KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Η έκλειψη των διανοούμενων


Πρόσφατα κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο «Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;» (μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου). Ο Enzo Traverso γεννήθηκε στο Γκάβι (Πιεμόντε) το 1957. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας και ολοκλήρωσε το διδακτορικό του το 1989 στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, κάτω από την εποπτεία του Michael Lewy. Αφού έζησε και δούλεψε στη Γαλλία για 20 χρόνια, σήμερα είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης.  Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του «Διά πυρός και σιδήρου» και «Οι ρίζες της ναζιστικής βίας» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013). Η ακόλουθη συνέντευξη του Εντσο Τραβέρσο δημοσιεύτηκε στον γαλλικό ιστότοπο Mediapart και αναδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών με την επιμέλεια του Θανάση Γιαλκέτση.
• Ο Σαρτρ έλεγε ότι «ο διανοούμενος είναι κάποιος που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν»…

Ζούμε σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ο Σαρτρ είχε επινοήσει τον ορισμό του διανοούμενου. Η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας και το μαζικό Πανεπιστήμιο διεύρυναν τα όρια των διανοητικών κύκλων. Περισσότερα πρόσωπα μπορούν να παρεμβαίνουν ενεργά στις συζητήσεις. Στο βάθος όμως ο ρόλος του διανοούμενου δεν άλλαξε: οφείλει να ελέγχει, δηλαδή να αμφισβητεί την εξουσία, αυτός ο θεμελιώδης ρόλος παραμένει.
• Ο διανοούμενος δεν οφείλει να είναι παραγωγός γνώσης ή κατανόησης;
Βέβαια, αλλά πρέπει να διακρίνουμε τον διανοούμενο από τον άνθρωπο των γραμμάτων. Ο άνθρωπος των γραμμάτων περιορίζεται στο να παράγει γνώσεις, ο διανοούμενος παρεμβαίνει στη ζωή της πολιτείας. Οι γνώσεις για τον κόσμο και την κοινωνία είναι τόσο ειδικευμένες, διαφοροποιημένες, κατακερματισμένες, ώστε σήμερα είναι δύσκολο να υιοθετήσει κανείς μια στάση εγκυκλοπαιδιστή -σαν τον Ντιντερό-, που έγκειται στο να εκφέρει έγκυρη κρίση για τα πάντα. Η προσπάθεια πρέπει να κατατείνει στην κριτική αυτονομία και στην οικουμενική προοπτική, οι οποίες πρέπει να διασωθούν. Για να γίνει διανοούμενος, ο άνθρωπος των γραμμάτων οφείλει να αξιοποιεί τη φήμη που απέκτησε χάρη στις έρευνές του, για να παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα. Ακολουθώντας την προτροπή του Καντ, οφείλει να ασκεί την κριτική λειτουργία και τη δημόσια χρήση του λόγου.
• Η δημόσια σφαίρα όμως είναι γεμάτη με σφετερισμένες διασημότητες!
Η πολιτιστική βιομηχανία πράγματι δεν παύει να προωθεί στο προσκήνιο ψευτοδιανοούμενους ή υποτιθέμενους ειδικούς. Ο μιντιακός διανοούμενος «κατασκευάζεται» από την πολιτιστική βιομηχανία, η οποία του εξασφαλίζει μια προβολή χάρη στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ο «ειδικός» είναι ένας πνευματικός άνθρωπος ο οποίος μπαίνει στην υπηρεσία της εξουσίας, απαρνούμενος στις περισσότερες περιπτώσεις την κριτική του αυτονομία. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν αμφισβητούν τις δομές ή τις μορφές της κυριαρχίας. Ολα αυτά εγγράφονται σε ένα πλαίσιο ιδεολογικής και πολιτικής κατάπτωσης: τα κόμματα δεν έχουν πλέον ιδέες για να τις υπερασπίζονται και δεν καλούν τους διανοούμενους για να επεξεργαστούν τα προγράμματά τους (απασχολούν μόνο διαφημιστές για να τους εγγυώνται μιαν εικόνα…). Μερικές φορές αυτές οι δύο μορφές συμπίπτουν: ο «μιντιακός ειδικός» ενσαρκώνει τότε την πλήρη αντίθεση στον κλασικό διανοούμενο.
• Θεμελιώδεις συνδετικοί κρίκοι, όπως τα εργατικά κέντρα ή τα συνδικάτα, έχουν χαθεί…
Οι διανοούμενοι εξασφάλιζαν άλλοτε μια μορφή μετάδοσης της γνώσης, καθώς αποτελούσαν τους φορείς μιας κουλτούρας που την κατείχε μόνο μια ελίτ. Εκπλήρωναν επομένως μια παιδαγωγική αποστολή που περνούσε μέσα από κοινωνικές οργανώσεις, οι οποίες απέβλεπαν μεταξύ άλλων και στο μοίρασμα της γνώσης. Επειτα η κουλτούρα εκδημοκρατίστηκε, ενώ οι διανοούμενοι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, έγιναν εργαζόμενοι σαν τους άλλους. Ορισμένοι, για να διατηρούν μια προβολή –ουσιαστικά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας–, υιοθετούν μια αλαζονική ελιτίστικη στάση. Αλλοι φορούν το κοστούμι του γνωστού ταραξία των τηλεοπτικών συζητήσεων, αλλά πρόκειται, στις περισσότερες περιπτώσεις, για καταμερισμό ρόλων.
• Στην κλασική εποχή του ο διανοούμενος φαινόταν ικανός να μας επιτρέπει να εξηγούμε και ταυτόχρονα να μετασχηματίζουμε τον κόσμο…
Υπαινίσσεστε την ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ, στην οποία ο Μαρξ δήλωνε το 1845 ότι «οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ερμηνεύουν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι να τον αλλάξουμε». Ο διανοούμενος -χρησιμοποιώ αυτήν την έννοια με αναχρονισμό, επειδή δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την εποχή-, μαζί με τους καλλιτέχνες, έδινε μορφή στο συλλογικό φαντασιακό, το οποίο τότε ήταν γεμάτο ουτοπίες. Η σύνδεση ερμηνείας και μετασχηματισμού ήταν αναγκαία γι’ αυτή την προβολή στο μέλλον. Ο διανοούμενος επινοούσε τη διαλεκτική μιας τέτοιας κίνησης. Σήμερα φαίνεται να του έχει δοθεί μια άλλη λειτουργία: αντί να επινοεί το μέλλον, αφοσιώνεται στην εργασία πένθους των κοινωνιών μας. Αναπόφευκτα έχει πληγεί μετωπικά από την ανάδυση της μνήμης -μείζον γνώρισμα της εποχής μας-, η οποία εκθρονίζει την ουτοπία. Στις κατακερματισμένες ή «ρευστές» κοινωνίες μας, όπου οι ζωές έχουν εξατομικευτεί και έχουν γίνει επισφαλείς, εκείνοι που καταγγέλλουν τις καταπιέσεις και την άδικη τάξη του κόσμου δίνουν την εντύπωση φωνής βοώντος εν τη ερήμω. Ο αμφισβητίας διανοούμενος δεν βγήκε σώος και αβλαβής από την ιστορική ήττα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Η ανυποληψία του σταλινισμού και του μαοϊσμού κλονίζει την εικόνα του στρατευμένου διανοούμενου. Αυτή η αμφισβήτηση της στράτευσης έγινε στη δεκαετία του 1980, σε μιαν εποχή κατά την οποία εμφανίστηκαν –στη Γαλλία και αλλού– οι μιντιακοί ψευτοδιανοούμενοι και οι ειδικοί. Οι εορτασμοί της επετείου των διακοσίων χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης, το 1989, που ορισμένοι ξένοι παρατηρητές ορθά θεώρησαν ως πολυτελή κηδεία της, σηματοδοτούν συμβολικά αυτή τη στροφή. Τα κοινωνικά κινήματα είναι ήδη κινήματα χωρίς ηγέτες και χωρίς εμπνευστές, για καλούς λόγους (είναι περισσότερο αυτοδιευθυνόμενα και δημοκρατικά από όσο ήσαν στο παρελθόν) καθώς και για κακούς λόγους (δεν είναι φορείς ενός σχεδίου αλλαγής της κοινωνίας). Και όταν ο φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ πάει να μιλήσει στην Ελλάδα, μπορεί να γίνεται θερμά δεκτός, αλλά δεν καλύπτει αυτό το κενό. Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική κατάσταση. Ο κόσμος θα επινοήσει αναμφίβολα νέες ουτοπίες και θα χρειαστεί να τις ορίσουμε ή να τους δώσουμε συστηματική μορφή. Τότε θα χρειαστούμε νέους διανοούμενους.
• Νιώθετε νοσταλγία για το παρελθόν ή δεν πρέπει ποτέ να απελπιζόμαστε;
Οι δυο τελευταίοι αιώνες υπήρξαν εποχές που σημαδεύτηκαν από ήττες, πτώσεις, οπισθοδρομήσεις, εξορία, καταπίεση, καταστολή του κριτικού λόγου. Υπήρξαν επίσης δύο αιώνες πάλης, κατακτήσεων και μεγάλων ελπίδων. Ακόμη και στις χειρότερες στιγμές ο ορίζοντας δεν σκοτείνιαζε. Ακόμη και στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν όλα ήταν στο χείλος της αβύσσου, η ελπίδα μπορούσε να λάμπει. Σήμερα, σε μια κατάσταση λιγότερο τραγική, η προσδοκία φαίνεται να έχει εκλείψει: αξίζει τον κόπο να παλέψουμε γι’ αυτήν; Πολλοί είναι εκείνοι που, στην πράξη, έχουν απαντήσει αρνητικά σε αυτό το ερώτημα, ίσως χωρίς καν να το έχουν θέσει συνειδητά. Σε μια τέτοια σύγχυση, σε έναν τέτοιο αποπροσανατολισμό, χρειάζεται να κρατήσουμε ανοιχτή την προοπτική μιας κριτικής σκέψης σε σύνδεση με τα κινήματα που θα αναδυθούν, που θα είναι διαφορετικά αλλά αναπόφευκτα. Δεν πιστεύω στη διάγνωση του Φρανσουά Φιρέ, ο οποίος, στο βιβλίο του «Le passé dune illusion» (1995) έγραφε: «Είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στον κόσμο στον οποίο ζούμε». Ο ιστορικός Πέρι Αντερσον και μερικοί άλλοι εναντιώθηκαν σε μια τέτοια «συναινετική ηπιότητα», αρνούμενοι το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας μετά την πτώση του κομμουνισμού, το οποίο αναγόρευε τον καπιταλισμό σε οικουμενική πανάκεια. […]
 Πίνακας : Henry de Groux «Ο Ζολά αντιμέτωπος με τον όχλο» (1898) 



Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Πρόσκληση σε γεύμα με τον Κωστή Παπαγιώργη



Αυτές τις  μέρες που ο καθένας λίγο πολύ βρίσκεται ή θα βρεθεί σε κάποιο γιορτινό τραπέζι, θυμήθηκα μια πολύ παλιά πρόσκληση σε γεύμα με τον Κωστή Παπαγιώργη  από τη στήλη του περιοδικού Έψιλον της Ελευθεροτυπίας,  που επιμελείτο η δημοσιογράφος Σίσσυ Αλωνιστριώτου το μακρινό 1997. Ο Κωστής Παπαγιώργης, πραγματικό ονοματεπώνυμο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, ιδιοσυγκρασιακός και σημαντικός, σε μια χώρα που συνήθως μηρυκάζει αλλότρια φληναφήματα, άφησε το μάταιο αυτό κόσμο, όχι πλήρης ημερών, σε ηλικία μόνο 67 ετών,  στην αρχές αυτής της χρονιάς που εκπνέει.  Ίσως ενστικτωδώς γνωρίζοντας πως θα φύγει νωρίς, άρχισε, όταν ξέκοψε οριστικά από το ποτό, να δημοσιεύει με καταιγιστικό ρυθμό τα «βιβλιαράκια» του,τις περισσότερες φορές πολύ πιο σημαντικά από ογκώδεις τόμους ομότεχνών του.   Τιμώντας τη μνήμη του (Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας 21 Δεκεμβρίου 1947-Αθήνα 21 Μαρτίου2014)αναδημοσιεύω την  συνέντευξη στο τότε  σπίτι του στο Χαλάνδρι στους δημοσιογράφους Δ. Αναστασόπουλο και Γ. Καρουζάκη.  Η συνέντευξη αυτή είχε αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του  «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» για τον Παπαδιαμάντη.

 Πρέπει να σκεφτείς ότι η επανάσταση ξεκίνησε από έξω, από τους Έλληνες του εξωτερικού απ’ τις παραδουνάβιες περιοχές και από έναν αξιωματικό του τσάρου, τον Υψηλάντη. Συνεχίστηκε από τους Έλληνες και τελείωσε από τους ξένους, δηλαδή ήταν μια επανάσταση που κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε.

– Υπήρχε κάποιος πολιτικός λόγος για τον οποίο μια μερίδα Ελλήνων αρνούνταν το ρόλο της επανάστασης;

– Υπήρχε ένας ισχυρότατος λόγος. Ο πατριάρχης ήταν ανώτατος αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε την απόλυτη ευθύνη για το χριστιανικό βιλαέτι που περιελάμβανε Έλληνες, Αρμένηδες, Σέρβους, Βούλγαρους. Από την αρχή, η Ορθοδοξία είχε διεθνικό χαρακτήρα. Κι ακόμα σήμερα, ο πατριάρχης μιλάει για όλους τους ορθοδόξους. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτικό στοιχείο. Το Πατριαρχείο τότε, λίγο πριν από την επανάσταση, έκανε μια σειρά από σχολεία σε όλες τις παραδουνάβιες περιοχές, στην Ιταλία, στην Ιωνία. Περίμενε με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ελευθερωθεί όλος ο ελληνισμός, όχι ένα ελλαδικό κομμάτι. Η Γαλλική Επανάσταση μας “έκαψε”, κατά μια άποψη, ή τουλάχιστον μας ελευθέρωσε.

– Ποια είναι η σχέση αυτής της ιστορικής κατάστασης με τη σημερινή πραγματικότητα;

Υπάρχει μια θεωρία του Κιτσίκη που λέει ότι αν Τούρκοι, Σέρβοι, Έλληνες και Σύριοι είχαν κάνει μια ομοσπονδία, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη δύναμη. Επειδή όμως το πήρανε χαμπάρι οι Δυτικοί, ότι μπορεί να συμβεί αυτό, το “πετσοκόψανε”. Πρόκειται περί ενός πολύ σημαντικού ζητήματος που μας απασχολεί ακόμα και σήμερα. Αυτό οραματιζότανε ο Ρήγας. Όταν μιλάει για ελευθερία δεν αναφέρεται μόνο στους Έλληνες. Λέει: Βούλγαροι, Τούρκοι, όλοι. Όλα αυτά καταστραφήκανε με τον Κοραή.

– Τώρα, κατά κάποιον τρόπο, έχει ξαναρχίσει η κουβέντα αυτή...

– Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτή η κουβέντα, απλά την πνιγούνε εδώ γιατί δεν μας συμφέρει. Εμείς είμαστε ένα δυτικό τσογλανοκρατίδιο, ενώ η μοίρα μας και η θέση μας ήταν στην Ανατολή.
– Συγγνώμη, αλλά οι απόψεις σας δείχνουν να συμπίπτουν μ’ εκείνες των λεγόμενων νεορθόδοξων;

– Δεν υπάρχουν νεορθόδοξοι. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μόνος ο οποίος δεν είναι νεορθόδοξος, αλλά πιστός στο πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας. Τα άλλα, περί νεορθόδοξων, είναι δημοσιογραφία. Ξέρεις τι σημαίνει 4ος αιώνας; Ποιοι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας; Ο Πλωτίνος είναι αρχαίος Έλληνας. Μα ο Μέγας Αθανάσιος, 100 χρόνια μετά, δεν είναι αρχαίος Έλληνας; Αυτά έλεγε ο Παπαδιαμάντης, αλλά τα θάψανε.

– Άρα, η ιστορία πρέπει να αποκατασταθεί...

– Τι να αποκατασταθεί, αποκατεστημένη είναι. Υπάρχουν τα κείμενα. Αφού υπάρχει ο Παπαδιαμάντης, δεν μπορεί να είναι ξεχασμένα. Απλώς, ο Νεοέλληνας, επειδή τον έχουν κάνει ανυποψίαστο, δεν το θυμάται αυτό.

– Ας υποθέσουμε ότι τα μαθαίνει όλα αυτά. Σε τι θα του χρησιμεύσουν τώρα, με τα προβλήματα που υπάρχουν;

Όταν δεν ξέρεις το παρελθόν, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται. Ακόμα, ο Πάγκαλος μια μέρα, επειδή προσέχω τι λέει, μίλησε για ενδιάμεση περιοχή, ενώ η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα στο βάθος, το οποίο δεν δέχεται καμία Ευρωπαϊκή Κοινότητα να το θέσει, ούτε μπορεί να τεθεί πια. Το πρόβλημα υπάρχει ως πνευματικό ζήτημα, δεν έχει πολιτική  χρησιμότητα. Αλλά, αν τα σκεφτείς όλα αυτά, θα ανακαλύψεις μια βιβλιοθήκη από δω μέχρι το Χαλάνδρι, την οποία δεν την κοιτάει ποτέ κανείς – τους Πατέρες της Εκκλησίας, για παράδειγμα. Είναι ελληνικά όλα αυτά.

– Μπορείτε να αναφέρετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα;

– Προχθές, άκουγα κάποιον που μιλούσε για τους Ολυμπιακούς αγώνες και αναφερόταν σ’ ένα λαό ο οποίος έχει βγάλει τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Όμηρο, το Μιλτιάδη. Μετά απ’ αυτούς ανέφερε το Σολωμό. Σκέφτεσαι: απ’ τον Μέγα Αλέξανδρο, 3ο αιώνα π.Χ., ίοαμε τον 18ο αιώνα, δεν υπήρξε τίποτα ανάμεσα; Αυτή είναι η θεωρία του Κοραή, η θεωρία του νεοελληνικού κρατιδίου. Μετά τους αρχαίους, γίνεται ένα πήδημα και φτάνουμε εδώ. Το ενδιάμεσο διάστημα είναι ντροπή και σκοτάδι, πρέπει να εξαλειφθεί.
– Ο Καστοριάδης, αν θυμάστε, έλεγε ότι το Βυζάντιο είναι Μεσαίωνας...

– Ο Καστοριάδης, επειδή ακριβώς δεν είναι Έλληνας, δεν δέχεται τίποτε απ’ όλα αυτά. Εδώ μιλάμε για μας που ζούμε σε αυτή τη χώρα και που μιλάμε ελληνικά. Ο Καστοριάδης γράφει γαλλικά, μιλάει γαλλικά και ζει ως Γάλλος. Αυτή ήταν η θεωρία του Νίτσε, ο οποίος ήταν καθηγητής στη Γερμανία. Εδώ, εμείς, χθες βγάλαμε τη φουστανέλα. Πότε φόρεσαν ευρωπαϊκά ρούχα οι Έλληνες; Χθεσινά είναι αυτά τα πράγματα, ούτε δυο αιώνες πριν.

– Η Δύση, δηλαδή, μόνο μας έβλαψε; Δεν περνάμε κι εντελώς άσχημα.

Το νεοελληνικό κρατίδιο στήθηκε με βάση ξένα λεφτά. Οι Ευρωπαίοι μάς πήραν στα σοβαρά όταν πήραμε το πρώτο δάνειο από την Αγγλία. Από τότε άρχισε το Σίτυ να λέει: Μήπως εκεί μπορούμε να κάνουμε καλές επενδύσεις; Μήπως μπορεί να στηθεί μια τράπεζα; Έχουμε μια ιστορία 15 αιώνων ντροπής. Οφείλεις να την ξέρεις. Όπως είναι και το θέμα της ελληνικής ταυτότητας. Τι είναι όλοι αυτοί έξω; Αρχαίοι Έλληνες; Αν δεν ξέρεις τους αρχαίους Έλληνες, αν δεν σε ενδιαφέρει η θρησκεία και το γλωσσικό ζήτημα, πρέπει να αναρωτηθείς: πώς εσύ μιλάς ελληνικά; Δεν μπορεί να σου κάνανε μια ένεση! Αν αρνείσαι να το ξέρεις, σημαίνει ότι φοβάσαι. Να μάθεις γιατί μιλάς ελληνικά σήμερα.

– Πώς φτάσαμε στο γλωσσικό ζήτημα;

– Το γλωσσικό ζήτημα, όπως τέθηκε, ήρθε από τη Γαλλία. Το γλωσσικό ζήτημα το είχε λύσει η Εκκλησία, αυτό υποστηρίζει ο Παπαδιαμάντης. Αν δεις τα συναξάρια, τον τρόπο που είναι γραμμένα, θα ανακαλύψεις μια γλώσσα κατανοητή – είναι κράμα βέβαια, αλλά την καταλαβαίνεις κι εσύ, και η γιαγιά σου ακόμα. Αυτή τη γλώσσα την “πνίξανε”, φέρανε από την Γαλλία αρχές και είπανε: να η λαϊκή γλώσσα. Αυτό λέει ο Παπαδιαμάντης: εμείς είμαστε εδώ οι συνεχιστές, κι έρχεται ένας από το Παρίσι και μας διδάσκει πώς να μιλάμε.

– Λέτε σε κάποιο σημείο ότι ο Παπαδιαμάντης δεν μπορεί να μεταφραστεί...

– Αν μεταφραστεί, τελείωσε. Όλο το κόλπο είναι ότι η γλώσσα του μιλάει από λυρικά, πλατωνικά μέχρι... Είναι ένα φοβερό κράμα· άμα λείψει, για παράδειγμα, η λέξη εαρισμός αντί για έρωτα, που είναι ομηρικό, τελείωσε, δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να γίνει μετάφραση τέτοιας γλώσσας.

– Όμως ο κόσμος του, η θρησκεία, οι δεισιδαιμονίες, η ζωή σ’ ένα ψαροχώρι, τι μπορεί να μας προσφέρει;

– Αν διαβάσεις τον Όμηρο βλέπεις ότι μιλάει για το Δωδεκάθεο και τις ανθρωποθυσίες. Τα πιστεύεις όλα αυτά; Ο Ντοστογιέφσκυ γράφει για παρανοϊκούς δολοφόνους, ένας σκοτώνει μια γριά... θέλει κανείς από σας να σκοτώσει καμιά γριά; Στη Ρωσία του έλεγαν: εσύ μας έχεις βγάλει όλους τρελούς. Δεν βοηθάει ποτέ και σε τίποτα η λογοτεχνία. Αν φτάσει να χρησιμεύσει σε κάτι, γίνεται σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Όταν θα διαβάσεις τον Παπαδιαμάντη, κανονικά όμως, θα σου γίνουνε τα μάτια... τόσα. Μιλάει για γριές, θα μου πεις. Ε, και; Όλη η λογοτεχνία μιλάει για γριές.

– Γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο;

– Μιλάμε δυο ώρες και έχει ενδιαφέρον. Για ποιον να μιλήσεις; Ο Σολωμός είναι ξένος, Ιταλός, ο Καβάφης προέρχεται από την περιφέρεια, είναι ξένος ουσιαστικά, όπως είναι ξένος και ο Ψυχάρης που έφερε τη γλώσσα. Ο Ροΐδης είναι Γάλλος, μπορεί να γράφει σ’ αυτή τη γλώσσα και να σατιρίζει την ελληνική πραγματικότητα αλλά το όλο πνεύμα τού έργου του είναι γαλλικό. Ο Παπαδιαμάντης σού λέει για τη γριά. Αυτό είσαι εσύ, ο ντόπιος. Άλλο θέμα αν σου αρέσει.

– Ωραία όλα αυτά για τον κυρ-Αλέξανδρο. Ποια είναι, όμως, η εικόνα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας;

– Αυτή η στροφή στη ζωή της πόλης, που διαβάζουμε, είναι μίμηση που προέρχεται από την αμερικανική λογοτεχνία. Μόνο που ο Αμερικανός είναι κυρίαρχος του κόσμου, επομένως η καθημερινή του ζωή έχει μια μυθολογία. Η δυστυχία του Αμερικανού στη Νέα Υόρκη αποτελεί παγκόσμιο μύθο, ενώ η δυστυχία του Έλληνα στο Λιόπεσι τι να μας πει;.
.


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Stay Tuned



1. A Certain Kind
2. Save Yourself
3. Priscilla
4. Lullabye Letter
5. Hope For Happiness

 Robert Wyatt-Mike Ratledge-Kevin Ayers Ce Soir On Danse TV France 1968



1. Facelift
2. Robert Wyatt Vocal Improv: 19:17
3. Esther's Nose Job: 22:18
4. Eamonn Andrews / Backwards: 33:16
5. Out-Bloody-Rageous: 47:00



A1 Sea Song 00:00
A2 A Last Straw 06:31
A3 Little Red Riding Hood Hit the Road 12:17
B1 Alifib 19:56
B2 Alifie 26:51
B3 Little Red Robin Hood Hit the Road 33:23

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Jared Diamond- «Ο κόσμος μέχρι χθες: Τι μπορούμε να μάθουμε από τις παραδοσιακές κοινωνίες»


Βιολόγος και γεωγράφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA), ο Τζάρεντ Ντάιαμοντ είναι διεθνώς γνωστός ως συγγραφέας σπουδαίων έργων όπως τα «Κατάρρευση» και «Όπλα, μικρόβια και ατσάλι» (εκδόσεις Κάτοπτρο, 2006). Πρόσφατα κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας το βιβλίο του «Ο κόσμος μέχρι χθες: Τι μπορούμε να μάθουμε από τις παραδοσιακές κοινωνίες»
        

Από τον Θανάση Γιαλκέτση


• Στα προηγούμενα βιβλία σας υπήρχε κάθε φορά ένα μεγάλο ερώτημα για τις ανθρώπινες κοινωνίες: γιατί πετυχαίνουν, γιατί παρακμάζουν, από τι εξαρτώνται. Αυτό το τελευταίο διαφέρει ως προς αυτό;

Στην πραγματικότητα, ένιωθα κυρίως την επιθυμία να αφηγηθώ τα ταξίδια μου, αλλά ο εκδότης μου με προειδοποίησε. Μου είπε: «Τζάρεντ, οι άνθρωποι περιμένουν από σένα κάτι πιο φιλόδοξο, πιο καθολικό». Έτσι το βιβλίο εξελίχθηκε σε σύγκριση των σύγχρονων κοινωνιών και των παραδοσιακών κοινωνιών, με τη βοήθεια κάμποσων παραδειγμάτων που αντλήθηκαν από ολόκληρο τον κόσμο και αναφορών σε μεγάλους συγγραφείς της εθνογραφίας.

• Αυτός ο στοχασμός σάς οδηγεί να αντιπαραθέσετε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματα των σύγχρονων αναπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών σε εκείνα των παραδοσιακών κοινωνιών. Για ποιες κοινωνίες όμως πρόκειται;

Στον πρόλογο, εξηγώ ότι πρόκειται για κοινωνίες μεταβατικές μάλλον παρά παραδοσιακές, που μπορεί να είναι υποταγμένες από αρκετά μακριά σε ένα κράτος, αλλά που διατηρούν ακόμη πολλές πρακτικές από τον καιρό της αυτονομίας τους: τον τρόπο που ανατρέφουν τα παιδιά, που μεταχειρίζονται τους γέρους, που αναπτύσσουν σχέσεις με άλλους. Επομένως, τα χωριά της Νέας Γουινέας ή του Αμαζονίου δεν είναι ακριβείς εικόνες αυτού που υπήρχε στο παρελθόν, αλλά παραμένουν αρκετά διαφορετικά από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και άρα έχουν κάτι να μας διδάξουν.

• Ποιο θα ήταν το πρώτο μάθημα;

Θα έλεγα η σχέση με τους αγνώστους, με τους ξένους. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, όποια και αν ήταν η διαπερατότητα των ομάδων, όφειλες πάντοτε να πάρεις την άδεια των ανθρώπων για να διασχίσεις το έδαφός τους. Οι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν πολύ μακριά και χωρίς να υπάρχει λόγος. Ακόμη και αν παντρευτούν με πρόσωπο από άλλο χωριό, δεν ξεπερνούν ορισμένα όρια μέσα στα οποία όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ποιος. Δεν συναναστρέφονται αγνώστους και, αν αυτό συμβεί, συνεπάγεται πάντοτε διακινδύνευση.

Αν ξένοι φτάσουν στη γη τους, σπάνια έχουν καλές προθέσεις και τους αντιμετωπίζουν με μεγάλη δυσπιστία. Στον σύγχρονο τρόπο ζωής, στις πόλεις, διασταυρωνόμαστε καθημερινά με πολλούς αγνώστους και μιλάμε με ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζαμε πριν από πέντε λεπτά. Αυτό είναι κάτι εντελώς συνηθισμένο και γίνεται κανονικά χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο. Οι άγνωστοι δεν θεωρούνται εκ των προτέρων απειλητικοί, αλλά δυνητικά ως ευκαιρίες για να κάνουμε γνωριμίες. Ο σύγχρονος άνθρωπος ταξιδεύει επειδή του αρέσει και θεωρεί φυσιολογικό να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, σπάνια οι άνθρωποι έβγαιναν από μια πολύ περιορισμένη περίμετρο.

• Ποια άλλη διαφορά επισημάνατε και υπογραμμίσατε;

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σε όλα όσα αφορούν τη διευθέτηση των συγκρούσεων και τη διαχείριση της δικαιοσύνης. Στις κρατικές κοινωνίες υπάρχει ένα μονοπώλιο της ισχύος. Αν προκαλέσετε από απροσεξία ένα ατύχημα, το κράτος θα σας καταδιώξει επειδή παραβιάσατε τον νόμο. Σκοπός του είναι να σας τιμωρήσει για να αποτρέψει τυχόν επανάληψη της παράβασης. Επιπλέον, δεν ασχολείται υποχρεωτικά με την επανόρθωση των αδικιών που μπορεί να διαπράχθηκαν σε βάρος των θυμάτων και των συγγενών τους. Στις κοινωνίες χωρίς κεντρική εξουσία όλα αυτά γίνονται με διαφορετικό τρόπο. Οι διενέξεις και οι επιθέσεις γίνονται μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονται. Το σημαντικό, επομένως, δεν είναι τόσο το να τηρηθούν οι νόμοι όσο το να εξασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να συνεχίζουν να συγκατοικούν. Γι’ αυτό ενδιαφέρονται κυρίως για τη συμφιλίωση, την ειρήνευση και όχι ιδιαίτερα για το να είναι δίκαιοι. Διαφορετικά, επικρατεί το πνεύμα της εκδίκησης και τότε κανένα πρόβλημα δεν λύνεται. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στη Γαλλία, σε περίπτωση διαζυγίου ή οικογενειακής διένεξης για μια κληρονομιά, η δικαιοσύνη παρεμβαίνει για να πει τι είναι νόμιμο να γίνει. Αυτή δεν ενδιαφέρεται να μάθει αν η απόφασή της θα επιτρέψει στους ανθρώπους να συμφιλιωθούν κάποτε. Δεν είναι δικό της πρόβλημα.

Συνήθως, το σύγχρονο δικαστικό σύστημα συμβάλλει στο να διατηρείται η εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων που απευθύνονται σε αυτό. Το κίνημα υπέρ μιας επανορθωτικής δικαιοσύνης, που είναι πολύ ενεργό στον Καναδά, στη Νέα Ζηλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, φωτίζει μιαν όψη αυτού που θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τις παραδοσιακές κοινωνίες. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα υλοποιήσουμε ατομικά, για τα οποία όμως θα άξιζε να ενδιαφερθεί το κράτος. Αυτό δεν υποκαθιστά την ποινική δικαιοσύνη, αλλά μπορεί να παρεμβαίνει μετά, ως μια βοήθεια στη συμφιλίωση και την επανένταξη των ανθρώπων.

• Υπάρχει μια όψη της σύνεσης των Παπούα που σας άρεσε πολύ. Μπορείτε να μας δώσετε ένα μικρό μάθημα «εποικοδομητικής παράνοιας»;

Η γυναίκα μου είναι κλινική ψυχολόγος και γνωρίζω ότι αυτό που αποκαλούμε «παράνοια» είναι μια αληθινή ψυχική ασθένεια. Ο όρος είναι αρκετά μειωτικός, αλλά εγώ τον χρησιμοποιώ με ένα άλλο νόημα.

Μια μέρα, που έφτιαχνα μια πρόχειρη εγκατάσταση στη Νέα Γουινέα, έστηνα τη σκηνή μου κάτω από ένα πολύ γέρικο δέντρο. Οι Παπούα που με συνόδευαν αρνήθηκαν να κοιμηθούν εκεί. Είπαν ότι το δέντρο μπορεί να πέσει μέσα στη νύχτα και να μας συντρίψει. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι αυτό το δέντρο θα παρέμενε όρθιο για χρόνια ακόμη, αλλά αυτοί επέμεναν.

Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτοί κάθε βράδυ άκουγαν δέντρα να πέφτουν μέσα στη ζούγκλα. Ακόμη και αν δεν υπήρχε παρά μόνο μία πιθανότητα στις χίλιες να πέσει πάνω μου το δέντρο, αν κοιμόμουν εκεί για τρία χρόνια ο κίνδυνος ήταν υπαρκτός. Επηρεάστηκα από αυτήν την άποψη και την ονόμασα «εποικοδομητική παράνοια». Αυτή αντιστοιχεί σε μια πολιτισμική διαφορά, η οποία συνδέεται με τον πολύ πιο αβέβαιο τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων. Γι’ αυτούς μια πτώση, ένα σπάσιμο, ένα τραύμα μπορεί να είναι μοιραία, επειδή δεν έχουν ούτε γιατρούς, ούτε νοσοκομεία στη διάθεσή τους. Σκέφτονται επομένως πολύ περισσότερο από εμάς προτού δράσουν, γιατί υφίστανται τις συνέπειες της απερισκεψίας τους.

Εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν αξιολογούμε ορθά τους κινδύνους που αναλαμβάνουμε. Αν ζητήσει κανείς από έναν Αμερικανό να ορίσει τους κινδύνους που θεωρεί σοβαρότερους, αυτός θα μιλήσει για την τρομοκρατία, τα οδικά ατυχήματα, τους τυφώνες, τους σεισμούς κ.λπ. Ενα όμως από τα πιο συχνά ατυχήματα είναι το να γλιστρήσεις στο μπάνιο σου και να σπάσεις το χέρι σου ή το κεφάλι σου. Οι Παπούα με έμαθαν να βλέπω αυτό το πράγμα. Αυτοί αναλαμβάνουν υπολογισμένους κινδύνους και μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο. Κάνουν πράγματα πολύ επικίνδυνα, όπως το να κυνηγούν τη νύχτα ή να ψαρεύουν σε ποταμούς γεμάτους κροκόδειλους, αλλά αυτό είναι αναγκαίο γι’ αυτούς και κάνουν τα πάντα για να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους. […]





Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Theresienstadt


Τέχνη στον προθάλαμο του θανάτου

 Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25 Μαΐου 1999

Στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας χιλιάδες Εβραίοι στάλθηκαν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που βρισκόταν στο μικρό χωριό Τερεζίν τριάντα μίλια βορειοδυτικά της Πράγας. Για τους Γερμανούς το στρατόπεδο αυτό (Τερεζίενσταντ το έλεγαν, από το παλιό αυστριακό όνομα της πόλης) χρησίμευε σαν ένα «γκέτο μοντέλο», που έριχνε στάχτη στα μάτια διάφορων διεθνών οργανισμών, όπως του Ερυθρού Σταυρού. Οι επίσημοι επισκέπτες στο στρατόπεδο έβλεπαν καφενεία και γήπεδα για τους κρατούμενους και παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις. Ήταν ένα μόνο μέρος της αλήθειας.
Το Τερεζίενσταντ μπορεί να μην είχε θαλάμους αερίων, αλλά οι κρατούμενοι δεν περνούσαν ζωή και κότα. Σε ένα χώρο που έφτανε μόνο για εφτά χιλιάδες ανθρώπους, κρατούνταν πάνω από πενήντα χιλιάδες. Οι Εβραίοι μαστίζονταν από αρρώστιες και υπέφεραν από πείνα. Τριάντα τρείς χιλιάδες κρατούμενοι πέθαναν, ενώ πάνω από ογδόντα οχτώ χιλιάδες μεταφέρθηκαν από το Τερεζίενσταντ στο Άουσβιτς και άλλα στρατόπεδα, όπου και βρήκαν το θάνατο.
Αυτό όμως που κάνει το Τερεζίενσταντ μοναδικό είναι η ιδιότητα μιας μεγάλης μερίδας κρατούμενων του. Μερικοί από τους πιο ταλαντούχους Εβραίους καλλιτέχνες (μουσικοί, συνθέτες και συγγραφείς) βρέθηκαν στο στρατόπεδο και ήταν αυτοί που κατάφεραν να δημιουργηθεί εκεί μια σημαντική καλλιτεχνική κοινότητα. Η τέχνη που παρήχθη στο Τερεζίενσταντ στη διάρκεια του πολέμου είναι το αντικείμενο μιας έκθεσης που έγινε στη Λυών της Γαλλίας στο Κέντρο Ιστορίας της Αντίστασης και των Εκτοπίσεων. Και ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα δέχτηκε να γράψει ένα κείμενο στο οποίο δε θυμάται απλώς, αλλά και προσπαθεί να εξηγήσει τη σημασία της στάσης των Εβραίων καλλιτεχνών που βρέθηκαν εκεί. «Οι Εβραίοι του Τερεζίενσταντ δεν είχαν ψευδαισθήσεις: ζούσαν στο προθάλαμο του θανάτου τη στιγμή που η ναζιστική προπαγάνδα χρησιμοποιούσε την πολιτιστική τους ζωή σαν άλλοθι. Έπρεπε, μήπως, να αρνηθούν την αναξιόπιστη και υπό εκμετάλλευση ελευθερία τους; Η απάντηση τους ήταν απόλυτα σαφής. Οι ζωές τους, οι δημιουργίες τους, οι εκθέσεις τους. Τα κουαρτέτα εγχόρδων τους, οι έρωτες τους, ολόκληρη η ζωή τους ήταν ασύγκριτα σπουδαιότερη από το μακάβριο θέατρο που έπαιζαν οι δεσμοφύλακες τους. Αυτό ήταν το στοίχημα τους. Θα έπρεπε να είναι και το δικό μας. Φρικτά εγκλήματα θα γίνονται όσο υπάρχει ο άνθρωπος. Αυτό, όμως, που είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο είναι τα έργα που δημιούργησαν οι Εβραίοι στη διάρκεια αυτού του αιώνα, τα έργα που τους κράτησαν ζωντανούς μέσα στην κόλαση αυτού του αιώνα και χωρίς τα οποία η Ευρώπη- η τέχνη της, η σκέψη της, η ίδια της η ύπαρξη- δεν θα ήταν αυτή που ήταν».
Ο Μίλαν Κούντερα έχει και προσωπικές αναμνήσεις από την καλλιτεχνική κοινότητα του Τερεζίενσταντ. Όταν ήταν έφηβος, ένα χρόνο ή δύο μετά το τέλος του πολέμου, είχε γνωρίσει ένα ζευγάρι Εβραίων που είχαν περάσει από το στρατόπεδο. Του είχε κάνει εντύπωση η ενόχληση τους όταν κάποιος προσπαθούσε να τους εκφράσει συμπάθεια, η άρνηση τους να μετατραπούν σε μύθο και μνημείο δυστυχίας. Επέμεναν ότι η ζωή τους στο στρατόπεδο είχε όλα τα στοιχεία μιας κοινής ζωής, θλίψη και χαρά, τρυφερότητα και τρόμο. 
Ο μεγάλος Τσέχος συγγραφέας αναφέρει στο κείμενο του (που αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Yorker) καλλιτέχνες που αγάπησε και σημάδεψαν το έργο του και που όλοι τους πέρασαν από το στρατόπεδο. Τον συνθέτη Πάβελ Χάας. Το συνθέτη Γκίντεον Κλάιν, που έγραψε όλο του το έργο, ενώ βρισκόταν στο Τερεζίενσταντ, αλλά δεν φγήκε από κει ζωντανός. Το μαέστρο Κάρελ Ανσερλ. Το συγγραφέα Κάρελ Πόλατσεκ, στο ιδιόρρυθμο χιούμορ του οποίου χρωστάει ο ίδιος πολλά. 
Και συνεχίζει ο Μίλαν Κούντερα: «Δεν είναι μόνο η τέχνη, που παρήχθη στο Τερεζίενσταντ, που μας προκαλεί δέος. Περισσότερο και από αυτό είναι η δίψα για τον πολιτισμό, η δίψα για την τέχνη των κρατουμένων, που μέσα σε φρικτές συνθήκες εξακολουθούσαν να πηγαίνουν σε παραστάσεις, σε κονσέρτα και εκθέσεις. Τι να ήταν γι΄αυτούς η τέχνη; Ένας τρόπος διεκδίκησης όλης της γκάμας των συγκινήσεων, των ιδεών, των αισθήσεων, έτσι που η ζωή τους να μη συρρικνωθεί σε μια μόνη διάσταση, αυτή του φόβου». 
Όσο για τα ίδια τα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν στο στρατόπεδο, είναι σύμφωνα με τον Μίλαν Κούντερα, συνώνυμο της πρωτοποριακής τέχνης. Και εξηγεί γιατί: «Οι καλλιτέχνες αντιμετώπισαν την προσωπική του μοίρα σαν να ήταν συνδεδεμένη με την τύχη της μοντέρνας τέχνης, μιας τέχνης που οι ναζί τη θεωρούσαν εκφυλισμένη, γι΄αυτό την κυνηγούσαν τη γελοιοποιούσαν και την καταδίκασαν σε θάνατο. Κοιτάζω ένα από τα προγράμματα μιας συναυλίας στο στρατόπεδο; Μάλερ, Ζεμπλίνσκι, Σένμπεργκ. Οι καταδικασμένοι παίζουν καταδικασμένη μουσική». Και θυμάται ο Μίλαν Κούντερα μια περίεργη σύμπτωση. Τις τελευταίες μέρες του πολέμου, μέσα στη σύγχυση, ο Γάλλος σουρεαλιστής Ρομπέρ Ντεσνός στέλνεται βαριά άρρωστος στο Τερεζίενσταντ και εκεί πεθαίνει. Ήταν ή δεν ήταν, λοιπόν, εύστοχος ο Πολ Ελιάρ όταν αποκάλεσε το Τερεζίενσταντ «πρωτεύουσα της θλίψης της σύγχρονης τέχνης»

 Οι Απαγορευμένοι του Τρίτου Ράιχ- Χρήστος Τσανάκας- Το Βήμα 4 Μαρτίου 2001

 Η περίπτωση της Τερεζίν 

Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της Τερεζίν ή Τερέζιενσταντ, γερμανιστί. Οι πρώτοι κατάδικοι έφθασαν στο στρατόπεδο της μικρής βορειοβοημικής πόλης Τερεζίν στις 24 Νοεμβρίου 1941. Το στρατόπεδο, καμάρι των ναζιστών, έμοιαζε με μικρή πόλη. Σε αυτό επιτρέπονταν ¬ έστω και υπό προϋποθέσεις ¬ παραστάσεις όπερας και θεάτρου ή συναυλίες. Υπήρχε ακόμη και ένα καφενείο, για την ολοκλήρωση της απάτης. Η ναζιστική εβραϊκή πολιτική δεν ήταν παρά «μια απλή μετοίκηση σε αναδομημένες πόλεις όπως η Τερεζίν», ισχυριζόταν με πείσμα η χιτλερική προπαγάνδα. Ακόμη και επιθεωρητές διεθνών οργανισμών εξαπατήθηκαν από αυτό το προπαγανδιστικό κόλπο και χαρακτήρισαν «πρότυπο» το στρατόπεδο. Οι πρώτοι κατάδικοι ήταν Γερμανοεβραίοι άνω των 65 ετών, οι λεγόμενοι «μισοεβραίοι», βετεράνοι του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και καλλιτέχνες.
 Οι 37.000 από τους αρχικώς 87.000 καταδίκους πέθαναν στο στρατόπεδο από πείνα και αρρώστιες (τύφο κυρίως), ενώ 33.000 εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης όπου άρχισαν να μεταφέρονται από τον Ιανουάριο του 1943. Στις 9 Μαΐου 1945 ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε στο Τερέζιενσταντ 17.000 επιβιώσαντες. Ανάμεσά τους, δυστυχώς, δεν ήταν οι συνθέτες Βίκτορ Ούλμαν, Γκίντεον Κλάιν, Ρούντολφ Κάρελ, Πάβελ Χάας, Χανς Κράσα κ.ά. ¬ όλοι τους ήρωες της Τερεζίν. Οχι μόνο είχαν δώσει φωνή στην αξιοπρέπεια των μελλοθανάτων, αλλά είχαν δημιουργήσει και έναν καινούργιο, ανεξερεύνητο ακόμη ορίζοντα στην ευρωπαϊκή τέχνη του 20ού αιώνα, όπως απέδειξε η μεταγενέστερη δισκογράφηση της μουσικής τους. Οι ναζιστές είχαν μια τελική λύση για όλα, εκτός της μνήμης.
Οι νότες των συνθετών που έδρασαν στην Τερεζίν καταγράφουν σαν βαρόμετρο την κλιμάκωση της οδύνης. Οι στίχοι της τελευταίας άριας από την περίφημη όπερά του Βίκτορ Ούλμαν (1898-1944) «Ο Αυτοκράτορας της Ατλαντίδας» γράφτηκαν στην πίσω όψη του καταλόγου με τα ονόματα των κρατουμένων, οι οποίοι θα μεταφέρονταν από το γκέτο-«βιτρίνα» της Τερεζίν στο εργοστάσιο θανάτου, το Αουσβιτς. Εκεί όπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν το θάνατο στους θαλάμους αερίων. Με βάση τα στοιχεία και τις μαρτυρίες των επιζώντων, ο Ούλμαν υπήρξε από τα πιο δραστήρια πρόσωπα στο γκέτο της Τερεζίν όπου, παρά το προνόμιο των μουσικών εκδηλώσεων (για τα μάτια του Ερυθρού Σταυρού και της εκτός Γερμανίας κοινής γνώμης), κάθε ημέρα πέθαιναν κατά μέσο όρο 150 κρατούμενοι, στην πλειονότητά τους εβραίοι. Και όμως σε αυτές τις τρομερές συνθήκες, γραφόταν και παιζόταν εκπληκτική μουσική. Η ψυχή φτερούγιζε έξω από τα συρματοπλέγματα, εξαφάνιζε τον υποκόπανο, αψηφούσε τη σκανδάλη.
Από τη μια, η «Ωδή στη Χαρά» του Μπετόβεν μεταμορφωνόταν από το υπουργείο Προπαγάνδας σε φανφάρα των Ταγμάτων Ασφαλείας και, από την άλλη, οι ίδιες νότες, με νέα ρίγη ευαισθησίας, γίνονταν το χαμόγελο των μελλοθανάτων. Στις μουσικές παραστάσεις «έσβηνε» ο μαρκαρισμένος αριθμός από το δέρμα, ο ανώνυμος κρατούμενος έπαιρνε πίσω το πρόσωπό του, την ανθρώπινη ταυτότητά του, τραγουδούσε. Αυτό το βουρκωμένο και περήφανο τραγούδι δικαίωνε τραγικά την αντίσταση του ατόμου κατά της συλλογικής θηριωδίας, τον αγώνα της ψυχής κατά της οργανωμένης τρομοκρατίας, τη δύναμη του νου κατά της φονικής παρακμής.
 Ο Χανς Αϊσλερ, όπως και ο Κουρτ Βάιλ ή ο Σένμπεργκ, ο Κρένεκ, ο Γκόλντσμιντ, ο Κόρνγκολντ, ήταν από εκείνους που κατάφεραν να δραπετεύσουν εγκαίρως από την Europa, την επίγεια γερμανική κόλαση στην καρδιά της Ευρώπης, στην καρδιά του επιστημονικού αιώνα. Αντίθετα, συνθέτες όπως ο Πάβελ Χάας ήταν από εκείνους που εκτελέστηκαν στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο του 1944. Το έργο τους σήμερα μας δίνει μια ιδέα των δυνατοτήτων της «χαμένης γενιάς» συνθετών, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται ο πνευματικός πυρήνας πρωτοπόρων οραματιστών που φιμώθηκαν ή εξοντώθηκαν από την κτηνωδία του Τρίτου Ράιχ. 
Πολλές από τις παρτιτούρες του Χάας βρέθηκαν στην Τερεζίν. Το ημιτελές μουσικό όραμά του, το οποίο ήδη είχε αποδώσει εξαίσιους καρπούς πολύ προτού ο ίδιος αντικρίσει το κατώφλι του Αουσβιτς, έδινε μια ηρωική υπόσχεση μεταμόρφωσης της τσεχικής παράδοσης. Η γρήγορη εναλλαγή ονείρου και εφιάλτη όμως εκείνα τα χρόνια ήταν ένα σαδιστικό παιχνίδι στα χέρια δολοφόνων. Όσο και αν η μουσική δημιουργία στα στρατόπεδα ¬ ή με τη σκέψη των στρατοπέδων ¬ ήταν μια έμπρακτη αντίσταση στην κτηνωδία και στο ξερίζωμα της ανθρωπιάς, δεν έπαυε να κουβαλάει επάνω της τη σκιά της φρίκης.
1. Χανς Κράσα (1899-1944) Ο συνθέτης της περίφημης όπερας «Brundibar» για παιδιά, ερμηνευμένης από παιδιά που κατατροπώνουν τον κακό Μπρούντιμπαρ, ο οποίος χειρίζεται το κακόηχο όργανο της βαρβαρότητας. Γεννημένος στην Πράγα, σπούδασε στη Γερμανική Ακαδημία Μουσικής, όπου και γνωρίστηκε με τον Αλ. φον Ζεμλίνσκι, δάσκαλο και πνευματικό καθοδηγητή του. Αφοσιωμένος στον αγώνα της Τσεχοσλοβακίας για την ανεξαρτησία και λάτρης του εθνικού συνθέτη Λ. Γιάνατσεκ, μελετά τους γάλλους ιμπρεσιονιστές Μιγιό και Ονεγκέρ αλλά και τους Σένμπεργκ, Βέμπερν και Μπάρτοκ. Ο κριτικός Εμίλ Βιλερμόζ τον συγκρίνει μαζί τους. Κλείστηκε στην Τερεζίν τον Απρίλιο του 1942. Ηδη καταξιωμένος τον Αύγουστο του 1944 ολοκληρώνει το τελευταίο του έργο «Πασακάλια και Φούγκα» ακριβώς δύο μήνες προτού μπει στο τρένο για το Αουσβιτς.
2. Βίκτορ Ούλμαν (1898-1944) Ενα από τα πιο δραστήρια πρόσωπα στην Τερεζίν. Είκοσι έργα γράφτηκαν στο διάστημα της κράτησής του εκεί ενώ συμμετείχε και στη διεύθυνση ψυχαγωγίας. Γιος ανώτερου αξιωματικού του αυστριακού στρατού, πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στη Βιέννη. Δάσκαλοί του υπήρξαν ο Εντ. Στόιερμαν στο πιάνο και ο Αρ. Σένμπεργκ στη θεωρία και στη σύνθεση. Μόλις 23 ετών αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Χορωδίας στην Οπερα της Πράγας. Ως βοηθός του Ζεμλίνσκι στη Χορωδιακή Ενωση συμπράττει σε ιστορικές συναυλίες, όπως στην παρουσίαση των «Gurre Lieder» του Σένμπεργκ. Στα τέλη της δεκαετίας του '20 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Οπερας του Ούστι (Βοημία). Επανέλαβε τις σπουδές σύνθεσης με δάσκαλο τον πρωτοπόρο συνθέτη Αλόις Χάμπα στο Ωδείο της Πράγας. Στην εξπρεσιονιστική όπερά του «Ο αυτοκράτορας της Ατλαντίδας» χρησιμοποιεί έντονα στοιχεία από το καμπαρέ και την τζαζ. Οι πρόβες της όπερας μέσα στην Τερεζίν ολοκληρώθηκαν λίγες μόλις ημέρες πριν από τη μαζική μεταφορά των κρατουμένων τον Οκτώβριο του 1944 στο Αουσβιτς.
3. Γκίντεον Κλάιν (1919-1945) Γεννήθηκε στη Μοραβία. Από τους πρώτους κρατουμένους της Τερεζίν, προσήχθη εκεί σε ηλικία 22 ετών και ήταν ο πρωταγωνιστής της μουσικής της ζωής. Υπήρξε μαθητής του Β. Κουρτς στο πιάνο και του Αλ. Χάμπα στη σύνθεση. Δεκάδες είναι οι εναρμονίσεις και οι διασκευές του κυρίως σε παραδοσιακά τραγούδια, τσεχικά και εβραϊκά. Συνθέτει μαδριγάλια, τραγούδια πάνω σε ποιήματα των Χέλντερλιν και Κίεν, ένα τρίο για βιολί και τσέλο, τη Φαντασία και Φούγκα για κουαρτέτο εγχόρδων και την περίφημη Σονάτα για πιάνο, το πιο ώριμο από τα διασωθέντα έργα του. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1945 στο στρατόπεδο Φίρστεγκρούμπε, μόλις 26 ετών. Η γραφή και το ύφος της μουσικής του τον κατατάσσουν στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας. 
4. Πάβελ Χάας (1899-1944) Γεννήθηκε στο Μπρνο. Μαθητής του Λ. Γιάνατσεκ, εργάστηκε για το τσεχικό θέατρο και τον κινηματογράφο. Μελέτησε σε βάθος την παραδοσιακή μουσική, κυρίως της Μοραβίας. Εγκλειστος στην Τερεζίν, το 1943 ολοκληρώνει τη Σπουδή για έγχορδα, η οποία παρουσιάστηκε στους συγκρατουμένους του το καλοκαίρι του 1944, με διευθυντή ορχήστρας τον Κ. Ανσέρλ. Εκτελέστηκε στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Μετά τον πόλεμο από τον ίδιο τον Ανσερλ βρέθηκαν στην Τερεζίν οι παρτιτούρες του έργου. 

 



5. Ερβιν Σούλχοφ (1884-1942) Γεννήθηκε στη Βοημία. Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του '20 ήταν ένα από τα πιο δημιουργικά στελέχη της κεντροευρωπαϊκής αβανγκάρντ. Εξπρεσιονιστής, ντανταϊστής, λάτρης της τζαζ, είχε αξιοσημείωτες επιδόσεις ως πιανίστας και συνέθετε συνδυάζοντας εκπληκτικά όλες τις αγαπημένες του αισθητικές. Το περίφημο Διπλό Κοντσέρτο για φλάουτο και πιάνο γράφτηκε το καλοκαίρι του 1927. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στρατεύεται στην υπόθεση της επανάστασης και του κομμουνισμού. Γράφει μαχητικά άρθρα, υιοθετεί τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση δίνοντας συναυλίες και διδάσκοντας. Συνελήφθη από τους ναζιστές λίγο μετά την εισβολή τους στην Τσεχία. Κλείστηκε στο Βίλτσμπουργκ της Βαυαρίας, όπου και πέθανε από τύφο το 1942. 
6. Ρούντολφ Κάρελ (1880-1945) Ενας από τους ύστατους μαθητές του Ντβόρζακ. Συνελήφθη από την Γκεστάπο τον Μάρτιο του 1943 αφού πρώτα πέρασε πολλά χρόνια στην παρανομία. Στη φυλακή της Πράγας, παρά τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, γράφει έναν κύκλο τραγουδιών και κομμάτια για πιάνο. Τον Φεβρουάριο του 1945 μεταφέρεται στο Μικρό Φρούριο, τη φυλακή της Τερεζίν. Εκεί πάνω σε σκόρπια κομματάκια χαρτιού συνθέτει το «Nonet», κύκνειο άσμα του. Πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στις 6 Μαρτίου 1945, μόλις δύο μήνες πριν από το τέλος του πολέμου. 
7. Κάρελ Μπέρμαν (1919) Μεταφέρθηκε στην Τερεζίν μόλις 22 ετών. Υπήρξε ακούραστος τραγουδιστής, ηθοποιός, σκηνοθέτης, συνθέτης, οργανωτής και εμψυχωτής κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας στο στρατόπεδο. Εγραψε τη σουίτα Τερεζίν για πιάνο, μια σειρά τραγουδιών για σοπράνο και πιάνο και την «Poupata», κύκλο τεσσάρων μελωδιών για φωνή, μπάσο και πιάνο. Είναι ένας από τους λίγους καλλιτέχνες της Τερεζίν που επέζησε του Ολοκαυτώματος. Ακατάβλητος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ηχογράφησε συνθέσεις συνθετών της Τερεζίν. 
Αλλοι συνθέτες: 
Ζίγκμουντ Σουλ: μαθητής του Π. Χίντεμιτ και του Αλ. Χάμπα, πέθανε τον Ιούνιο του 1944 στην Τερεζίν. 
Φραντς Κλάιν: η γραφή του θυμίζει το στυλ του Αλμπαν Μπεργκ. 
Καρλ Ράινερ: ως πιανίστας και συνθέτης υπήρξε «γκουρού» του μοντερνισμού τη δεκαετία του 1930 συμμετέχοντας στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο ίδιος επέζησε, οι παρτιτούρες της μουσικής που έγραψε στην Τερεζίν όμως χάθηκαν. 
Κάρλο Τάουμπε: συνθέτης και πιανίστας, έγραψε τη Συμφωνία της Τερεζίν. Εκτελέστηκε στο Αουσβιτς τον Οκτώβριο του 1944. «Entartete Musik»: Η κατά Γκέμπελς «εκφυλισμένη μουσική»
Το 1905 ο Ρομέν Ρολάν εξομολογείται σε μια φίλη του: «Κάθε φορά που πηγαίνω στη Γερμανία νιώθω ένα δέος ανακατεμένο με φόβο μπροστά σε αυτή την υπέροχη μηχανή: το γερμανικό κράτος. Ολο αυτό το σύνολο είναι ικανό να τρώει, να σκέφτεται, να επιθυμεί και να δρα σαν ένας και μόνο άνθρωπος. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρξουν ατομικότητες μέσα σε αυτό το φοβερό κράτος. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν σε μια προκαθορισμένη ημερομηνία, την καθορισμένη ώρα, να ενθουσιαστούν από τη μία άκρη της Γερμανίας ως την άλλη για οποιοδήποτε πράγμα θα έχει υποδείξει το κράτος». Και όμως ακριβώς ενάντια σε αυτή τη ρομποτική συμπεριφορά εξαρτημένων εθνικών αντανακλαστικών αναπτύχθηκαν στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη τα μεγάλα πρωτοποριακά ρεύματα τέχνης, εξαιρετικά τονισμένης υποκειμενικότητας, όπως ο εξπρεσιονισμός, ο ντανταϊσμός, ο ιμπρεσιονισμός, η ατονικότητα αλλά και το βερολινέζικο καμπαρέ κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ¬ αυτά ακριβώς που επιχείρησε «πάση θυσία» να πατάξει ο ναζισμός κηρύσσοντας παράνομους τους πρωταγωνιστές, τους συντελεστές και τους θιασώτες τους.
Είναι διάσημη η εικαστική έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης» την οποία επέβλεψε προσωπικά ο Χίτλερ. Μια άλλη ανάλογη εκδήλωση όμως έχει μείνει στη σκιά. Ηταν εκείνη της «Εκφυλισμένης Μουσικής», η οποία πραγματοποιήθηκε το 1938 ρίχνοντας το ανάθεμα στις νότες του Σένμπεργκ, του Μάλερ, του Μέντελσον και άλλων γερμανοεβραίων συνθετών. Αισίως η δισκογραφία είναι πλούσια σε ερμηνείες έργων της «απαγορευμένης» δεύτερης σχολής της Βιέννης (Σένμπεργκ, Βέμπερν, Μπεργκ) αλλά και της μοναδικής μουσικής των δύο βασικών συνεργατών του Μπρεχτ, των εξόριστων Κουρτ Βάιλ και Χανς Αϊσλερ. Ωστόσο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως σήμερα πλήθυναν εντυπωσιακά οι δισκογραφικές εκδόσεις με ερμηνείες σημαντικών έργων άλλων, λιγότερο γνωστών στο ευρύ κοινό, συνθετών οι οποίοι εξορίστηκαν, βασανίστηκαν ή φονεύθηκαν από τους χιτλερικούς ως το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι περισσότεροι εκτελέστηκαν στο Αουσβιτς, μεταφερμένοι εκεί από το κολαστήριο της Τερεζίν.

 Από αυτή τη λιγότερο φωτισμένη όψη της «εκφυλισμένης μουσικής» ιδού 20 σημαντικά CD: 

1. Silenced Voices: Victims of the Holocaust (Terezin Chamber Music Foundation)
2. Composers from Theresienstadt 1941-1945 (Channel Music), με έργα των Pavel Haas και Karel Berman. 
3. Terezin Music Antology IV (Koch-Schwann), με έργα των Haas, Karel, Klein και Schulhoff. 
4. Korngold: Das Wunder der Heliane (London Decca)
5. Chamber Music from Theresienstadt 1941-1945 (Channel Classics), με έργα των Gideon Klein και Viktor Ullman. 
6. Zemlinsky: Psalms 13 and 23 / Die Seejungfrau (London Decca) 
7. Ute Lemper: Berlin Cabaret Songs (London Decca) 
8. Goldschmidt: The Concertos (London Decca) 
9. Viktor Ullmann: Songs (Supraphon) 
10. Music Written in Terezin (Panton) 
11. Waxman: The Song of Terezin (London Decca) 
12. Braunfels: Die Vogel (London Decca) 
13. Viktor Ullman: Der Kaiser von Atlantis (London Decca) 
14. Haas & Krasa: String Quartets (London Decca) 
15. Krenek: Jonny Spielt Auf (London Decca) 
16. Schulhoff: Concertos alla Jazz (London Decca) 
17. Krasa: Symphony / Verlobung im Traum (London Decca) 
18. Pavel Haas: Sarlatan (London Decca) 
19. Rathaus: Symphonie Nr. 1/Der Letzte Pierrot (London Decca) 
20. Jiddische Stikele: Jewis Songs from the Prague Ghetto (Supraphon) 

Έφυγε, στα 110 της χρόνια, η γηραιότερη επιζώσα του Ολοκαυτώματος Την τελευταία της πνοή άφησε την Κυριακή στο Λονδίνο, σε ηλικία 110 ετών, η Άλις Χερζ-Σόμερ, που πιστεύεται ότι ήταν η γηραιότερη επιζώσα του Ολοκαυτώματος. Η Χερζ-Σόμερ, μουσικός με ιδιαίτερο χάρισμα στο πιάνο, πέρασε δύο χρόνια από τη ζωή της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίενσταντ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μουσική έσωσε τη ζωή της, καθώς, μαζί με άλλους κρατούμενους μουσικούς, διασκέδαζαν τους Ναζί με συναυλίες. Τόσο ο σύζυγός της, Λέοπολντ, όσο και η μητέρα της, Σόφι, σκοτώθηκαν στο Άουσβιτς. Ο γιος, που βρισκόταν μαζί της στο Τερεζίενσταντ, επέζησε. Η ζωή της Χερζ-Σόμερ είναι το αντικείμενο του ντοκιμαντέρ με τίτλο «The Lady in Number 6» και έχει προταθεί για το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους του 2014.

 

http://www.skai.gr/news/lifestyle/article/252635/efuge-sta-110-tis-hronia-i-giraioteri-epizousa-tou-olokautomatos/

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=131253

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Επενδυτές


Απόσπασμα συζήτησης του Ταρίκ Αλί με τον ανταποκριτή του Independent στη Μέση Ανατολή, Πάτρικ Κόκμπερν:

….Tαρίκ Αλί:  Και έτσι, αν φτάσουμε να αναφερθούμε στην ταχύτητα με την οποία η συγκεκριμένη οργάνωση (ISIS)  σάρωσε τμήματα του Ιρακ, τα οποία αναφέρεις και εσύ στο βιβλίο σου, πώς εξηγείς την ολοκληρωτική κατάρρευση του Ιρακινού στρατού, Πάτρικ; Μήπως είναι κατά μία έννοια όχι και τόσο διαφορετικός από το στρατό που έφτιαξαν οι Δυτικοί στο Αφγανιστάν, δηλαδή ένας στρατός που δεν ήταν προετοιμασμένος να πολεμήσει και να δώσει τη ζωή του για τις ΗΠΑ;
Πάτρικ Κόκμπερν: Ναι, και πολύ περισσότερο. Εννοώ ότι είναι δύσκολο να σκεφτείς κάποιο άλλο ιστορικό παράδειγμα στο οποίο υπάρχει ένας στρατός 300 η 350 χιλιάδων ανδρών, όπως ο Ιρακινός στρατός, για τον οποίο έχουν δαπανηθεί μέσα σε τρία χρόνια 41,6 δις δολλάρια, αλλά αυτός να διαλύεται από την επίθεση περίπου δύο χιλιάδων ανθρώπων στη Μοσούλη. Τι συνέβη πραγματικά; Λοιπόν, ο στρατός ήταν εξαιρετικός. Μιλώντας όμως με έναν Ιρακινό στρατηγό ο οποίος εξωθήθηκε σε συνταξιοδότηση, μου είπε ότι η αφετηρία της καταστροφής ήταν οι ίδιοι οι Αμερικάνοι οι οποίοι επέμειναν να δοθεί το κομμάτι των προμηθειών και τα σχετικά, σε εξωτερικούς συνεργάτες δηλαδή να ιδιωτικοποιηθούν.
Έτσι αμέσως, ένας συνταγματάρχης ενός τάγματος το οποίο ονομαστικά είχε 600 άνδρες, έπαιρνε χρήματα για 600 άνδρες αλλά στην πραγματικότητα είχε μονάχα 200 και το υπόλοιπο ποσό πήγαινε στις τσέπες των αξιωματικών. Χρήματα που θα πήγαιναν σε καύσιμα και σε οπλισμό. Τον καιρό της πτώσης της Μοσούλης, υποτίθεται ότι βρίσκονταν 30.000 στρατιώτες εκεί. Στην πραγματικότητα εκτιμάται ότι βρίσκονταν εκεί μόνο το ένα τρίτο. Επειδή αυτό που έκανες ήταν το εξής: Καταταγόσουν στο στρατό, έπαιρνες όλο το μισθό σου και μετά έσπαγες προμήθεια το μισό στον ανώτερο σου, ο οποίος τον μοιραζόταν με τους υπόλοιπους αξιωματικούς. Θυμάμαι έτσι, περίπου ένα χρόνο πριν μιλώντας με ένα ανώτερο πολιτικό στέλεχος από το Ιράκ, ο οποίος μου είπε: «Κοίτα, ο στρατός θα καταρρεύσει αν δεχθεί επίθεση». Του είπα πως σίγουρα κάποιοι θα πολεμήσουν όμως και μου απάντησε: «Όχι, όχι, όχι, δεν καταλαβαίνεις. Αυτοί οι αξιωματικοί δεν είναι πολεμιστές, είναι επενδυτές!».
Δεν ενδιαφέρονται να πολεμήσουν κανένα. Ενδιαφέρονται να βγάλουν λεφτά από αυτή την επένδυση. Σίγουρα, έπρεπε να αγοράσεις τη θέση σου. Έτσι το 2009, αν ήθελες να γίνεις συνταγματάρχης στον Ιρακινό στρατό θα σου κόστιζε περίπου 20.000 δολλάρια, πιο πρόσφατα το ποσό αυτό έφτασε στα 200.000 δολλάρια. Θες να γίνεις διοικητής μεραρχίας, και υπάρχουν 15 μεραρχίες, θα σου κοστίσει 2 εκατομμύρια δολλάρια. Βέβαια, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να βγάλεις χρήματα. Τα σημεία ελέγχου στους δρόμους λειτουργούν σαν τελωνεία και υπάρχει ταρίφα για κάθε φορτηγό που θέλει να περάσει. Γι’ αυτό λοιπόν «την έκαναν», με επικεφαλής τον διοικητή της μεραρχίας και τους τρείς στρατηγούς, μπήκαν σε ένα ελικόπτερο φορώντας πολιτικά και πέταξαν για το Ερμπίλ, την Κουρδική πρωτεύουσα. Αυτό οδήγησε στην οριστική διάλυση του στρατού…

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου



• Στο βιβλίο σας «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» υποστηρίζετε ότι πάνω απ’ όλα το χρέος είναι μια πολιτική κατασκευή και ότι η σχέση πιστωτή/οφειλέτη είναι η βασική κοινωνική σχέση στις δυτικές κοινωνίες. Τι ακριβώς εννοείτε;

 Ο καπιταλισμός, προκειμένου να βγει από τα πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα της δεκαετίας του ’70, μετατόπισε το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της οικονομικής συσσώρευσης διά μέσου της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη. Η οικονομικο-πολιτική ηγεμονία δεν είναι πλέον στα χέρια του βιομηχανικού κεφαλαίου, αλλά του χρηματοπιστωτικού, το οποίο αναδόμησε ολοκληρωτικά την «πραγματική» οικονομία (τις βιομηχανίες, τις υπηρεσίες και το Κοινωνικό Κράτος), προκειμένου να απελευθερώσει τα μερίσματα για τους οικονομικούς επενδυτές. Σ’ αυτήν τη σύγχρονη συνθήκη δεν μπορούμε πλέον να ξεχωρίσουμε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο από το βιομηχανικό και το εμπορικό κεφάλαιο, γιατί είναι αυστηρά συνυφασμένα.

 • Η οικονομία του χρέους επηρεάζει τις ηθικές συνειδήσεις των ανθρώπων και παράγει ένα καθολικό αίσθημα ενοχής: «Αμάρτησες, άρα πρέπει να πληρώσεις». Πόσο εύκολο είναι να αντισταθούν οι άνθρωποι σ’ αυτήν τη σχεδόν θρησκευτική προσέγγιση;

Οι οικονομικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν διαρκώς το ρίσκο του χρόνου, δηλαδή το μη προβλέψιμο της αξίας των πιστώσεων και των δανείων, έτσι δεν αναλαμβάνουν, αλλά αντίθετα αποποιούνται κάθε ευθύνη. Η μη ανάληψη ευθύνης απέναντι στον κίνδυνο, δηλαδή η «ελευθερία» απέναντι σε κάθε ευθύνη, είναι ακριβώς αυτή που καθορίζει τη συμπεριφορά των χρηματιστών. Χάρη σε τεχνικές επισφάλειας, αναλαμβάνουν ρίσκα, τα οποία σύντομα ξεφορτώνονται και μεταθέτουν στο απώτερο μέλλον, καθιστώντας τα ανώνυμα και μεταφέροντάς τα σε άλλους οικονομικούς παίκτες. Οταν τα ρίσκα, τα οποία αναλαμβάνονται έχουν ως πηγή την οικονομική κατάρρευση (όπως τα ενυπόθηκα δάνεια), οι υπεύθυνοι τα μεταφέρουν στο κράτος, το οποίο, με τη σειρά του, τα μετακυλά στον πληθυσμό. Οι επενδυτές και το κράτος μετατρέπουν σε υπεύθυνους εκείνους οι οποίοι δεν ανέλαβαν κανένα ρίσκο και συνεπώς δεν έχουν καμία ευθύνη. Ο οικονομικός μηχανισμός της κρίσης είναι πάντα διπλός και διαθέτει έναν «υποκειμενικό» μηχανισμό, ο οποίος αντιστρέφει την ευθύνη. Ωστόσο πιστεύω ότι αυτή η απόπειρα ενοχοποίησης δεν λειτούργησε. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν είναι υπεύθυνοι. Το πρόβλημα είναι λιγότερο η ενοχή και περισσότερο οι δομές και τα μέσα ενός πολιτικού οργανισμού ικανού να επιβάλει μια ισορροπία ισχύος.

 • Η παρούσα οικονομική κρίση έχει προκαλέσει μιαν αυταρχική στροφή του νεοφιλελευθερισμού. Μία από τις μορφές της είναι οι κυβερνήσεις τεχνοκρατών. Ποια είναι η άποψή σας;

Οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις ονειρεύονται να επιστρέψουν στην κατάσταση πριν από το «σκάσιμο της νιοστής οικονομικής φούσκας» (ενυπόθηκα). Υιοθετούν δύο διαφορετικές αλλά συγκλίνουσες στρατηγικές, οι οποίες όμως είναι καταδικασμένες να αποτύχουν: στην Ευρώπη τη λιτότητα και στις ΗΠΑ την παροχή ρευστότητας με την αγορά τίτλων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Οι πολιτικές αυτές έχουν τρεις στοχεύσεις: να εξυγιάνουν και να βάλουν στο κέντρο της πολιτικής την οικονομία, να αναδιαρθρώσουν την αγορά εργασίας, κάνοντάς την επισφαλή και πηγή φτώχειας, και, τέλος, να ιδιωτικοποιήσουν το κοινωνικό κράτος. [...] Η αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, η μείωση των δημοσίων δαπανών και των κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί το άλλο πεδίο σύγκλισης. Αλλά αποτελεί αυταπάτη το να πιστεύει κάποιος ότι με αυτό τον τρόπο θα βγούμε από την κρίση. Οι πολιτικές αυτές δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αναπαράγουν, μεγεθύνοντάς τες, τις συνθήκες της ίδιας της κρίσης: συγκέντρωση πλούτου και ισχύος, ανισότητες, ανάπτυξη, αύξηση της οικονομικής προσόδου, αλλά και της προσόδου από ακίνητα. Στις ΗΠΑ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα βρίσκεται σε φάση δημιουργίας μιας νέας οικονομικής φούσκας και η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στην κατάσταση της Ιαπωνίας: μια στασιμότητα η οποία παρατείνεται «στο διηνεκές».

 • Πόσο, κατά τη γνώμη σας, θα διαρκέσει η κρίση; 

Το κεφάλαιο αποτελεί μια σχέση εξουσίας, η «οικονομία» δεν είναι ένα οικονομικό πρόβλημα. Εάν επιθυμούμε να αλλάξουμε την οικονομία, πρέπει να αλλάξουμε τις σχέσεις της εξουσίας και της πολιτικής. Η έξοδος από την κρίση του 1929 κατέστη δυνατή επειδή το Νιου Ντιλ επικύρωσε την πολιτική αποτυχία του φιλελευθερισμού, ήλεγξε τον χρηματοπιστωτικό τομέα (η ευθανασία όσων έχουν ετήσιο εισόδημα από ενοίκια, κατά τον Κέινς, δηλαδή δόθηκε στην οικονομία η εξουσία να είναι ένας «συλλογικός καπιταλιστής»), οργάνωσε μια σχετική αναδιανομή κτλ. (υπό τον φόβο «του κομμουνισμού»), ενώ [σήμερα] εδώ δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, γιατί ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει στο κέντρο της οικονομίας. Γνωρίζουμε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα ότι το κεφάλαιο όχι μόνο είναι ανίκανο να αυτορρυθμιστεί, αλλά και ότι η «ελευθερία του κεφαλαίου» οδηγεί στον «πόλεμο». Δεν ξέρω πότε, αλλά μπορώ να προβλέψω ότι θα «κρασάρει» κι άλλο, επειδή οι μηχανισμοί, οι οποίοι οδηγούν στο οικονομικό κραχ, είναι πάντα ενεργοί και ακόμη ισχυρότεροι.

 • Πριν υπογραφούν τα μνημόνια λιτότητας, το ελληνικό δημόσιο χρέος βρισκόταν στο 120% του ΑΕΠ. Σήμερα, μετά από πέντε χρόνια λιτότητας, είναι στο 175% και συνεχίζει να αυξάνεται. Η διεθνής κοινότητα διέγραψε το 1953 το μεγαλύτερο χρέος της Γερμανίας, εξαιτίας της καταστροφής που είχε υποστεί στον πόλεμο. Πιστεύετε ότι μια παρόμοια λύση θα ήταν βιώσιμη σήμερα για χώρες όπως η Ελλάδα;

Τα συμπεφωνημένα χρέη δεν είναι επιστρεφόμενα, άλλωστε δημιουργήθηκαν για να μην είναι, γιατί πρέπει να παράγουν τόκους και μερίσματα. Η πιθανότητα της μη αποπληρωμής είναι αποκλειστικά πολιτικό θέμα. Εάν υφίστανται σχέσεις εξουσίας, το οικονομικό πρόβλημα καθίσταται πολιτικό. Εάν δεν καταφέρνετε να επιβάλετε μια σχέση εξουσίας, τότε το θέμα παραμένει «οικονομικό», ένα θέμα για τους ειδικούς.

 • Στην ανάλυσή σας, ο χρεωμένος άνθρωπος βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση μ’ αυτήν της αστικής τάξης την περίοδο της φεουδαρχίας και εκείνη των εργατών την περίοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Σήμερα όμως δεν υπάρχει κάποιο ισχυρό πολιτικό κίνημα ή εμπνευσμένοι ηγέτες για μια ριζοσπαστική αλλαγή. Ποιες προοπτικές βλέπετε; 

Τα σύγχρονα πολιτικά κινήματα βρίσκονται σε φάση πειραματισμού όσον αφορά τις μορφές δράσης μετά την ήττα της «κομμουνιστικής» και «σοσιαλιστικής» υπόθεσης. Θα έχουν σίγουρα κι άλλες μελλοντικές ευκαιρίες (ίσως πολύ σύντομα) για να εκφραστούν, γιατί η κρίση απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει. [...] Η φτωχοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού και η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια ενός μικρού αριθμού ανθρώπων συνεχίζεται παρά την κρίση. [...] Αλλά εδώ δεν πρόκειται για αντικειμενικές συνθήκες, οι οποίες από μόνες τους είναι ανίκανες να γεννήσουν πολιτικά κινήματα. Πρόκειται για τις υποκειμενικές συνθήκες, τις οποίες πρέπει να δημιουργήσουμε. Πρέπει να εφεύρουμε νέους τρόπους πολιτικής και ακτιβιστικής υποκειμενικότητας και δεν βρισκόμαστε παρά μόνο στην αρχή.

Συνέντευξη στον Τάσο Τσακίρογλου – Μετάφραση: Δημήτρης Φαναριώτης

Ο ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΛΑΤΣΑΡΑΤΟ Ιταλός κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και ακτιβιστής, γεννήθηκε το 1955. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970, μετά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα και τη δράση του στο κίνημα της «Εργατικής Αυτονομίας», κατέφυγε μόνιμα στο Παρίσι. Είναι ιδρυτικό μέλος και συντάκτης του περιοδικού Multitudes, ερευνητής στο κέντρο Matisse/CNRS (Université Paris I) και μέλος του Collège International de Philosophie. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια το βιβλίο του «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» (2014).

http://www.efsyn.gr/?p=244621


LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...