KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»


Συντάκτης: 
Στο προηγούμενο άρθρο, παρουσιάζοντας ορισμένες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε πώς αλλά και γιατί η κυρίαρχη σήμερα βιοπολιτική έχει επιβάλει τον εθελοντισμό ως μέσο διαχείρισης και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής ενός ολοένα διογκούμενου αριθμού περιθωριοποιημένων πολιτών.
Οπως είδαμε, κάθε εθελοντική κοινωνική πρακτική αναπληρώνει -έστω και φαντασιακά- την πραγματική αλλά συχνά ανικανοποίητη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να επιτελούν μια προσωπική, δημιουργική και κυρίως κοινωνικά επωφελή δραστηριότητα (Βλ. «Εφ.Συν.» 14-01-2017).
Ολα αυτά δεν οδηγούν βέβαια στην αμφισβήτηση των προθέσεων ή της προσφοράς των εθελοντών, αλλά στην κριτική του «εθελοντισμού» ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου που, ενώ εμφανίζεται σαν μια ανθρωπιστική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες των κυρίαρχων, σήμερα, βιοεξουσιαστικών σχέσεων.
Για να τεκμηριώσουμε αυτήν τη μάλλον προκλητική δήλωσή μας θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο έργο δύο σημαντικών σύγχρονων στοχαστών: του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.
Οι ιδιοφυείς αναλύσεις τους μας αποκαλύπτουν πώς η βιοπολιτική διαμορφώνει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και δρούμε ως έμβια κοινωνικά όντα.
Πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισηγείται την έννοια «βιοπολιτική» για να εξηγήσει το ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές άσκησης εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Μια καινοφανής προσέγγιση που υιοθετείται και διευρύνεται από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά και από τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα.
Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία.
Οπως εξηγεί στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (κυκλοφορεί από εκδ. Πλέθρον), η προϋπόθεση για την επιλογή, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής στις δυτικές κοινωνίες ήταν να υποβαθμιστούν και να ξεπεραστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νεωτερικών «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες κατέληξαν να εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη νεωτερική εξουσία έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Εντούτοις, κατά τον 20ό αιώνα, έγινε απολύτως σαφές ότι η πρωταρχική επιλογή της κυρίαρχης εξουσίας ήταν μάλλον ο προληπτικός έλεγχος και όχι η εκ των υστέρων καταστολή.
Συνεπώς, η βιοπολιτική ρύθμιση θεωρείται πλέον προτιμότερη -και κυρίως πολύ πιο αποτελεσματική- από τη βίαιη καταστολή!

Από τη βιοπολιτική στη θανατοπολιτική

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970ο Γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισάγει την έννοια «βιοπολιτική» στις ιστορικές-κοινωνικές μελέτες του για να εξηγήσει το αναμφισβήτητο πια γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών αγώνων και των νέων οικονομικών στρατηγικών είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Παραδόξως, η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται τη «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης: η νέα βιοεξουσία δεν θεωρεί πλέον τους ανθρώπους απαραίτητες -οικονομικά ή κοινωνικά- παραγωγικές μονάδες αλλά ένα αναλώσιμο βιολογικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση μέσω της βιοπολιτικής.
Ιδού πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Φουκό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ιστορία της σεξουαλικότητας» αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή:
«Ο άνθρωπος, επί χιλιετίες, παρέμεινε ό,τι ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ζώο που είναι επιπλέον ικανό να διάγει μια πολιτική ύπαρξη· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο στην πολιτική του οποίου τίθεται υπό αίρεση η ζωή του ως έμβιου όντος».
Σε αντίθεση με την άσκηση της αρχαίας και μεσαιωνικής πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα ανθρώπινα σώματα, π.χ. μέσω της τιμωρίας ή της επιβολής της θανατικής ποινής από τον ηγεμόνα, η νέα βιοπολιτική ασκείται πάνω σε κάθε πτυχή της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων. Και, εντέλει, αφορά τον άνθρωπο ως... βιολογικό είδος.
Οπως πολύ ορθά διέβλεψε ο Μισέλ Φουκό, σήμερα, όχι απλώς οφείλουμε αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για βιοπολιτική «προκειμένου να περιγράψουμε αυτό που εισάγει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον τομέα των ρητών υπολογισμών και μετατρέπει την εξουσία-γνώση σε παράγοντα μετασχηματισμού της ανθρώπινης ζωής».
Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατος του Φουκό δεν του επέτρεψε να αναπτύξει επαρκώς αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, το 1995, ένας άλλος μεγάλος κοινωνικός φιλόσοφος, οΤζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), θα διαφωτίσει και θα διευρύνει με τρόπο αποφασιστικό την ανατρεπτική ιδέα της βιοπολιτικής εξουσίας.
Πράγματι, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Homo sacer - Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», αυτός ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός στοχαστής, μολονότι ξεκίνησε να διερευνά τα αίτια της απάνθρωπης ναζιστικής εξολοθρευτικής πολιτικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών.
Οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν πλέον μαζικά τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».
Σύμφωνα με την εμβριθή και ιστορικά τεκμηριωμένη ανάλυση του Αγκάμπεν:
«Η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Με άλλα λόγια, η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!
Πράγματι, αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας ή και σε εμάς τους ίδιους, ο Αγκάμπεν καταλήγει στο εύλογο και, δυστυχώς, πολύ συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα ότι:
«Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».
Ετσι, ανάλογα με τις ιστορικοπολιτικές περιστάσεις, η «βιοπολιτική» μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε «θανατοπολιτική».

Τα νέα εργαλεία της βιοεξουσίας

Με αυτήν ακριβώς την έννοια της εγγενούς αμοιβαιότητας μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, στο τελευταίο μας άρθρο, μιλήσαμε για «ανθρωποκτόνο ανθρωπισμό» όταν περιγράφαμε τη σημερινή βιοπολιτική του εθελοντισμού, η οποία δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να συγχέεται με τη φυσική ανθρώπινη αλληλεγγύη ούτε και με την υποκριτική αστική φιλανθρωπία.
Ωστόσο, η σύγχρονη βιοπολιτική δεν καταφεύγει μόνο στον εθελοντισμό και στη μαζική προπαγάνδα για να νομιμοποιεί και να επιβάλλει στην κοινωνία τις επιλογές της.
Ολοένα και πιο συχνά, διαπιστώνουμε ότι προστρέχει στις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών για να δικαιολογήσει και, ενδεχομένως, να επιβάλει κάποιες εμφανώς απάνθρωπες ή και ανθρωποκτόνες στρατηγικές της.
Ακολουθώντας, μάλιστα, το σκεπτικό του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της βιοπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή βιοπολιτική εκδηλώνεται κυρίως μέσω των κοινωνικών εφαρμογών της βιοϊατρικής, της γενετικής μηχανικής και, πιο πρόσφατα, της νευροπολιτικής.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί το ότι στις πιο ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες οι κυβερνήσεις, τα κόμματα αλλά και οι μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις προσλαμβάνουν ως ειδικούς συμβούλους κοινωνικούς ψυχολόγους ή και ειδικούς νευροεπιστήμονες προκειμένου να αναλύσουν όχι τόσο τις οικονομικοπολιτικές ανάγκες των πολιτών αλλά τις νευροψυχολογικές αδυναμίες και τις νοητικές έξεις τους.
Χάρη στα νέα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτουν, αυτοί οι ειδικοί αναλαμβάνουν -με το αζημίωτο!- να αποκαλύψουν τις βαθύτερες πολιτικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές συνήθειες ή τις φοβίες ενός πληθυσμού, πληροφορίες που διευκολύνουν αποτελεσματικά τη διαχείριση αυτών των ανθρώπων.
Εξάλλου, ο σκοπός ύπαρξης και επίσημα διακηρυγμένος στόχος τόσο της «νευροπολιτικής» όσο και της «νευροοικονομίας» είναι το να καταφέρουν να διαχειριστούν την πολιτική ή οικονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται όχι μόνο από τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά κυρίως από τη θλιβερή άγνοια των πολιτών για το πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους σε απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες.
Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από την απλή υλική-βιολογική «ζωή» των ανθρώπων.
Για τη σύγχρονη βιοπολιτική, τα ιδιαίτερα βιολογικά, σωματικά και εγκεφαλικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων διαπλέκονται στενότατα και, σε μεγάλο βαθμό, επηρεάζουν τις δήθεν «μοναδικές» πνευματικές, ψυχικές συμπεριφορές τους.
Σε αυτό ακριβώς βασίζεται κάθε βιοεξουσία για να επιβάλλει στους ανθρώπους την ιδιαίτερη βιοπολιτική της.

Δύο πολύ αποκαλυπτικά βιβλία για τη βιοπολιτική



«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο Φουκό για τη σειρά των διαλέξεών του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976.
Σ’ αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο Φουκό θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνονται εντός της επικράτειάς της.
Σταθερή βάση των αναλύσεων του Φουκό είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των μαθημάτων είναι ότι σε αυτές αναλύει λεπτομερώς τις πρωτοποριακές του ιδέες για τη βιοπολιτική, το πώς δηλαδή η νεωτερική βιοεξουσία επιβάλλει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό ως μέσο διαχείρισης της κοινωνίας.
Ιδού πώς ο ίδιος ο Φουκό διατυπώνει, στο τελευταίο από αυτά τα μαθήματα, το σχετικό ερώτημα:
«Πώς αυτή η εξουσία, η οποία έχει κύριο στόχο της την εξασφάλιση της ζωής, μπορεί να αφήνει τους ανθρώπους να πεθαίνουν;» δηλαδή «πώς ασκείται η εξουσία του Θανάτου, πώς ασκείται η λειτουργία του Θανάτου, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα επικεντρωμένο στη βιοεξουσία;»!
Η τεράστια σημασία της μεταγραφής αυτών των προφορικών μαθημάτων σε βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ζωντανά το πώς ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής διαμόρφωνε και επεξεργάζονταν σταδιακά τις ρηξικέλευθες πολιτικές απόψεις και τις φιλοσοφικές του ιδέες, αρκετές από τις οποίες είτε δεν τις είχε αναλύσει επαρκώς στα βιβλία του είτε δεν πρόλαβε να τις παρουσιάσει σε ένα βιβλίο.


Το κορυφαίο και άριστα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo sacer» έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική.
Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer (ιερού ανθρώπου), αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής.
Για τον Αγκάμπεν η «γυμνή ζωή» και η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελούν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας.
Και η μορφή του «ιερού ανθρώπου» γίνεται όχι μόνο το θεμέλιο της γυμνής ζωής της ανθρωπότητας αλλά και το αντικείμενο της βιοεξουσίας κατά τη νεωτερική εποχή.
Σε αυτό το βιβλίο, ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκό, η Χάνα Αρεντ κ.ά.
Αυτός ο διάλογος με προγενέστερους στοχαστές τού επιτρέπει να δείξει ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας.
Παράλληλα, η μελέτη των ολοκληρωτικών φαινομένων του 20ού αιώνα του επιτρέπει να αναλύσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα σε ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης «Κατάσταση εξαίρεσης» (Πατάκης, 2007), «Η κοινότητα που έρχεται» (Ινδικτος, 2007), «Βεβηλώσεις» (Αγρα, 2006), «Χρόνος και ιστορία» (Ινδικτος, 2003), τα οποία και διαφωτίζουν πολλά θέματα αυτού του βιβλίου.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα


Συντάκτης: 
Φοίβος Γκικόπουλος*

Οποιος ανοίξει τις σελίδες μιας εφημερίδας, ενός περιοδικού ή τις διάφορες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, ακούσει τα πολιτισμικά νέα από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, εύκολα θα αντιληφθεί ότι μια επιδημία απλώνεται γύρω μας: αυτή της οργάνωσης συνεδρίων, συμποσίων, ημερίδων για οποιοδήποτε θέμα και για κάθε περίπτωση.
Κάποτε ήταν σύνηθες να γιορτάζονται με ένα συνέδριο τα εκατό, διακόσια, πεντακόσια χρόνια από τη γέννηση ή τον θάνατο των πιο σημαντικών μορφών του παρελθόντος ή ιστορικές επέτειοι ενός έθνους, κι αυτή η συνήθεια απεικόνιζε το χρώμα μιας κάποιας εποχής. Σήμερα, με την ανάπτυξη ενός βιομηχανοποιημένου πολιτισμικού καταναλωτισμού, κάθε περίσταση είναι χρήσιμη.
Δεν αρκούν οι εκατονταετηρίδες, ούτε ακόμη και οι τμηματικές επέτειοι. Ισως μη επετειακά συνέδρια να διατηρούν πιο εύκολα τη σοβαρότητά τους, γιατί υπαγορεύονται και από ερευνητική διάθεση.
Πάντως, αν κάποιος θελήσει να μετρήσει τα συνέδρια που οργανώνονται και περιοριστεί στα σχετικά με τις ανθρωπιστικές επιστήμες –για τις θετικές δεν πρέπει να ισχύουν οι σκέψεις που αναπτύσσονται εδώ- μάλλον δεν θα του αρκούν τα δάχτυλα των άνω και κάτω άκρων μαζί.
Στα συνέδρια αυτά παρατηρείται μια σπατάλη, κυρίως σε λόγια, που δεν «δολοφονούν» κανέναν, αλλά μπορούν να προκαλέσουν απέραντη πλήξη και, φυσικά, ξοδεύονται αρκετά χρήματα που αφαιρούνται από την καταταλαιπωρημένη στη χώρα μας έρευνα, χρήματα που διαλύονται στις «φιέστες» της ακαδημαϊκής, εκδοτικής, πολιτισμικής διανόησης.
Τα σημάδια της κρίσης των συνεδρίων βρίσκονται βέβαια ακόμη πιο βαθιά: για παράδειγμα, σπάνια στη χώρα μας μοιράζονται έγκαιρα στους συνέδρους οι περιλήψεις των ανακοινώσεων, που σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποδειχτεί ικανό βήμα προβληματισμού και συζήτησης: έτσι, καταλήγουν στον θρίαμβο ενός ανώφελου λόγου, στενού συγγενή της άκαρπης ρητορικής. Παρατηρούμε μια επιστροφή στην πριν από τον Γουτεμβέργιο εποχή, όταν η επικοινωνία βασιζόταν στον προφορικό λόγο ή γινόταν μέσα από την αργή διακίνηση των χειρογράφων.
Σήμερα η ανθρωπότητα κινδυνεύει, για λόγους αρκετά σύνθετους και από τα αποτελέσματα της εισβολής των μέσων μαζικής ενημέρωσης, να τοποθετήσει σε δεύτερη μοίρα την ευεργετική παρουσία του εντύπου: μερικές από τις θεμελιώδεις κατακτήσεις του σύγχρονου κόσμου, όπως η μαζική υποχρεωτική κατώτερη και μέση εκπαίδευση, η διάδοση των στοιχείων πολιτισμού, η διακίνηση των ιδεών, βρίσκονται σε κρίση ή υποβαθμίζονται σε επιφανειακές παρουσίες.
Βέβαια, ο προφορικός λόγος ως εργαλείο έρευνας δεν έχασε και δεν πρέπει να χάσει τις μη ρητορικές αρετές του, όπως όταν σε πανεπιστημιακό επίπεδο αμφισβητήθηκε, προς όφελος των σεμιναρίων, το μάθημα ex cathedra. Εξάλλου πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο άνθρωπος έχασε σταδιακά την ικανότητα της απαραίτητης αυτοσυγκέντρωσης για να ακούσει ένα προφορικό μάθημα, ικανότητα που είχε ένα «μαθητούδι» στον Μεσαίωνα.
Τις τελευταίες δεκαετίες ίσως αυτή η διαδικασία να επιταχύνθηκε από το γεγονός ότι στα σπίτια μας συνηθίζεται να υπάρχει η ηχώ της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Αναμφίβολα, όλο και περισσότερο, σε όλες τις συνεδριάσεις, από τη Βουλή ώς τα αμφιθέατρα των επιστημονικών συνεδρίων, η «απροσεξία» των ακροατών μεγαλώνει αισθητά.
Αν μάλιστα ένα συνέδριο διαρκεί αρκετές μέρες, τότε η λογική του ακολουθία χάνεται ανάμεσα στην αίθουσα συνεδριάσεων, τους διαδρόμους, τα γεύματα και τις δεξιώσεις.
Για τους λόγους αυτούς η επιλογή του γραπτού λόγου είναι απόλυτα σωστή και θετική. Αν ενδιαφέρει ο Ομηρος ή ο Δάντης, οι Παλαιολόγοι ή οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, είναι πολύ πιο αποδοτικό να διαβάσεις με την ησυχία σου αυτά που επεξεργάζονται οι διάφοροι μελετητές, επικεντρώνοντας την προσοχή σου εκεί που η κρίση τους χρειάζεται επιβεβαίωση ή είναι αναγκαίος ένας βαθύτερος προβληματισμός.
Μ’ άλλα λόγια, θα πρέπει να αποβάλουμε την ψευδαίσθηση ότι τα συμπόσια, ειδικά όσα είναι ανοιχτά για το κοινό, είναι και ένδειξη δημοκρατίας.
Στοιχεία δημοκρατίας στον πολιτισμό αποτελούν μια καλή σχολική και πανεπιστημιακή οργάνωση, ένα σωστό και λειτουργικό σύστημα βιβλιοθηκών, μια πολιτική χαμηλού κόστους για τα βιβλία και τα επιστημονικά περιοδικά: δομικές συνθήκες οι τελευταίες όπου οι πολιτικές επιλογές πρέπει να δώσουν αποτελέσματα και όχι να δημιουργήσουν εντυπώσεις, και εδώ φαίνεται η βούληση και η ικανότητα της κάθε πολιτικής εξουσίας.
Φυσικά, ο γράφων δεν είναι αναμάρτητος: πολλές φορές έχει πάρει μέρος σε συνέδρια, σε μερικά από αυτά μίλησε κιόλας. Ομως, κάθε τόσο αναρωτιέται αν χρειάζεται περισσότερο μέτρο. Συνέδρια θα πρέπει να γίνονται, κατά προτίμηση όχι επετειακά ή πρόσκαιρα, αλλά όχι τόσο πολλά. Σ’ αυτή την περίπτωση έχει απόλυτο δίκιο αυτός που κάποτε είπε: «Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα».

* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Dead Can Dance- spirit of eleusis



I thought I'd found a reason to live
Just like before when I was a child
Only to find dreams made of sand
Would just fall apart and slip through my hands
But the spirit of life keeps us strong
And the spirit of life is the will to carry on
Adversity what have I done to you
To cause this reclusive silence
That has come between me and you
And the spirit of life remains in light
And the spirit of life remains inside
I never thought it would be quite like this
Living outside of mutual bliss
But as long as the veins in our arm still stand up
The spirit of life will keep living on



Oh come calmly
Over the ocean I beckon to thee
 I blow seeds of love to be
 Born of my heart
 Sown on the breeze
 All I fondly know
 Pales upon sails of your sweet gentle flow
 How our love will grow
 Crowned upon swans
 Calling home
 The love you hide inside
 Has nowhere to run and nowhere to hide
  I can see it in your eyes
 Your empty hearts and your wasted lives
 All I fondly know
 Pales upon sails of your sweet gentle flow
 How our love will grow
 Crowned upon swans Calling home

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Η διεθνής των πολιτισμών


Συντάκτης: 
Γιώργος Μαργαρίτης*
Το 1922 υπήρξε έτος δοκιμασιών για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, κυρίαρχο των θαλασσών και του κόσμου για περισσότερα, ώς τότε, από διακόσια χρόνια. Παλαιό κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου η Ιρλανδία, κέρδισε τη χρονιά αυτή, ύστερα από σκληρούς αγώνες, την ανεξαρτησία της.
Το «αυτοκρατορικό» σχέδιο για ανάπλαση του χάρτη της Μέσης Ανατολής, των Στενών και της πετρελαιοφόρου Μοσούλης στη βάση των βρετανικών συμφερόντων κατέρρευσε μαζί με τον ελληνικό στρατό το καλοκαίρι του 1922. Στη μακρινή Ουάσινγκτον η νέα διεθνής συνθήκη για την κυριαρχία των θαλασσών τερμάτισε την παντοδυναμία του βρετανικού ναυτικού – η Αγγλία δεν θα κυβερνούσε πλέον τα κύματα.
Το «μεγάλο διαμάντι» του Στέμματος, η Ινδία, κλυδωνιζόταν επικίνδυνα. Στη μέση περίπου του στρατηγικού δρόμου προς την πλουτοφόρα Ανατολή η Αίγυπτος, απογαλακτισμένη από την οθωμανική της κληρονομιά, επιθυμούσε να σπάσει και τα βρετανικά δεσμά της.
Ενας φιλόδοξος βασιλιάς ζητούσε πραγματική εξουσία ενώ, πιο κάτω στον κοινωνικό ιστό, το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων, μέρος του ευρύτερου ισλαμο-αραβικού εθνικισμού, ευαγγελιζόταν ριζικές ανατροπές στην αραβική χώρα. Ετούτη την κρίσιμη στιγμή ενεφανίσθη, ως από μηχανής Θεός, ο πολιτισμός.
Η «τυχαία», όπως τη θέλει η μυθιστορία, ανεύρεση του τάφου του Τουταγχαμόν τον Νοέμβριο του 1922 ήταν οπωσδήποτε πολιτικά επίκαιρη. Το εύθραυστο βρετανικό οικοδόμημα στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε ίσως να στηριχθεί εάν η άρχουσα τάξη της Αιγύπτου αποξενωνόταν από τα αραβικά αντιαποικιακά –ισλαμιστικά σε κάποιο βαθμό– κινήματα στα δυτικά και στα ανατολικά της χώρας.
Ηταν μια ισχυρή άρχουσα τάξη γαιοκτημόνων, εμπόρων και χρηματιστών που απέκτησε σημαντική οικονομική και συνακόλουθα πολιτική ισχύ στα χρόνια του πολέμου. Εκφραζόταν μέσα από το πολιτικό κόμμα –κίνημα– Wafd, μόρφωμα σχεδόν αστικό στον χαρακτήρα του και ως εκ τούτου εθνικιστικό, πρόθυμο να ακούσει και, ίσως, να υιοθετήσει όλες τις ριζοσπαστικές ή μη ιδέες που κυκλοφορούσαν στον αντι-αποικιακό χώρο.
Ο Τουταγχαμόν λοιπόν ευρέθη σε μια τέτοια συγκυρία και την εύρεσή του έσπευσαν να την προσαρμόσουν στην τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα και τις ανάγκες της οι Times του Λονδίνου και το Reuters, επίσης του Λονδίνου, πολύ πριν προλάβει η επιστήμη της αρχαιολογίας να συντάξει την οποιαδήποτε μελέτη πάνω στην ανακάλυψη.
Το ζητούμενο και άρα πριμοδοτούμενο ήταν η διαχρονική ύπαρξη μιας «αιγυπτιακότητας» - ας το πούμε έτσι μεταφέροντας στην εδώ περίπτωση την «ελληνικότητα», που να καλύπτει ταυτόχρονα και τις επικοινωνιακές ανάγκες (την εικόνα) και της μοναρχίας και της άρχουσας αστικής τάξης της χώρας, χωρίς όμως να τους οδηγεί στη φυσιολογική αντιαποικιακή συσπείρωση που χτιζόταν στον αραβικό ισλαμικό κόσμο.
Ο Τουταγχαμόν πρόβαλε μια Αίγυπτο μη ισλαμική και μη αραβική, δηλαδή την Αίγυπτο που επιθυμούσε η Αγγλία.
Περίπου εκατό χρόνια μετά τα κοσμοϊστορικά αυτά γεγονότα ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, έχοντας βαθύτατα μελετήσει την ιστορία της ανθρωπότητας και την πολιτική σημασία που ενίοτε αποκτά η επίκληση του πολιτισμού, αποφάσισε να μιμηθεί το υποδειγματικό βρετανικό «αυτοκρατορικό» τέχνασμα.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η τρέχουσα αυτοπεποίθησή του προέρχεται από τον πρόσφατο δικαστικό θρίαμβό του στη διαμάχη του με ταπεινό περιοδικό της Αθήνας. Η δικαστική βούλα τον έχρισε υπεραιωνόβιο, αποδεχόμενη τον ενεργό του ρόλο στην ίδρυση του ΚΚΕ, πριν από εκατό χρόνια.
Τον ανήγαγε δε στην απόλυτη πολιτική αγνότητα διαπιστώνοντας ότι ναι μεν συνέβαλε στην ίδρυση ενός «σταλινικού» κόμματος, πλην όμως, ως έτερος Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων, ποτέ δεν συμμερίστηκε τις «σταλινικές» ιδιότητες του τελευταίου. Προφανώς με τον τρόπο αυτό διαπιστώθηκε ότι ο υπουργός βρίσκεται πέρα από το μέτρο του ανθρώπινου και του λογικού.
Με τις δικαστικές δάφνες νωπές στο κεφάλι του ο υπουργός αποφάσισε να επιταχύνει την από καιρό αναγγελθείσα διαμόρφωση –έπειτα από δική του φυσικά πρωτοβουλία– ενός νέου παγκόσμιου συστήματος δυνάμεων το οποίο μάλλον θα μεταβάλει την τάξη του κόσμου.
Το κριτήριο για τη συμμετοχή σε ετούτο το σύστημα είναι –κατά παραφθορά του εγελιανού σχήματος για την ιστορία του πολιτισμού– η πιστοποιημένη συγγένεια με κάποιον αρχαίο πολιτισμό. Η αρχική ιδέα, πριν από περίπου έναν χρόνο, περιλάμβανε, εκτός φυσικά της πρωτοπόρας και αυτονόητα πιστοποιημένης Ελλάδας, τις Κίνα, Αίγυπτο, Αιθιοπία, Ινδία, Ιράν, Ιράκ, Ιαπωνία, Ισραήλ, Μεξικό.
Εκτοτε η αρχική ιδέα δείχνει να προσαρμόστηκε στα διπλωματικά δεδομένα, προστέθηκαν η Ιταλία και η Βολιβία, ενώ αφαιρέθηκαν οι Αιθιοπία, Ισραήλ (μάλλον λόγω της αδυναμίας συνεύρεσης με το Ιράν) και Ιαπωνία... Υποθέτουμε ότι οι δικοί τους πολιτισμοί κρίθηκαν νεότεροι.
Το τι ακριβώς επιδιώκει η δημιουργία ετούτου του σχήματος των ετερόκλητων GC 10 ή 9 (κατά το G20 των πραγματικά ισχυρών) παραμένει αδιευκρίνιστο και μάλλον ανάγεται στη σφαίρα ερμηνειών του όποιου μοναχού Παΐσιου. Ισως το τίποτα.
Η μεγαλομανία των συνθλιβόμενων μεσοστρωμάτων και η ανερχόμενη βουλιμία της κραταιάς άρχουσας τάξης των εργολάβων πιθανώς θα τραφούν από τις επιδεικτικές φιέστες που θα συνοδεύουν την υλοποίηση του μεγαλεπήβολου ετούτου προγράμματος. Ισως πάλι –ποιος ξέρει– δεδομένου ότι έχει μόλις πιστοποιηθεί η πέρα από τα κοινά ανθρώπινα μέτρα εμβέλεια του υπουργού, ίσως πράγματι βρισκόμαστε μπροστά στο κατώφλι μιας ριζικής ανατροπής της τάξης του κόσμου.
Σε τούτα τα πράγματα η επιστήμη καλό είναι να σηκώνει ψηλά τα χέρια. Για να μην εκτεθεί, αν μη τι άλλο....

* καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Ηράκλειτος και Επιμενίδης


«2.400 χρόνια πριν από τον Φρόιντ, ο Ηράκλειτος μίλησε για υποσυνείδητο»
Συντάκτης: 
Ριζική αλλαγή της εικόνας που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο για τον μέγιστο Ηράκλειτο επιφέρει μία καινούργια μελέτη, του αναπληρωτή καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αντρέα Λέμπεντεφ, ο οποίος, παρουσιάζοντας είκοσι τρία νέα αποσπάσματα του μεγάλου φιλοσόφου, καταδεικνύει πως δεν ήταν ένας φυσικός φιλόσοφος, σύμφωνα με την επικρατούσα θετικιστική άποψη, αλλά πρωτίστως πολιτικός, ηθικός φιλόσοφος και ανθρωπολόγος.
Μάλιστα, υποστηρίζει πως ο Ελληνας φιλόσοφος μίλησε για το υποσυνείδητο 2.400 χρόνια πριν από τον Φρόιντ. Το βιβλίο του Λέμπεντεφ, ενός από τους εξέχοντες μελετητές της προσωκρατικής φιλοσοφίας διεθνώς, έχει εκδοθεί στα ρωσικά με τίτλο «Ο Λόγος του Ηράκλειτου», ενώ θα εκδοθεί στα αγγλικά και στα ελληνικά.
Βαθύς γνώστης και παθιασμένος μελετητής του ελληνικού πολιτισμού, απαγγέλλει απέξω ολόκληρα αποσπάσματα αρχαίων κειμένων με την ερασμιακή προφορά.
Επίσης, με μία νέα εργασία του για τον Κρητικό σοφό Επιμενίδη, αναδεικνύει τη μεγάλη προσωπικότητά του. Η μελέτη αυτή θα εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε συνεργασία με την Πολιτιστική Εταιρεία Πανόρμου «Επιμενίδης».
• Κύριε Λέμπεντεφ, τι καινούργιο υποστηρίζετε στη μελέτη σας για τον Ηράκλειτο;
Το έργο μου για τον Ηράκλειτο είναι έργο ζωής και αφορά συστηματική μελέτη σαράντα χρόνων. Θεωρώ ότι ο γίγαντας της προσωκρατικής φιλοσοφίας ήταν ο Ηράκλειτος και όχι ο Παρμενίδης, όπως πιστεύουν πολλοί.
Ο Ηράκλειτος επηρέασε τους Στωικούς, τους Σοφιστές, τον Πλάτωνα, τους Σκεπτικιστές, όπως τον Αινησίδημο από την Κνωσό (1ος αι. π.Χ.).
Εχω εντοπίσει 23 νέα αποσπάσματα τα οποία αποδίδω στον Ηράκλειτο και με βάση αυτά πραγματοποιώ τη δική μου ανασυγκρότηση του χαμένου έργου του και της φιλοσοφίας του.
• Πόσο αλλάζει η εικόνα μας για τον μεγάλο φιλόσοφο με τα νέα αποσπάσματα;
Αλλάζει η εικόνα ολοκληρωτικά. Ο Ηράκλειτος δεν ήταν φυσικός φιλόσοφος, όπως τον παρουσιάζει η κυρίαρχη θετικιστική ερμηνεία. Είναι κυρίως πολιτικός, ηθικός φιλόσοφος και ανθρωπολόγος.
Το ενδιαφέρον με τον Ηράκλειτο είναι πως έχει επηρεάσει τον Πλάτωνα περισσότερο απ’ όλους στην πολιτική του σκέψη και ο Πλάτων τον θεωρεί εκκεντρικό.
• Ποιο ερευνητικό δρόμο ακολουθείτε;

Ακολουθώ την αρχαία παράδοση στην έρευνά μου αυτή και όχι νεότερες
 απόψεις. Το βιβλίο του Ηράκλειτου περιείχε τρία κεφάλαια, το πρώτο, Περί του Παντός, το οποίο είναι Λογική και Φιλοσοφία της Φύσεως, το δεύτερο Λόγος Πολιτικός, το οποίο συμπεριλαμβάνει Πολιτική και Ηθική και το τρίτο κεφάλαιο, Λόγος Θεολογικός, το οποίο είναι κριτική της παραδοσιακής θρησκείας και μυθολογίας των ποιητών και αποτελεί καινούργια φιλοσοφική θεολογία.
Απορρίπτει τον πολυθεϊσμό της λαϊκής πίστης και προβάλλει ένα και μοναδικό Θεό που είναι η Φύση.
Δεν υπάρχει δυισμός στην φιλοσοφία του Ηρακλείτου, δηλαδή ξεχωριστό σώμα από την ψυχή. Ασκεί κριτική γι’ αυτόν τον λόγο στην Πυθαγόρεια θεωρία. Η μονογραφία αυτή εκδόθηκε στα Ρώσικα με τίτλο: «Ο Λόγος του Ηράκλειτου», πρόκειται όμως να εκδοθεί στα Αγγλικά και στα Ελληνικά.
• Ποια είναι η εμπλοκή του Ηράκλειτου με την πολιτική φιλοσοφικά; Τι επεδίωκε ο Ηράκλειτος πολιτικά;
Είχε ένα δομημένο σχέδιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, είχε ετοιμάσει θέσεις για τους προβούλους (αντιπροσώπους) των πόλεων της γενικής συνέλευσης της Συμπολιτείας των Ιώνων στο Πανιώνιο, στη διάρκεια ή αμέσως μετά την ιωνική εξέγερση.
Ηθελε να πείσει τους Ιωνες με αφετηρία τους συμπολίτες του πως πρέπει να συγκροτήσουν ένα ομοσπονδιακό κράτος με πρωτεύουσα την Τέω, οι πόλεις θα γίνονταν δήμοι για να αποκρούσουν τους Πέρσες. Το σχέδιο αυτό ο Ηρόδοτος το αποδίδει στον Θαλή τον Μιλήσιο.
Επίσης επεδίωκε την αντικατάσταση της πολυθεϊστικής θρησκείας με τη μοναδική λατρεία του κοσμικού θεού που ταυτιζόταν με το «πρ είζωον» και τον Απόλλωνα.
Είναι γνωστό πως οι προσωπικές φιλοδοξίες των αρχηγών των ιωνικών πόλεων και οι εσωτερικές διενέξεις οδήγησαν στην επικράτηση των Περσών.
• Ποια είναι τα βασικά επιχειρήματά σας για την ύπαρξη συγγράμματος του Ηρακλείτου;

Στην μονογραφία μου ανατρέπεται η θέση του
Herman Diels, ο οποίος υποστήριζε πως το βιβλίο του εν λόγω φιλοσόφου, ήταν μία συλλογή αποφθεγμάτων ή ένα σημειωματάριο με αποσπασματικές σκέψεις, καθώς και η θέση του Geoffrey  Kirk, ο οποίος πίστευε πως ο Ηράκλειτος δεν είχε γράψει κανένα βιβλίο και πως μετά το θάνατό του κάποιος μαθητής του κατέγραψε τις θεμελιώδεις θέσεις του δασκάλου του.

• Πώς ανατρέπονται οι απόψεις τους;


Οι δύο αυτές απόψεις δεν συμβαδίζουν με τον όρο «σύγγραμμα», τον οποίο
 αναφέρει ο Αριστοτέλης όταν παραθέτει το προοίμιο του βιβλίου του Ηρακλείτου.
«Σύγγραμμα» σημαίνει φιλοσοφική πραγματεία, και το σωζόμενο προοίμιό του είναι γραμμένο με φιλοσοφικό πεζό λόγο με πολύπλοκη σύνταξη, κάτι που δεν είναι τυπικό για αποφθέγματα και γνώμες.
Το βιβλίο του Ηρακλείτου ήταν όντως μία φιλοσοφική πραγματεία, γραμμένο σύμφωνα με ένα λογικό σχέδιο .

 Τι σημαίνει αυτό;

Στην εισαγωγή στο σύγγραμμά του ο Ηράκλειτος καθορίζει ως βασικό θέμα
 της έρευνάς του, «τα έπη και τα έργα των ανθρώπων», δηλαδή χαρακτηρίζει το αντικείμενο του συγγράμματός του ως ανθρωπολογικό και όχι φυσικό. 
Αυτό επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Στωικού Διοδότου, ο οποίος τονίζει πως το σύγγραμμα του Ηρακλείτου, «δεν ήταν περί φύσεως αλλά περί πολιτείας».
Αντίθετα για τις φυσικές διαδικασίες ο Ηράκλειτος μιλούσε στο πλαίσιο μιας αναλογίας μεταξύ μακρόκοσμου και μικρόκοσμου.
• Για τον ηθικό φιλόσοφο;
Ο Ηράκλειτος μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της ελληνικής ηθικής φιλοσοφίας. Είναι ο πρώτος φιλόσοφος που μιλάει για τον ηθικό χαρακτήρα (ήθος), για την αρετή, για την πρακτική σοφία (φρόνησις) και τη «σοφία», για την «ευδαιμονία», μιλάει θεωρητικά για το «αγαθόν» και το «κακόν», δίνει μεγάλη σημασία στο πρόβλημα της «ηδονής» («τέρψις» στην ιωνική διάλεκτο).
Ο Ηράκλειτος είναι εξίσου ο πατέρας της ηθικής ψυχολογίας. Επίσης, σχεδόν 2.400 χρόνια πριν από τον Φρόιντ, ο Ηράκλειτος ανακάλυψε την έννοια του υποσυνείδητου.
• Πώς ασχοληθήκατε με τον Επιμενίδη τόσο συστηματικά;
Ο Επιμενίδης είναι μια τεράστια πολιτισμική κληρονομιά της Κρήτης, της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας, ο οποίος έχει υποτιμηθεί, λόγω της επικρατούσας θεωρίας του Γερμανού Χέρμαν Ντιλς πως τα αποσπάσματα της «Θεογονίας» του δεν είναι αυθεντικά.
Αυτό είχε αποτέλεσμα να μην ασχοληθούν οι επιστήμονες με το έργο του. Δεν είναι δυνατόν να αποτελεί ο Επιμενίδης αντικείμενο ενός ολόκληρου συνεδρίου του Πανεπιστημίου της Νάπολης της Ιταλίας και εδώ σχεδόν να μην τον γνωρίζουν.
• Εσείς τι νέο κομίζετε για τον Επιμενίδη;

Ανατρέπω πλήρως την θεωρία του Χέρμαν Ντιλς και των επιγόνων του, ο
 οποίος πίστευε πως η «Θεογονία» του ήταν ένα ψευδεπίγραφο και γράφτηκε πολύ μεταγενέστερα του Επιμενίδη.
Επίσης αποδεικνύω πως ο Επιμενίδης δεν είχε καμία σχέση με τον σαμανισμό όπως πιστεύουν κάποιοι μελετητές. Ο Κρητικός σοφός υπήρξε ιερέας του Δία και της Ρέας, μάντης, ποιητής, ονειροκρίτης, ιατρός θεραπευτής με βάση τα κρητικά βότανα.
Γι’ αυτό και αμφισβητούσε την πρωτοκαθεδρία του Μαντείου των Δελφών έναντι των Κρητικών ιερών. Πιθανόν ήταν από το γένος που καταγόταν από τον Αιακό. 
Αποδεικνύω με στοιχεία από τον Αριστοτέλη κυρίως πως η «Θεογονία» του Επιμενίδη είναι αυθεντικό κείμενο , η οποία γράφτηκε γύρω στο 600 π.Χ., περίοδο κατά την οποία ο Επιμενίδης μετέβη στην Αθήνα για να καθαρίσει την πόλη από το Κυλώνειον άγος.

• Τι αναφέρει ο Αριστοτέλης;

Ο Αριστοτέλης δεν αμφιβάλλει καθόλου για την αυθεντικότητα της
 «Θεογονίας» του Επιμενίδη, μάλιστα τονίζει εμφατικά πως ο μάντης Ονομάκριτος από την Αθήνα τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ. πήγε στην Κρήτη και εκπαιδεύτηκε επαγγελματικά, «γυμνασθήναι» στην μαντική τέχνη.
Περίοδος κατά την οποία μεσουρανούσε η δόξα του Επιμενίδη, δηλαδή πέρασε από την «Επιμενίδεια σχολή».

• Υπάρχουν διαφορές από τη «Θεογονία » του Ησιόδου;

Βεβαίως, δεν υπάρχει ουσιαστική ομοιότητα ανάμεσα στη Θεογονία του
 Επιμενίδη και του Ησιόδου. Στον Ησίοδο οι Τιτάνες έχουν αρνητικό χαρακτήρα, είναι εχθροί του Δία, ενώ στον Επιμενίδη θετικό χαρακτήρα, προέρχονται από το Κοσμικό Αυγό, που είναι αρχαιότερη παράδοση.

• Ποιους στοχαστές επηρέασε ο Επιμενίδης;
Ασφαλώς τους Πυθαγόρειους στο θέμα της μετενσάρκωσης και όχι μόνο. Οι Πυθαγόρειοι και οι Πλατωνικοί θεωρούσαν τον Επιμενίδη αυθεντία στην πολιτική φιλοσοφία, στη νομοθεσία και στο δίκαιο.
• Ως βοτανολόγος θεραπευτής;

Ο Επιμενίδης ήταν γνώστης μιας βαθιάς παράδοσης από τον Μινωικό
 πολιτισμό για τις ιδιότητες των βοτάνων και δημιουργούσε φάρμακα. Αναφέρεται ένα φυτικό φάρμακο του Επιμενίδη ή «άλιμος βρώσις» κατά της πείνας.
Επίσης άλλα χρησιμοποιούνταν ως τρόφιμα και φάρμακα. Τρία από αυτά (ασφόδελος, σκίλλα και ασκορδουλάκοι), έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό τον εδώδιμο βολβό. Σήμερα ακόμη οι βολβοί σερβίρονται στις κρητικές ταβέρνες με το όνομα ασκορδουλάκοι.
Αυτή η γνώση που είχε ορθολογική βάση πέρασε στην Ιατρική του 5ου αιώνα, η θρησκευτική και ορθολογική σχέση συνυπήρχαν αρμονικά. Ο Επιμενίδης στο «Κυλώνειον Άγος», εκτός από τελεστικές χρήσεις, χρησιμοποίησε και φυτά με αντιμικροβιακές και αντισηπτικές ιδιότητες.
• Πώς αποκτήσατε τόση γνώση και αγάπη για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό;
Η οικογένειά μου ήταν λόγιοι και καλλιτέχνες που αγαπούσαν με πάθος την Ελλάδα, αρχαία και σύγχρονη. Η οικογένεια του παππού μου καταγόταν από το Καστέλι Καλαβρύτων στην Αχαία και λεγόταν Ασημακόπουλοι.
Πήραν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και γύρω στο 1860 έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια της γιαγιάς μου Ελένης καταγόταν από τα Άγραφα Ευρυτανίας και είχε το επίθετο Μαλινόπουλοι.
Οι Ασημακόπουλοι ήταν ζωγράφοι και βυζαντινοί αγιογράφοι. Την παράδοση αυτή διέκοψε ο παππούς μου Νικόλαος Ασημακόπουλος (1893- 1968), ο οποίος ήταν Αριστερός διανοούμενος και τη δεκαετία του 1920, υπήρξε γενικός γραμματέας της Πανεργατικής Ένωσης  Κωνσταντινουπόλεως.
Ήταν φίλος με τον Ναζίμ Χικμέτ και το σπίτι του ήταν κέντρο συνάθροισης πνευματικών ανθρώπων της Πόλης. Φυλακίστηκε για τις ιδέες του από το τουρκικό καθεστώς, καταδικάστηκε στην κρεμάλα και το 1933 έφυγε για την Μόσχα, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησε η οικογένειά του.
• Εσείς δηλαδή γεννηθήκατε στη Ρωσία;
Στην Μόσχα. Ο παππούς μου ήταν παθιασμένος με τον Ελληνικό πολιτισμό και την γλώσσα μας. Από 7 χρονών μου μάθαινε την Δημοτική και την Καθαρεύουσα με την δοτική και την κλητική. Το αγαπημένο του τραγούδι θυμάμαι ήταν «Πετούν οι γλάροι», ήταν το τραγούδι των μεταναστών και έκλαιγε ο παππούς γιατί δεν θα ερχόταν στην Ελλάδα.
Η μάνα μου Έλλη Ασημακοπούλου, υπήρξε εκφωνήτρια στον Ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας από το 1942–1954. Είχε γνωριμία με τον Μανόλη Γλέζο. Η θεία μου η Ιφιγένεια ήταν διερμηνέας του Μίκη Θεοδωράκη, όταν ερχόταν στην Μόσχα για να συναντηθεί με τους επισήμους.
Το σπίτι μας ήταν λέσχη Ελλήνων και Ρώσων διανοουμένων, θυμάμαι τον Αλέξη Πάρνη ήταν αδελφικός φίλος του παππού μου, ο τελευταίος πέθανε με τον καημό πως δεν ήρθε στην Ελλάδα ούτε ξαναπήγε στην αγαπημένη του Πόλη.
Όταν ήρθα πρώτη φορά το 1984 στην Ελλάδα στο Άγιον Όρος, έκλαψα από τη συγκίνησή μου, διότι πίστευα πως δεν θα έπεφτε το καθεστώς και μόνο γέρος θα ερχόμουν στην Ελλάδα. 
Όταν υπηρετούσα στον στρατό στη Σοβιετική Ένωση, στην σκοπιά διάβαζα κρυφά την Ιλιάδα του Ομήρου, την είχα μέσα από την στολή μου, γι’ αυτό έμαθα πολλά αποσπάσματα απέξω.  
Ζούσα με την Ελλάδα. Το βιβλίο μου για τον Ηράκλειτο το έχω αφιερώσει στον παππού μου και  στον δάσκαλό μου στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, στον Ελληνο-Γάλλικής καταγωγής καθηγητή Αριστείδη Ντοβαντούρ.
• Πώς επιλέξατε να έρθετε στην Ελλάδα με τόσο σημαντικές σπουδές;

Πήγα στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και μετά στην Οξφόρδη αλλά
 ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα, έτσι κι αλλιώς είμαι Έλληνας και νιώθω ένα βαθύ έρωτα για τον Πολιτισμό μας.
Όλη μου τη ζωή την έχω αφιερώσει στη μελέτη για την αρχαία Ελλάδα. Με συγκινεί πολύ η σύγχρονη Κρήτη με την παράδοσή  της και την παρουσία πολλών αρχαίων στοιχείων στην καθημερινότητα και στην κοινωνική ζωή.

Ακόμα και στην μαγειρική και σε όλη τη διατροφική παράδοση με βάση τα βότανα, υπάρχει η αρχαία κληρονομιά. Τώρα και είκοσι χρόνια, από το 1996, διδάσκω στο Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης, μένω στον Πάνορμο Ρεθύμνης και είμαι ιδρυτικό μέλος της Πολιτιστικής Εταιρείας Πανόρμου «Επιμενίδης».

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Η μόλυνση του φαντασιακού


Η μόλυνση του φαντασιακού
Συντάκτης: 
Φοίβος Γκικόπουλος*
Το φαντασιακό, όπως ακριβώς και το περιβάλλον, μολύνεται, έχει ήδη μολυνθεί, από μια υπερβολική παραγωγή, και δεν υπάρχει ικανό φίλτρο για να το καθαρίσει. Κάποτε αυτό το φίλτρο ήταν η κουλτούρα που μαζί με το προσωπικό ταλέντο και έχοντας στη διάθεσή του μια σκάλα αξιών, έκανε μια επιλογή ανάμεσα στις πληροφορίες και τις παραστάσεις που αποδεχόταν κι εκείνες που απέρριπτε.
Σήμερα όμως, ενώ η μάζα των πληροφοριών και των παραστάσεων αυξήθηκε υπέρμετρα, το φίλτρο βούλωσε επικίνδυνα. Από αυτό το σημείο η έξαρση της γνώσης που παράγει τη μη γνώση ή μια αδιάφορη γνώση, εκείνη τη χιονοστιβάδα εικόνων που δημιουργεί το κενό της φαντασίας, εκείνον τον πληθωρισμό από λέξεις που παράγει την υποτίμηση της κάθε λέξης.
Ο τρόπος που παρουσιάζονται οι θεωρήσεις και οι απόψεις γύρω από την πολιτική, τη λογοτεχνία ή οποιοδήποτε άλλο πεδίο γνώσης έγινε εξαιρετικά σύνθετος, επιτηδευμένος, ξεθωριασμένος.
Δεν υπάρχει χρονογράφος, έστω και κάπως ειδικευμένος στη διαδικασία πολιτισμικού εκθειασμού του αντικειμένου του, που δεν ξέρει να εκπλήσσει με τις λεκτικές και ιδεολογικές ακροβασίες, με ένα ζεύγος καλά τοποθετημένων επιθέτων, με καλή δόση ειρωνείας στο σωστό σημείο, την υπολογισμένη απόσταση, το εντυπωσιακό κλείσιμο.
Κι όμως μετά την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, εκείνο που μένει από αυτά που μόλις διαβάσαμε γρήγορα εξαφανίζεται, εξαερώνεται, φαίνεται να μην αφήνει ίχνη πίσω του, εκτός, το πολύ, από μια εκδήλωση δεξιοτεχνίας. Και γιατί όλα αυτά;
Πιστεύω ότι η απογοήτευση προέρχεται από αυτή την ακραία διαθεσιμότητα μιας κουλτούρας που εννοείται ως πολιτισμική νομιμοποίηση των πάντων, σε όρους αισθητικούς, ιδεολογικούς, φιλοσοφικούς κ.λπ.
Και από την αίσθηση ότι «παρακολουθούμε μια αναπαραγωγή από ιδέες, εικόνες, σημεία που βρίσκονται τώρα πια πίσω μας και που επιβάλλεται να επαναλαμβάνουμε σε ένα είδος μοιραίας αδιαφορίας» (Μποντριγιάρ).
Είμαστε όλοι σε μια αντανάκλαση, ζούμε τον πολιτισμό της αντανάκλασης. Ακόμη και οι λέξεις μας δέχονται αυτή τη συνέπεια της αντανάκλασης. Αντανακλούν τον Μαρξ και αντανακλούν τον Φρόιντ λέξεις όπως προσπάθεια, αλλοτρίωση, αποξένωση∙ και μετά κενό, τίποτε, παραλογισμός. Η διόγκωση του κοινωνικού και του υποκειμενικού τις έκαναν ύποπτες.
Αλλά μετά το μισό του 20ού αιώνα, με την έλευση των ανθρωπολογικών και κοινωνικών επιστημών και τον υπέρμετρο πολλαπλασιασμό των δυνατών προσεγγίσεων της πραγματικότητας, εγκαθιδρύεται μια δύναμη πολύπλοκη, απρόσιτη και φυγόκεντρη, και λέξεις όπως έλλειψη, επιθυμία κ.λπ. αποκτούν πολλές αμυχές και λόγιους υπαινιγμούς.
Και όταν η γλώσσα των Μέσων κατακτά αυτόν τον ερμηνευτικό πλουραλισμό υποβαθμίζοντάς τον, η αντανάκλαση γίνεται σύγχυση, γίνεται ένα διαρκές κουτσομπολιό που πάντα ανανεώνεται γύρω από τις λέξεις του συρμού. Υστερα, και όχι τυχαία, τα ίδια χρόνια γιγαντώνεται η τηλεόραση..

*ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...