KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

J.G. Ballard –Θαύματα της ζωής


Ένα από τα πρόσφατα βιβλία που διάβασα απνευστί είναι η βιογραφία του J.G. Ballard από τις εκδόσεις «Οξύ», σε μετάφραση Ηρακλή Ρενιέρη (2009),  που εκδόθηκε την ίδια χρονιά  που πέθανε  ο συγγραφέας (19.4.2009), ενώ σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 7 χρόνια από το θάνατο του. Ο JG Ballard, που ξεκίνησε να γράφει την αυτοβιογραφία του το 2006 όταν διαπίστωσε ότι έπασχε από καρκίνο,  ήταν συγγραφέας δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας με κορυφαία έργα το «Crash» και την  «Έκθεση Ωμοτήτων» και έχοντας μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία την «Αυτοκρατορία του Ηλίου», που γυρίστηκε και ταινία από τον Στήβεν Σπήλμπεργκ. Στον κινηματογράφο μεταφέρθηκε επίσης και το «Crash» αργότερα από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, ενώ έχουν υπάρξει και άλλες λιγότερο γνωστές ταινίες.
           
Ο ίδιος ξεκινά την αφήγηση του χαρακτηριστικά: «Γεννήθηκα στο Νοσοκομείο της Σαγκάης, στις 15 Νοεμβρίου του 1930, με δύσκολο τοκετό, τον οποίο η μητέρα μου, μικροκαμωμένη και με στενή λεκάνη, αρέσκονταν να μου περιγράφει τα επόμενα χρόνια, σαν αυτό να φανέρωνε κάτι για τη γενικότερη απερισκεψία του κόσμου. Το βράδυ στο τραπέζι, συχνά μου έλεγε ότι το κεφάλι μου παραμορφώθηκε άσχημα στον τοκετό, και αισθάνομαι ότι για την ίδια αυτό εξηγούσε εν μέρει τον παράξενο χαρακτήρα που είχα ως έφηβος και νεαρός (φίλοι γιατροί μου έχουν πει ότι δεν υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο σε τέτοιους τοκετούς)».

Ο πατέρας του ήταν διευθυντής μιας θυγατρικής εταιρείας στη Σαγκάη του 1930, που χαρακτηριζόταν τότε ως το «Παρίσι της Ανατολής», και εξασφάλιζε στην οικογένεια του μια εξαιρετικά άνετη μεγαλοαστική ζωή, τουλάχιστον μέχρι το 1937 και την ιαπωνική εισβολή στην Κίνα. Τότε τα στρατεύματα των Ιαπώνων κατέλαβαν όλες τις παραθαλάσσιες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Σαγκάης, αλλά δεν μπήκαν στη Διεθνή Ζώνη. Οι συνθήκες διαρκώς χειροτέρευαν μετά το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τελικά αυτός και η οικογένεια του εγκλείστηκαν το 1943, μέχρι το τέλος του πολέμου, στο στρατόπεδο Λογκ Χούα. Τα δυόμισι αυτά χρόνια που πέρασε στο στρατόπεδο ήταν καθοριστικά για την μελλοντική διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του. Στο τελευταίο πραγματικό σπίτι της παιδικής του ηλικίας, όπως λέει ο ίδιος, ένιωσε, παράδοξα, ελευθερία καθώς ήρθε σε άμεση επαφή με του γονείς του, χωρίς τις μέχρι τότε νταντάδες της μεγαλοαστικής ανατροφής του, ένιωσε όμως και πείνα, στερήσεις, ενώ περιστοιχιζόταν από μολυσματικές ασθένειες και από μια διάχυτη ατμόσφαιρα βίας και βαναυσοτήτων. Ο ίδιος περιγράφει το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μάλλον με μια θετική αύρα άλλα οι υποσυνείδητοι λογαριασμοί του με τον εγκλεισμό τον στοίχειωσαν στο κατοπινό συγγραφικό του έργο.

Με την επιστροφή του στην Αγγλία μετά το πόλεμο έρχεται σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και των Σουρεαλιστών, ενώ πέρασε δύο χρόνια σπουδάζοντας ανατομία, φυσιολογία και παθολογία στο Κέμπριτζ χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Πάντως τα χρόνια αυτά τον βοήθησαν να πλαισιώσει μεγάλο μέρος της φαντασίας του και θέματα από τους συγκεκριμένους τομείς αναδείχτηκαν δημιουργικά  στα μυθιστορήματα  του.

Στη συνέχεια ασχολείται μάλλον με δουλειές του ποδαριού και γνωρίζει τη γυναίκα του Μαίρη που τον παροτρύνει αμέριστα στις πρώτες συγγραφικές του προσπάθειες. Θα κάνουν τρία παιδιά, που αποτελούν τα θαύματα της ζωής, του τίτλου της αυτοβιογραφίας του,  ενώ το 1963 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα του, επιστημονικής φαντασίας, «Η Πλημμύρα», που η εμπορική επιτυχία του, τον ώθησε, πάλι με την παρότρυνση της γυναίκας του, να παραιτηθεί από την τότε δουλειά του και να προσπαθήσει να γίνει συγγραφέας πλήρους απασχόλησης. Την ίδια χρονιά όμως πεθαίνει η γυναίκα του από πνευμονία και μετά το σοκ αναλαμβάνει αποκλειστικά ο ίδιος την ανατροφή των παιδιών του καταφέρνοντας να συνδυάσει με επιτυχία να νέα του καθήκοντα με την συγγραφή. Ο ίδιος μνημονεύει ένα ταξίδι το 1965 οδικώς στην Ελλάδα που πέρασαν δύο μήνες υπέροχες διακοπές. «Ο μεγαλύτερος σύμμαχός μου στη ζωή», σημείωνε, «ήταν το παιδικό καροτσάκι στην είσοδο του σπιτιού».

Η σκοτεινή, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, «Έκθεση Ωμοτήτων», (1966) είναι επηρεασμένη, όπως δέχεται ο ίδιος, από το θάνατο της γυναίκας του, αλλά αποτελεί ένα εμβληματικό έργο που χωνεύει επιδέξια τέτοιες επιδράσεις: Μια κατακερματισμένη, πολυπρισματική γραφή προσπαθεί να συλλάβει του κραδασμούς της δεκαετίας του ’60, την κυριαρχία της εικόνας και της κατανάλωσης που αρχίζει να επιβάλλεται ως καθολικό πρότυπο. Ο ίδιος αναφέρει τις τραυματικές επιρροές: «Προσπαθούσα να κατασκευάσω μια φαντασιακή λογική που θα έβγαζε νόημα από τον θάνατο της Μαίρης και θα αποδείκνυε ότι ο δολοφόνος του Προέδρου Κένεντι και οι αμέτρητοι θάνατοι του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου θα είχαν μια αξία ή ένα νόημα με κάποιον μέχρι τώρα άγνωστο τρόπο. Τότε ίσως τα φαντάσματα μέσα στο κεφάλι μου, εκείνος ο καλυμμένος από το χιόνι γέρος ζητιάνος ή ο στραγγαλισμένος Κινέζος στον σιδηροδρομικό σταθμό, (εννοεί τραυματικές εμπειρίες της Σαγκάης) ο Κένεντι και η νεαρή μου  σύζυγος, μπορούσαν να αναπαυτούν.»

Για  το προκλητικό του έργο «Crash» λέει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του: «Αν η Έκθεση Ωμοτήτων ήταν έκθεση πυροτεχνημάτων σε ένα νεκροφυλάκειο το Crash ήταν μια μαζική επιδρομή βομβαρδιστικών ενάντια στην πραγματικότητα… Την εποχή που η Έκθεση Ωμοτήτων εκδόθηκε το 1970, είχα ήδη αρχίσει να ψάχνω για αυτό που θα γινόταν το πρώτο μου <συμβατικό> μυθιστόρημα έπειτα από πέντε χρόνια. Σκέφτηκα πολύ όλη τη δέσμη ιδεών που αργότερα συνέθεσαν το Crash, πολλές από αυτές τις είχα εξερευνήσει στην Έκθεση Ωμοτήτων όπου σε ένα βαθμό, είχαν κρυφθεί μέσα στην κατακερματισμένη αφήγηση. Το Crash θα ήταν μια κατά μέτωπο επίθεση μέσα στην αρένα, μια ανοιχτή επίθεση σε όλες τις συμβατικές υποθέσεις για τη δυσαρέσκεια μας για τη βία γενικά και τη σεξουαλική βία ειδικότερα. Ήμουν σίγουρος ότι οι άνθρωποι είχαν πολύ σκοτεινότερη φαντασία από ό,τι μας άρεσε να πιστεύουμε. Κυριαρχούμασταν από τη λογική και το προσωπικό συμφέρον αλλά μόνον όταν μας βόλευε να είμαστε ορθολογικοί, και τον περισσότερο καιρό επιλέγαμε να διασκεδάσουμε με ταινίες, μυθιστορήματα και κόμικς που ανέπτυσσαν τρομακτικά επίπεδα βίας και σκληρότητας. Στο Crash υποστήριξα ανοιχτά ότι υπήρχε μια δυνατή σύνδεση σεξουαλικότητας και της αυτοκινητιστικής σύγκρουσης, μια ένωση που έπαιρνε ώθηση από την κουλτούρα της διασημότητας.» Η παράδοξη σύμπτωση είναι ότι δυο εβδομάδες αφού τέλειωσε το βιβλίο είχε ο ίδιος ένα επικίνδυνο αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Τα σκάνδαλα που προκάλεσε  με τα δύο αυτά  βιβλία του ήταν χαρακτηριστικά: Αν αληθεύουν οι φήμες, το «Crash» του είχε επιστραφεί το '73 από έναν βρετανικό εκδοτικό οίκο. Η συνεργάτιδα των εκδόσεων, σύζυγος διακεκριμένου ψυχιάτρου, είχε γράψει στο χειρόγραφο: «Να μην εκδοθεί, ο συγγραφέας είναι ψυχιατρικώς ανίατος». Η πολτοποίηση όμως της «Έκθεσης ωμοτήτων» από τον αμερικανό εκδότη Νέλσον Ντάμπλντεϊ (εκδόσεις Doubleday) συνέβη πραγματικά. Ο τελευταίος διάβασε το διήγημα «Γιατί θέλω να γαμήσω τον Ρόναλντ Ρέιγκαν», και ως προσωπικός φίλος του τότε κυβερνήτη της Καλιφόρνιας διέταξε την καταστροφή όλων των αντιτύπων.

Στα τελευταία έργα του όπως στις «Νύχτες Κοκαΐνης» ή στο «Άνθρωποι του Μιλένιουμ» ακολούθησε στρωτές αφηγηματικές τεχνικές χωρίς να χάσει την ικανότητα να σκιαγραφεί εντυπωσιακά ένα δυστοπικό μέλλον σε διάφορες παραλλαγές. Η αυτοβιογραφία του κλείνει με μια λιτή αναφορά στην αρρώστια του καρκίνου που είχε και την επίγνωση του αναπόδραστου τέλους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...