδα, αλλά είναι μια πετυχημένα υπαινικτική ταινία χαρακτήρων που διαθέτει κισλοφσκικές,  δημιουργικά αφομοιωμένες, επιρροές. Η ιστορία του σκηνοθετικού/σεναριακού διδύμου Jon GaranoJose Mari Goenaga, δημιουργών της ταινίας “Loreak”, που στα ελληνικά σημαίνει Λουλούδια, χρησιμοποιεί τα λουλούδια σαν σεναριακό εύρημα πολλαπλών νοηματοδοτήσεων.


Στην αρχή τα λουλούδια αποτελούν ένα άλυτο μυστήριο: η Άνε (Nagore Aranburu), μια 45άρα μηχανικός, σε  πρόωρη εμμηνόπαυση ζει μια αδιάφορη συζυγική και επαγγελματική ρουτίνα. Ξαφνικά όμως αρχίζει να λαμβάνει κάθε εβδομάδα μια ανθοδέσμη από άγνωστο αποστολέα, κάτι που προοδευτικά αναστατώνει θετικά την μίζερη καθημερινότητά της. Η Άνε θα ανακαλύψει όμως τον αποστολέα, ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ, όταν αυτός σταματήσει να της στέλνει λουλούδια λόγω ενός τραγικού δυστυχήματος. Ο Μπενιάτ, (Josean Bengoetxea),  ένας συνάδελφός της που χειρίζεται τον τεράστιο γερανό στο εργοτάξιο, είναι ο κρυφός θαυμαστής της: την παρακολουθεί από ψηλά, έχει φυλάξει ένα μενταγιόν που εκείνη έχασε και φανερώνεται ότι έψαχνε να εκδηλώσει, με την αποστολή των λουλουδιών, με ντελικάτη ανωνυμία τον «απαγορευμένο» έρωτά του. Γιατί ήταν κι αυτός παντρεμένος, παγιδευμένος σε μια διαρκή οικογενειακή κόντρα ανάμεσα στη γυναίκα του, της Lourdes (Itziar Ituno)  και την αδιάκριτη, στριμμένη μητέρα του, Tereza (Itziar Aizpuru).


Μετά το μοιραίο ατύχημα η ταινία βρίσκει το κέντρο βάρους της και αναπτύσσει υποδειγματικά, λόγω του υπαινικτικού, χωρίς μελοδραματισμούς, σεναρίου της, το βασικό θέμα της: Πόσο «ζει» ένας νεκρός στην μνήμη των οικείων του μετά το θάνατο του; Πότε εξασθενίζουν και σβήνουν οι χειρονομίες για τη διατήρηση της μνήμης του; Πόσο άβολο μπορεί να είναι να βρεθείς με τη σκόνη (καύση νεκρού) του άντρα σου τρία χρόνια μετά το θάνατο του; Τα κισλοφσικά παιχνίδια της τύχης και η διαχείρισή τους από τους ήρωες της ταινίας νοηματοδοτούν με ενάργεια το βασικό της θέμα και σκιαγραφούν δευτερογενείς παρενέργειες: τις απρόβλεπτες διαδρομές της επιθυμίας, τη διαχείριση της απώλειας, την ανείπωτη θλίψη της μοναξιάς.   Ξεχωριστής μνείας αξίζει ότι οι τρεις πρωταγωνιστικοί γυναικείοι ρόλοι του έργου είναι πολύ καλά δομημένοι με τις τρεις ηθοποιούς να πετυχαίνουν τόσο ώριμες όσο και συγκροτημένες ερμηνείες. Η ταινία εξακολουθεί να παίζεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο  «Νιρβάνα», αλλά μάλλον διανύει την τελευταία εβδομάδα προβολής της.    

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...