KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Ένα Άγνωστο Ολοκαύτωμα


http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2016/05/blog-post_19.html

Νομίζω ότι το συγκεκριμένο κομμάτι της εξαιρετικής  Δ`~. Κοσμοϊδιογλωσσίας αναδεικνύει με σαφήνεια και ενάργεια  μια μεγάλη εικόνα που αποσιωπάται  ή συσκοτίζεται από την ενασχόληση με τα επιμέρους θέματα. Μια μεγάλη εικόνα που  δημιουργείται κατά τη διάρκεια της σταδιακής αποσύνθεσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μετά τη δημιουργία της κεμαλικής Τουρκίας και δεν της έχει δοθεί η πρέπουσα έμφαση. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. 

Την σταδιακή αποσύνθεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την δημιουργία της κεμαλικής Τουρκίας συνοδεύει ένα διαρκές ολοκαύτωμα των Milliyet (Μιλιέτ: θρησκευτικό έθνος) της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα έθνη των Ρουμ (Rūm millet, millet-i Rûm "Roman nation") Ορθόδοξων, των Αρμενίων και των Εβραίων, όλα κατασφάχτηκαν (τέσσερα ήταν τα βασικά Milliyet της αυτοκρατορίας. Τα προηγούμενα συν το Μουσουλμανικό. Υπήρχαν και μικρότερα που δεν είχαν αυτονομία εξ αρχής, όπως των Σύριων Ορθοδόξων - επίσης κατασφάχτηκαν και συνεχίζουν να σφάζονται ακόμη και σήμερα στη Συρία, στον Λεβάντε).

Αυτό είναι το μεγάλο και διαρκές ολοκαύτωμα του τελευταίου ενάμιση αιώνα για το οποίο κανείς δεν μιλά και στο οποίο κανείς δεν αναφέρεται.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις (του Ρήνου όπως λέμε σήμερα) επέλεξαν ως κύριο αγκωνάρι, τοποτηρητή και σύμμαχο τους στην Ανατολή, τους Μουσουλμάνους Τούρκους (με διάφορα συμπληρώματα) και ως εχθρούς τους όλους τους μη Δυτικούς Χριστιανούς της Ανατολής - όποια αποκατάσταση ή προάσπιση υπήρξε προς αυτά τα πληθυσμιακά σύνολα υπήρξε κυρίως, ή τις περισσότερες φορές, από τους Αγγλοσάξονες και τους Ρώσους, π.χ. Εβραίοι, Αρμένιοι (το ίδιο πιθανότατα θα συμβεί σταδιακά και με τους Κούρδους - μουσουλμάνους και μη - οι οποίοι αποτελούν αυτόχθων φύλο).

Αυτά που έγιναν παλαιότερα στην Σερβία και στον Λίβανο και γίνονται στις μέρες μας στην Συρία έχουν κοινό ιστορικό πλαίσιο αναφοράς. Ποιοι σφάζονται στη Συρία; Αυτόχθονες πληθυσμοί που αραβοποίηθηκαν, τουρκοποίηθηκαν και ισλαμοποίηθηκαν (ουσιαστικά σουνιτοποίηθηκαν) και αραβόφωνοι αυτόχθονες Ρουμ. Η μεγάλη σφαγή συνεχίζεται. Ορθόδοξοι Ρωμαίοι της Ανατολής και των Βαλκανίων, Εβραίοι, Ελληνορθόδοξοι Αραβόφωνοι, Αρμένιοι, Ασσυρίοι. Στα πλαίσια αυτά σφάχτηκαν και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και οι Πόντιοι.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα: Το διαρκές Ολοκαύτωμα των Milliyet της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Η επέλαση των Εταιρειών


Η Γουέντι Μπράουν, καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ, θα βρεθεί σήμερα στην Αθήνα και θα μιλήσει στις 18.30,  σε εργαστήριο που διοργανώνει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, με θέμα «Για το Δημοκρατικό Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα» στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών (Ακαδημίας 18, Αθήνα). Η συνέντευξη της στην Εφημερίδα των Συντακτών δεν είναι όλη υψηλού ενδιαφέροντος, αναπαράγοντας τις αυταπάτες μια μερίδας της αμερικάνικης αριστεράς για την Αραβική Άνοιξη και τον Σύριζα, αλλά το συγκεκριμένο απόσπασμα που παραθέτω υπενθυμίζει με εμφατικό τρόπο μερικά αυτονόητα για τις εταιρείες:    

• Με συμφωνίες όπως η ΤΤΙP, οι πολίτες πλέον δεν θα ζητούν τον λόγο από τις κυβερνήσεις τους, αλλά από εταιρείες, που μάλιστα θα αντιμετωπίζονται νομικά ως «φυσικά πρόσωπα», με δικαιώματα, ακόμα και θρησκεία.
Εμείς οι της Αριστεράς στην Αμερική έχουμε ένα αστείο μεταξύ μας: ότι τη μέρα που οι εταιρείες θα μπορούν ως «φυσικά πρόσωπα» να καταδικαστούν σε θανατική ποινή, τότε ναι, θα πιστέψουμε πράγματι πως είναι «φυσικές οντότητες».
Πράγματι, το ανώτατο δικαστήριο στις ΗΠΑ τούς έχει επιτρέψει να έχουν δικαιώματα ανθρώπινα, όπως ελευθερία λόγου (για να αποφεύγουν τους ελέγχους χρηματοδότησης της όποιας καμπάνιας), ελευθερία συνείδησης και δικαίωμα στην ανεξιθρησκία (για να μπορούν να μη λαμβάνουν υπόψη τους τα ίσα δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων, στις οποίες μπορεί ν’ ανήκουν εργαζόμενοί τους, και για να μην παρέχουν ασφαλιστική μέριμνα για αντισύλληψη και έκτρωση), καθώς και την ελευθερία των συναθροίσεων (για να μπορούν να αποφύγουν την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία).
Από την άλλη, όλοι αυτοί οι «ανθρωπόμορφοι» πλέον κολοσσοί δεν μπορούν να σταλούν στην αγχόνη για δολοφονία - αυτό στην Αμερική το φυλάμε ως «δικαίωμα» μόνο για τον πραγματικό «homo sapiens»... Ε, όλα αυτά τα ωραία θέλουν τώρα να ισχύουν και στην Ευρώπη, μέσω της ΤΤΙP.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Παύλος Μάτεσις- Το χωματένιο πάτωμα και η πουλακίδα



Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Διάβασα την «Μητέρα του Σκύλου» του Παύλου Μάτεσι αυτό το Πάσχα. Είκοσι έξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, εντυπωσιάστηκα από τη σκιαγράφηση του βασικού γυναίκειου χαρακτήρα, της πραγματικά σπουδαία πλασμένης Ραραού. Η Ραραού, μια συνταξιούχος πλέον θεατρίνα- κομπάρσα  αφηγείται τη ζωή της στην Κατοχή και στα κατοπινά χρόνια. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, από την Ραραού, κατά κόσμον Ρουμπίνη Μέσκαρη, εκτός από δύο παρεμβάσεις ενός εξωτερικού αφηγητή, οι οποίες αποκαθιστούν την αλήθεια, καθώς ο λόγος της Ραραού συμπεριλαμβάνει, μέσα στα άλλα, ψέματα και φαντασιοπληξίες. Στο οπισθόφυλλο της τεσσαρακοστής έκτης έκδοσης του 2001 από την οποία διάβασα το μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνεται ένα απόσπασμα κριτικής από την Corriere Della Sera στο οποίο ο Cesare Segre αναφέρει: « Η Μητέρα του Σκύλου… η ζωή εκρήγνυται σαν βόμβα.. άπειρες είναι οι σκηνές που θα θυμόμαστε…». Για το βιβλίο έχουν γραφτεί τόσα πολλά όλα αυτά τα χρόνια, μάλιστα πρόσφατα ανέβηκε θεατρική παράσταση από το Σύγχρονο Θεάτρο με την Δήμητρα Χατούπη στο ρόλο της Ραραούς, ενώ το 2011 στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου τον ίδιο ρόλο είχε ερμηνεύσει η Θέμις Μπαζάκα, έτσι δεν προσθέτω κάτι παραπάνω, παρά διαλέγω να παραθέσω από αυτό δύο αλληλένδετες ιστορίες, που, μέρες μετά, καρφώθηκαν στο μυαλό μου: 


  …Αυτό το χωματένιο πάτωμα όλο σε μπελάδες μας έβανε. Η μητέρα μου ήταν πολύ νοικοκυρά, από κείνη το ’χω τάλε κουάλε. Έπρεπε να το καταβρέχουμε. Όχι με νερό πεταχτό, για να μη λασπώνει. Γεμίζαμε το στόμα νερό, μπουχίζαμε το πάτωμα, για να κατακάθεται ο μπουχός και να τσιμεντώνει. Και τον χειμώνα το κάναμε αυτό, όλοι μαζί. Και μετά το πατικώναμε όλοι μαζί, βάναμε μια σανίδα, πατάγαμε, τη  μετατοπίζαμε, και δόστου όλοι μας πάνω στη σανίδα. Δίοτι αν το αφήναμε έτσι, το πάτωμα ξαναγινόταν χώμα, και ξεφύτρωναν χόρτα, μολόχα κυρίως μια αφορά έσκασε και μια παπαρούνα δίπλα στο νεροχύτη.
Εμένα, να πω την αμαρτία μου, μου άρεσε που είχαμε πάτωμα χωματένιο. Διότι πάντα μου είχα μια προσήλωση στο χώμα, από παιδί, τρέχα γύρευε γιατί. Πάντα μου ονειρευόμουνα  πως δήθεν κατέχω ένα κομμάτι γη ολοδικό μου. Και στη σχολική μου τσάντα είχα πάντα μια χεριά χώμα. Στην πίσω αυλίτσα μας είχα χωρίσει μια γωνιά και την έλεγα «το χτήμα μου ». Την είχα φράξει με βεργίτσες και φύτευα φασολιές, αλλά δε φτούραγαν, τις φύτευα λάθος εποχή. Μετά πήρα κι έφτιαξα ένα περιβολάκι κάτω απ’ το κρεβάτι μου.
Τον χειμώνα στρώναμε κουρελούδες και μικρά τσόλια, πλην τίποτα, όλο χόρτα ξεμύτιζαν. Μια φορά, ξημερώματα, έτυχε να δω την κουρελού να κουνιέται και να υψώνεται, λέω βγαίνει φίδι. Σηκώνω την κουρελού, βλέπω ήταν ένα μανιταράκι που έσκαγε. Σαν ανατολή ηλίου από το πάτωμα.

… Και την εικοστή έβδομη μέρα δίχως ψωμί, μας είχε τελειώσει και ο καφές, η μητέρα μου είχε βγει από το πρωί. Εμείς τα παιδιά καθόμαστε και τα τρία στο κρεβάτι να ζεσταινόμαστε, έλεγα μακάρι να ’χαμε τώρα την πουλακίδα στα πόδια μας να μας ζεσταίνει. Τα πουλερικά έχουν θερμοκρασία ανώτερη απ’ του ανθρώπου.
Αυτή την πουλακίδα μας την είχε χαρίσει η δεσποινίς Σαλώμη, καλή της ώρα εκεί που ζει τώρα, αν και όχι στας Αθήνας. Αυτή κάπου είχε ρημάξει ένα κοτέτσι. Την έδωσε της μητέρας μου, να τη βράσεις να πιούνε τα παιδιά το ζουμί της λέει, γιατί τα βλέπω αδενοπαθή σε λίγο.
Η πουλακίδα είχε ωραία χρώματα, ψηλό λαιμό, και ζωηρή, ούτε ήξερε αυτή ότι έχουμε Κατοχή. Λέμε εμείς, μαμά μη τη σφάξουμε. Καλά, λέει, ασ’ τη να μεγαλώσει λιγουλάκι, να μας βγει και μια μερίδα περσότερο, μπορεί να γεννήσει και κάνα αυγό. Αυγό όμως φάγαμε μόλις μπήκαν οι Εγγλέζοι ως ελευθερωτές. Κι έτσι την κρατήσαμε κάπου έξι μήνες, την ψευτοταίζαμε, της έβρισκα και κανένα σκουλήκι εγώ. Τη βγάζαμε για βοσκή, να τσιμπήσει χορταράκι και κανένα ζουζούνι, σε μια παραπλεύρως αλάνα. Την πηγαίναμε και τα τρία αδέρφια μαζί, μη μας ριχτούν και μας την κλέψουν, κουκουλωμένη μάλιστα κάτω από το πανωφόρι του Σωτήρη. Την κουβαλούσαμε στα χέρια σηκωτή, διότι είχε εξαντληθεί και περπατούσε πολύ σπάνια.
Μόλις φτάσαμε εκείνη την ημέρα στην αλάνα, την απιθώνω κάτω για να σκαλίσει να βρει σκουλήκι, αυτή έγειρε πλευρό και με κοίταζε. Δεν είχε δυνάμεις να σκαλίσει. Της δίνω νερό, το ήπιε με το ζόρι. Λέω παιδιά, το ζωντανό δεν είναι καλά, πάμε σπίτι να προλάβουμε να το σφάξουμε προτού ψοφήσει. Όχι, μας είπε η μάνα μου, δε τη σφάζω. Κι έτσι, τ’ απογευματάκι πια, η κότα με ξανακοίταξε και πέθανε. Από την πείνα. Τη σηκώνω, πεθαμένη ήταν βαρύτερη. Μουρλάθηκες που θα τη θάψεις, πότε μου γίνατε πλούσιοι, μου βάζει τη φωνή η δεσποινίς Σαλώμη απ’ το μπαλκόνι τους μόλις με είδε στην αυλή να σκάβω. Ζεστή είναι ακόμη, άντε μάδα την να τη βράσετε! Εγώ φταίω που σας την έδωσα και πήγε χαράμι.
Ξαναμπαίνω σπίτι, μαμά λέω, που ’ναι το σκαλιστήρι, φερ’ το. Τα αδέρφια μου τράβηξαν το κρεβάτι, έσκαψα στη γωνιά που είχα ορίσει να ’ναι το περιβολάκι μου, και την έθαψα μια χαρά, ξαναβάλαμε το κρεβάτι στη θέση του όμορφα. Κάθε πρωί τραβούσα το κρεβάτι, έτσι να βλέπω. Κι ένα πρωί ήταν ένα σαλιγκάρι δίπλα στον τάφο της πουλακίδας μου, τώρα βρήκες να ’ρθεις τρομάρα σου, του λέει η μάνα μου, δεν ερχόσουνα νωρίτερα να σε φάει η κοτούλα να ζήσει. Και το πήρε στην παλάμη της και το έβγαλε έξω στα χόρτα της αυλής. Και συχνά μνημόνευε την κότα, της είχαμε και όνομα, ούτε που θυμάμαι τώρα, τόσες δεκαετίες πια, πως την είχαμε βγάλει.

Παύλος Ματέσις – Η μητέρα του Σκύλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ 20,21,22,23,24                            

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Έρωτας χωρίς αύριο- Itsi Bitsi


Η τελευταία ταινία του Δανού Ole Christian Madsen βασίζεται  σε πραγματικά γεγονότα της ζωής του Eik Skaløe, τραγουδιστή της δανέζικης ροκ μπάντας Steppeulvene που έβγαλε μόνο ένα δίσκο με τον τίτλο “Hip” το μακρινό 1967 και που αποτέλεσε ορόσημο  για τη δανέζικη ροκ κουλτούρα. Στην ουσία όμως είναι μια ταινία  που ξεχειλίζει από τον έρωτα του Eik προς την Iben  στην ταραγμένη δεκαετία του 1960. Σαν ταινία βλέπεται ευχάριστα σαν μια δανέζικη εκδοχή του γνωστού sex & drugs & rock and roll. Το υπερβολικό voice over που χρησιμοποιεί ο Madsen κατά διαστήματα κουράζει άλλα υπερφαλαγγίζεται από την νευρώδη σκηνοθεσία. Βέβαια τη συγκεκριμένη υπόθεση της ταινίας μέσες -άκρες την έχουμε ξαναδεί ουκ ολίγες φορές: Προσωπικά μου θύμισε το αγαπημένο μου Turkish Delight (1973) του Πολ Βερχόφεν.  Η ταινία έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα στις 21 Απριλίου 2016 και μάλλον διανύει την τελευταία εβδομάδα προβολής της, αποκλειστικά  στο Πτι Παλαί, στο Παγκράτι.


Δύο όμορφα τραγούδια από τους Steppeulvene και το άλμπουμ τους “Hip” του 1967:




Ένα ντοκιμαντέρ του 1988 για τους Steppeulvene που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Ole Christian Madsen δυστυχώς χωρίς αγγλικούς υπότιτλους.

 

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Γιόζεφ Μπρόντσκι – Το τραγούδι του εκκρεμούς (αποσπάσματα)


Το τραγούδι του εκκρεμούς  είναι το μοναδικό βιβλίο που έχω διαβάσει από τον συγγραφέα και παρά τις αρετές του λόγου του και την ενάργεια των αναλύσεων του, δεν μου είναι αρκετό για να καταλήξω σε συμπέρασμα για τη σπουδαιότητα του, δεδομένου ότι τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1987. Άλλωστε πάντα λαμβάνω υπόψη μου πώς ακόμα και στο Νόμπελ λογοτεχνίας παρεισφρέουν πολικές σκοπιμότητες. Στην συγκριμένη περίπτωση ο Γιόζεφ Μπρόντσκι ήταν ρώσος αντιφρονών στα τελευταία χρόνια του ψυχρού πολέμου. Το βιβλίο αποτελείται από πέντε δοκίμια. Το ομώνυμο του τίτλου εστιάζει στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το τραγούδι του εκκρεμούς είναι η αιώρηση του ποιητή μεταξύ χριστιανισμού και παγανισμού που θεωρεί ο συγγραφέας ότι δίνει μια νέα διάσταση στην ποίηση του.

Στο πιο εκτενές δεύτερο δοκίμιο που τιτλοφορείται «Απόδραση από το Βυζάντιο» ένα ταξίδι του συγγραφέα στην Κωνσταντινούπολη γίνεται το έναυσμα για σκέψεις για τον ιστορικό χαρακτήρα τη πόλης που έγινε από τον Μέγα Κωνσταντίνο η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα δύο αποσπάσματα προέρχονται από αυτό το δοκίμιο και μολονότι δεν είναι αντιπροσωπευτικά του κλίματος του δοκιμίου έχουν επιλέγει για τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ο Γιόζεφ Μπρόντσκι στις 24 Μαΐου 1985 στα τεσσαρακοστά πέμπτα γενέθλια του γίνεται μάρτυρας προεκλογικής συγκέντρωσης των πολωτικών εκλογών της 2ης Ιουνίου 1985 που διατήρησαν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και μετά την πρώτη τετραετία. Στο δεύτερο απόσπασμα κάνει χαρακτηριστικές παρατηρήσεις για το ναό του Σουνίου.

Το «Κλειούς κατατομή» που ακολουθεί είναι μια διάλεξή του περί ιστορίας που έδωσε στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, το 1991. Η Κλειώ υπενθυμίζω ήταν η μούσα της Ιστορίας. Ακολουθεί το δοκίμιο του για τα «Εις Εαυτόν» του Ρωμαίου Αυτοκράτορα  Μάρκου Αυρήλιου, που φέρουν τη σφραγίδα των Στωικών και το βιβλίο κλείνει με ένα φανταστικό γράμμα του συγγραφέα προς τον Οράτιο, τον κορυφαίο Ρωμαίο λυρικό ποιητή κατά την εποχή του Οκταβιανού Αύγουστου.                   

[18]

Σήμερα γίνομαι σαράντα πέντε ετών. Κάθομαι γυμνός ως τη μέση στο ξενοδοχείο Λυκαβηττός στην Αθήνα, κάθιδρος, ρουφώντας μεγάλες ποσότητες Κόκα Κόλα. Σ’ αυτήν την πόλη δεν γνωρίζω ψυχή. Το βράδυ, όταν βγήκα να βρω κάπου να δειπνήσω, βρέθηκα εν μέσω ενός αλαφιασμένου πλήθους που κραύγαζε κάτι ακατάληπτο. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, επίκεινται εκλογές. Σουλατσάριζα κατά μήκος μιας ατελείωτης κεντρικής οδού, μπλοκαρισμένος από ανθρώπους και οχήματα, με κόρνες αυτοκινήτων να στριγκλίζουν μες στ’ αυτιά μου, να μην καταλαβαίνω λέξη, και ξαφνικά μου πέρασε από τα μυαλό η ιδέα πως αυτό είναι, ουσιαστικά, η μεταθανάτια ζωή- πως η ζωή είχε τελειώσει αλλά η κίνηση συνεχιζόταν, πως αυτό είναι η αιωνιότητα.
Σαράντα πέντε χρόνια πριν η μητέρα μου με έφερε στη ζωή. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που πέθανε. Πέρσι πέθανε κι ο πατέρας μου. Εγώ, το μοναδικό τους παιδί, περπατώ τώρα στους βραδινούς δρόμους της Αθήνας, δρόμους που εκείνοι ποτέ δεν είδαν και ούτε θα δουν. Ο καρπός της αγάπης τους, η φτώχεια τους, η σκλαβιά μέσα στην οποία έζησαν και πέθαναν- ο γιος τους βαδίζει ελεύθερος. Καθώς δεν τους συναντά μέσα στο πλήθος, αντιλαμβάνεται πως κάνει λάθος, αυτό δεν είναι αιωνιότητα.

[42]

Ώρα να αμπαλάρουμε. Όπως είπα δεν υπάρχουν ατμόπλοια από Ισταμπούλ ή από Σμύρνη. Επιβιβάστηκα σε αεροπλάνο και με πτήση πάνω από το Αιγαίο, που διήρκεσε λιγότερο από δύο ώρες, προσγειώθηκα στην Αθήνα.
Σαράντα μίλια από την Αθήνα, στο Σούνιο, στην κορυφή ενός βράχου με κατακόρυφη κλίση προς τη θάλασσα, υψώνεται ένας ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, χτισμένος σχεδόν ταυτόχρονα- κάπου πενήντα χρόνια διαφορά- με τον Παρθενώνα. Βρίσκεται στο σημείο αυτό εδώ και δυόμισι χιλιετίες.
Είναι δέκα φορές μικρότερος ναός από τον Παρθενώνα. Πόσο πιο όμορφος είναι από  εκείνον, είναι δύσκολο να το πει κανείς, δεν είναι ξεκαθαρισμένο τι πρέπει να θεωρείται μέτρο ομορφιάς. Στερείται οροφής.
Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω. Το Σούνιο είναι ένα Ψαροχώρι με καναδυό μοντέρνα ξενοδοχεία και βρίσκεται πέρα χαμηλά. Εκεί, στην κορυφή του σκοτεινού βράχου, ο ναός θεάται από απόσταση, σαν να είχε κατέβει μαλακά από τον ουρανό και να μην είχε ξεπεταχθεί από τη γη. Το μάρμαρο έχει πιο πολλά κοινά με τα σύννεφα παρά με το χώμα.
Δεκαπέντε λευκές κολόνες που συνδέονται με μια άσπρη μαρμάρινη βάση, υψώνονται σε ίση απόσταση μεταξύ τους. Ανάμεσα σ’ αυτές και στη γη, ανάμεσα σ’ αυτές και στη θάλασσα, ανάμεσα σ’ αυτές και στο γλαυκό ουρανό της Ελλάδας, δεν παρεμβάλλεται κανείς και τίποτε.
Όπως σχεδόν οπουδήποτε αλλού  στην Ευρώπη, έτσι κι εδώ ο Byron χάραξε το όνομα του στη βάση μιας από τις κολόνες. Στα βήματα του, το λεωφορείο φέρνει τουρίστες, λίγο αργότερα τους ξαναπαίρνει μακριά. Η διάβρωση που προσβάλλει φανερά τις κολόνες, δεν έχει να κάνει με την οξείδωση. Είναι η φλύκταινα των βλεμμάτων, των φακών και των φλας.
Έπειτα το σούρουπο πέφτει και σκοτεινιάζει. Δεκαπέντε κολόνες, δεκαπέντε κάθετα λευκά σώματα ισορροπημένα στο χώρο, στην κορυφή του σκοτεινού βράχου, συναντούν τη νύχτα κάτω από τους ανοιχτούς ουρανούς.
Εάν μετρούσαν τις μέρες, θα ήταν ένα εκατομμύριο τέτοιες μέρες. Από απόσταση, μέσα στη βραδινή αχλή, τα λευκά κάθετα σώματά τους μοιάζουν με κόσμημα, χάρη στα ίσα διαστήματα που τις χωρίζουν.
Μια ιδέα τάξης; Η αρχή της συμμετρίας; Η αίσθηση του ρυθμού; Ειδωλολατρία;           

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Μαρία Μήτσορα-καλός καιρός /μετακίνηση (αποσπάσματα)


Μου  αρέσει η γραφή της Μαρία Μήτσορα. Μέσα στην πλημμυρίδα αφηγημάτων που εκδίδονται σωρηδόν ξεχωρίζει με το μπρίο της. Διαβάζεις κάτι δικό της και αμέσως αναγνωρίζεις το ξεχωριστό τρόπο που συνταιριάζει τις λέξεις, δημιουργώντας το ιδιαίτερο ύφος της. Στη συγκεκριμένη νουβέλα των 141 σελίδων, αν και αυτοχαρακτηρίζεται μυθιστόρημα, παρακολουθούμε τον έρωτα του Άλκη, επιμελητή κειμένων, με την Έλλη μια παντρεμένη γυναίκα που μεγαλώνει τον εξάχρονο γιο του άντρα της. Το βιβλίο έχει μια πολύ θετική αύρα αφού στην ουσία είναι ένας ύμνος στον έρωτα και εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Πατάκη» τον Οκτώβριο του 2005. 
         
Παιχνίδι: Η αντικατάσταση του Θεού
Σ’ αυτό το παιχνίδι εξ ορισμού μερικοί θα σκύψουν πάνω από τη ψυχή τους. Αν το αιτούμενο είναι να σου αποκαλυφθεί το πραγματικό σου πρόσωπο, πρέπει να είσαι έτοιμος να παίξεις οτιδήποτε. Σ’ αυτούς που παίζουν χρήματα εμφανίζεται ένας τρελός, έχοντας κλέψει τις λέξεις που βάζουν σε λειτουργία την κινητή γέφυρα προς την επιτυχία. Πως ξεχωρίζουμε τους πραγματικούς παίχτες από τους υπόλοιπους; Όπως τους ζωντανούς από τους πεθαμένους. Ιδιαιτερότητα αυτού του παιχνιδιού είναι ότι κάθε ζαριά καταλύει το Τυχαίο.

Ζαριά / Τα πρώτα ραντεβού
Ξέρεις στα πάρκα γελάνε, στα πάρκα κλαίνε, στα πάρκα σέρνονται, μαζί με την ομίχλη, πάνω από το λασπωμένο χώμα και τα κίτρινα φύλλα που σαπίζουν οι ψυχές των πεθαμένων. Γι’ αυτό η δύση, οι φλόγες της δύσης, χωρίς τη φλόγα ενός έρωτα, είναι τόσο μοναχική. Γι’ αυτό ίσως και να επιμένω να έχω μαζί σου αυτά τα μυστικά ραντεβού- όπως φαίνεται  μυστικά ακόμα κι από σένα. Σ’ ερωτεύθηκα μήνα Νοέμβρη και τώρα που τελειώνει ο Δεκέμβρης καπνίζω ένα τσιγάρο στο πάρκο, με το φως της δύσης, γράφω με την κάφτρα το όνομα σου, κάνω και το σημάδι της πρόσθεσης πριν να το σβήσω και γυρίζοντας σπίτι ακούω αναμμένες όλες τις τηλεοράσεις. Ο πόλεμος ήδη βρίσκεται πολύ κοντά μας, νίκησε η διαίρεση, γι’ αυτό σου κάνω το σημάδι της πρόσθεσης και σ’ το στέλνω σινιάλο.

Ζαριά / Έρωτας για τη ζωή και για την Έλλη
Ποτέ δε σου γράφω για να σκοτώσω το χρόνο, αλλά για να τον κάνω πολύτιμο. Κατέβηκα και άφησα στη γωνία του δρόμου την τηλεόραση. Ακούω τα νέα απ’ το ραδιόφωνο όπως έκαναν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- τώρα ο Τρίτος απλώνεται και πλησιάζει- βρίσκεται μέσα στον τρόπο σκέψης μας- πολιορκεί κάθε μέρα και πιο στενά τον έρωτα μου. Ζούμε χωριστά αυτόν το χειμώνα του πολέμου, που συμβαίνει να είναι και ο πιο κρύος χειμώνας στο βόρειο ημισφαίριο, φυσάνε ασταμάτητα παγωμένοι βοριάδες-φυσάνε από παντού λογικά παράδοξα- σκιές και φιγούρες του θανάτου-μόλις έχει για λίγες μέρες παγωμένη λιακάδα, ξεγελιούνται και πάνε ν’ ανθίσουνε τα δέντρα- αλλά μετά πάλι βρέχει κι όλα μουσκεύουν ξανά. Άρχισε να βρέχει στο τέλος Αυγούστου – αλλού πέφτουν μέχρι και 3.000 βόμβες μέσα σε μια νύχτα- φαντάσου φωταψίες- φαντάσου φλόγες που γλείφουν άστρα κι ουρανό. Από το τέλος Αυγούστου νίκησε η τρέλα- νίκησαν ο φόβος και ο θάνατος και πάνε να διώξουν κάθε έρωτα από το πρόσωπο της γης. Η τρέλα και ο θάνατος κυνηγάνε τη ζωή και στα πιο κρυφά υπόγεια καταφύγια. Γι’ αυτό θέλει θάρρος και πείσμα για ν’ αγαπήσεις ακόμα και το νερό της βρύσης, ακόμα και μια άγνωστη σαν εσένα. Σε λένε  Έλλη- δεν γνωριστήκαμε, όμως χάρη σ’ εσένα μπορώ να τεντώσω τη σκέψη μου πάνω απ’ αυτές τις σκοτεινές στιγμές, κάνοντας ευχές για το μέλλον.  Η  πρώτη ευχή δεν είναι για μας- είναι για να τελειώσει το κακό που τρέφεται από την ίδια του τη λύσσα. Μου φαίνεται πως η κάθε ευχή για κάτι καλό σημαίνει για τον εχθρό απώλειες. Κάθε μικρό φωτάκι τρυπάει την μεγάλη μαύρη σκιά. Προσπαθώ να νιώθω κάθε στιγμή των έρωτα που σου έχω γιατί είναι έρωτας για τη ζωή, κι αυτό είναι μεγάλη νίκη. Κάθε απόγευμα βγαίνω και περπατάω στη βροχή έχοντας έρωτα για τη ζωή και για την Έλλη.


Μια ωραία παρουσίαση του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...