KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Kάθε αιώνας έχει τον δικό του Μεσαίωνα!


Συντάκτης: 
Σοφία Πατούρα *
Στον δικό μας αιώνα ο Μεσαίωνας μπήκε πολύ νωρίς! Από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες. Με υποκινούμενους εμφύλιους πολέμους, με αποτυχημένες, «ύποπτες» κοινωνικές εξεγέρσεις, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, με ξεριζωμό από πατρίδες και εστίες, με εκατομμύρια περιπλανώμενους πρόσφυγες και μετανάστες, με έντονη ανασφάλεια και φόβο από τα τρομοκρατικά χτυπήματα, με συρρίκνωση της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών, με πολλή φτώχεια και ανείπωτη απελπισία!
Αυτόν τον Μεσαίωνα ζει σήμερα η παγκόσμια κοινότητα, αλλού σε μικρή και αλλού σε μεγαλύτερη κλίμακα, ενίοτε καθολική, όπως συμβαίνει σε χώρες σαν τη Συρία, την Υεμένη, το Αφγανιστάν κ.λπ. Οσο για τα καθ’ ημάς, ζούμε κι εμείς τον δικό μας Μεσαίωνα! Ευτυχώς, ακόμη χωρίς πολέμους με βομβαρδισμούς και πολυβόλα, χωρίς τρομοκρατικά χτυπήματα, χωρίς βίαιους εκπατρισμούς.
Με οικονομικό μόνο πόλεμο, με πισώπλατα χτυπήματα, με μεθοδευμένους και αναπόφευκτους εκπατρισμούς. Εδώ, ο Μεσαίωνας μπήκε στις ζωές μας σιγά σιγά, με τρόπο ύπουλο. Μπήκε με τη μάσκα των «μνημονίων», σε μια στιγμή που αγνοούσαμε τι κρυβόταν πίσω από αυτήν.
Αν και πολλά τα ιστορικά παραδείγματα, θα προσεγγίσω τον δανεισμένο από τον Ρώσο συγγραφέα Ταράνοφ τίτλο του παρόντος άρθρου, στην κυριολεκτική του διάσταση, επικαλούμενη ad hoc μαρτυρίες δύο συγγραφέων του πρώιμου Μεσαίωνα: του παγανιστή Ζώσιμου και του ιστορικού Προκόπιου.
Τα συγκεκριμένα έργα παρέμειναν ανέκδοτα ενόσω εκείνοι ζούσαν, γιατί η σκληρή κριτική τους αφορούσε δύο μεγάλους, κατά τ’ άλλα, αυτοκράτορες, τον Κωνσταντίνο και τον Ιουστινιανό.
Είναι τόσο μεγάλες οι αναλογίες ανάμεσα σ’ εκείνα που δριμύτατα επικρίνουν οι συγγραφείς στην οικονομική και κοινωνική πολιτική των δύο αυτοκρατόρων και σε αυτά που βιώνουμε σήμερα, που δικαιολογούν, θα έλεγα, τους υποστηρικτές της άποψης ότι η Ιστορία κάνει κύκλους και επαναλαμβάνεται.
Ας μιλήσουν όμως τα ίδια τα ιστορικά πρόσωπα, με πρώτο τον Ζώσιμο:
«Ο Κωνσταντίνος επέβαλε και τον φόρο του “χρυσαργύρου” σε όλους τους εμπορευόμενους της επικράτειας, ακόμη και στους πιο φτωχούς μικρέμπορους,... ούτε καν τις δύστυχες εταίρες δεν εξαίρεσε από αυτόν. Κι έβλεπες σε όλες τις πόλεις τον κόσμο να κλαίει και να οδύρεται σαν να έφθανε το τέλος της τετραετίας και έπρεπε να εισπραχθεί ο φόρος εκείνος.
Οσοι είχαν περιέλθει σε έσχατη φτώχεια και δεν μπορούσαν να πληρώσουν, μαστιγώνονταν και βασανίζονταν. Εφθαναν στο σημείο μάνες να πωλούν τα παιδιά τους και πατέρες να εκπορνεύουν τα κορίτσια τους (πατέρες επί πορνείου θυγατέρας εστήσαντο) για να εξασφαλίσουν τα χρήματα για τους φοροεισπράκτορες του “χρυσαργύρου”».
 
Ενδιαφέρουσα είναι η συνέχεια της αφήγησης όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο ιστορικός μιλάει για τον επαχθή ΕΝΦΙΑ της εποχής, τον επονομαζόμενο «φόλλις». «Ο Κωνσταντίνος, αφού κατέγραψε τις περιουσίες των επιφανών πολιτών, επέβαλε έναν φόρο που τον ονόμασε “φόλλις”. Με όλους αυτούς τους φόρους οι πόλεις ξεζουμίσθηκαν (τας πόλεις εξεδαπάνησεν)˙ και, επειδή παρέμειναν σε ισχύ οι ίδιοι φόροι για πολύ καιρό μετά τον Κωνσταντίνο, σύντομα εξαντλήθηκε ο πλούτος των ανθρώπων και οι περισσότερες πόλεις εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους και ερημώθηκαν».
Πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα βρίσκεται η πολυσέλιδη κριτική που ασκεί ο Προκόπιος στην πολιτική του Ιουστινιανού. Στη «Μυστική Ιστορία» του, στηλιτεύει με δριμύτητα την οικονομική πολιτική του, η οποία, όπως με λεπτομέρειες περιγράφει, κατέστρεψε όλες σχεδόν τις κοινωνικές τάξεις: τους κρατικούς λειτουργούς, τους στρατιωτικούς, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους δασκάλους, τους ναυτικούς, τους τεχνίτες, τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους λιανοπωλητές, τους αγρότες, τους γαιοκτήμονες, τους εργάτες, τους φτωχούς και τους ανάπηρους.
Δεν χαρίστηκε καν στους ανθρώπους του παλατιού και των αξιωματούχων του: γραμματείς, φρουροί, διερμηνείς κ.ά. υποχρεώνονταν να παραιτηθούν από την αποζημίωσή τους, μετά το πέρας της υπηρεσίας τους. Με τα μονοπώλια που εγκαθίδρυσε σε είδη πρώτης ανάγκης, έπληξε όλες τις κοινωνικές τάξεις και ευνόησε την αισχροκέρδεια. Εκτός από τις άλλες εισφορές, δύο νέοι φόροι, η «συνωνή» και η «επιβολή», οδήγησαν τους κτηματίες «στην πλήρη χρεοκοπία».
Ηταν τέτοια η φοροεπιδρομή του Ιουστινιανού ώστε «οι φοροεισπράκτορες δεν εισέπρατταν μόνο τον επιβεβλημένο στον καθένα τους ετήσιο φόρο, αλλά και το μερίδιο των πεθαμένων γειτόνων τους»! «Λύπη και κατήφεια επικρατούσε παντού... και οι άνθρωποι, στα σπίτια, στην αγορά και στα ιερά, δεν συζητούσαν τίποτε άλλο παρά για συμφορές και καταστροφές και για τις νέες δυστυχίες που θα τους έβρισκαν».
Με την άρνησή του να διαγράψει παλαιά χρέη προς το Δημόσιο -συνήθης έως τότε πρακτική «για να μην είναι αδιάκοπα πνιγμένοι στα χρέη οι άποροι... »-, ο Ιουστινιανός οδήγησε τους φτωχούς πολίτες σε ανέχεια και απόγνωση και «τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τη χώρα και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ».
Ετσι, λοιπόν, χτίστηκαν οι μεγάλες αυτοκρατορίες. Τη δόξα τους εζήλωσαν νεότερες και σύγχρονες Δυνάμεις, δικαιώνοντας τον ορισμό της Ιστορίας από τον Γάλλο πολιτικό φιλόσοφο Alexis de Tocqueville: «Η Ιστορία είναι μια πινακοθήκη όπου υπάρχουν λίγοι αυθεντικοί πίνακες και πολλά αντίγραφα».

* διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Κάποιες προσπάθειες...


Το Εφετείο της Στοκχόλμης δικαίωσε τη σουηδική Εφορία, η οποία είχε εφεσιβάλει απόφαση του 2013 υποστηρίζοντας ότι οι εταίροι στα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια οφείλουν να εκλαμβάνονται ως υπάλληλοι συμβουλευτικών εταιρειών και να φορολογούνται ανάλογα για τα εισοδήματα που αποκομίζουν. Η σουηδική Εφορία δέχτηκε ότι επειδή οι αμοιβές των παραπάνω βασίζονται εν μέρει στις επιδόσεις τους θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως μισθοί. Η απόφαση του Εφετείου έχει αναδρομική ισχύ και επηρεάζει τα κέρδη που οι εν λόγω τραπεζίτες αποκόμισαν εδώ και περίπου μία δεκαετία. Η σουηδική Εφορία εκτιμά ότι τα επιπρόσθετα φορολογικά έσοδα που θα αποκομίσει από τα εν λόγω golden boys (λιγότεροι των 100) θα αγγίξουν τα 261 εκατ. δολάρια! Κατά αναλογία μπορεί κάποιος να φανταστεί πόσα έχουν κερδίσει.

Ξηλωθείτε, το τζάμπα πέθανε
Συντάκτης: 
Κρύος ιδρώτας λούζει τον τελευταίο καιρό τους τραπεζίτες στη Σουηδία, καθώς βλέπουν ότι το τζάμπα πάρτι, οι άγριες μάσες και το συνηθισμένο χάιδεμα από το κράτος λαμβάνουν τέλος.
Η τελευταία κατραπακιά γι’ αυτούς ήλθε στις αρχές αυτού του μήνα, όταν Εφετείο της Στοκχόλμης αποφάσισε ότι τα κέρδη που αποκομίζουν από επενδύσεις οι διαχειριστές στις εταιρείες ιδιωτικού μετοχικού κεφαλαίου (private equity) πρέπει να φορολογούνται ως μισθοί και όχι ως κεφαλαιουχικά κέρδη.
Το δικαστήριο δικαίωσε τη σουηδική Εφορία, η οποία είχε εφεσιβάλει απόφαση του 2013 υποστηρίζοντας ότι οι εταίροι στα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια οφείλουν να εκλαμβάνονται ως υπάλληλοι συμβουλευτικών εταιρειών και να φορολογούνται ανάλογα για τα εισοδήματα που αποκομίζουν.
Η σουηδική Εφορία ισχυρίστηκε ότι επειδή οι αμοιβές των παραπάνω βασίζονται εν μέρει στις επιδόσεις τους θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως μισθοί.
Η απόφαση του Εφετείου έχει αναδρομική ισχύ και επηρεάζει τα κέρδη που οι εν λόγω τραπεζίτες αποκόμισαν εδώ και περίπου μία δεκαετία.
Η απόφαση σόκαρε τους καλοπληρωμένους μάνατζερ, οι οποίοι μίλησαν για τη «μεγαλύτερη καθίζηση που χτύπησε ποτέ τον τομέα τους» και για «τεράστιες επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά».
Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι οι εν λόγω διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων απολαμβάνουν διεθνώς εδώ και αιώνες προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τους κοινούς θνητούς της Εφορίας.
Η αμοιβή που εισπράττουν από μια επένδυση (ποσοστό επί των κερδών) εκλαμβάνεται συγκεκριμένα ως συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας (carried interest) και φορολογείται με τον συντελεστή που εφαρμόζεται για την υπεραξία (ο οποίος είναι χαμηλότερος) και όχι με τον συντελεστή φορολογίας των κανονικών εισοδημάτων (που είναι υψηλότερος).
Η «πατέντα» αυτή κρατά από την περίοδο της… Αναγέννησης, όταν οι Βενετοί έμποροι πλήρωναν στους καπετάνιους εξτρά για τα κερδοφόρα ταξίδια τους στις Νέες Χώρες.
Βασίζεται στην ιδέα ότι ένας εταίρος σε μια μακροπρόθεσμη επένδυση, του οποίου η συνεισφορά δεν είναι χρηματική αλλά δεξιότητα διαχείρισης, θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως συνέταιρος.
Οι εφοριακοί και το κράτος της σκανδιναβικής χώρας είχαν πάντως διαφορετική άποψη. Γι’ αυτούς η παραπάνω θέαση αποτελεί απλά σύμβολο του πώς το φορολογικό σύστημα οξύνει τις εισοδηματικές ανισότητες.
Η σουηδική Εφορία εκτιμά ότι τα επιπρόσθετα φορολογικά έσοδα που θα αποκομίσει από τα εν λόγω golden boys (λιγότεροι των 100) θα αγγίξουν τα 261 εκατ. δολάρια! Φανταστείτε δηλαδή τα κέρδη τους.
Η δικαστική απόφαση ήλθε ενώ υφίσταται η απειλή του μεγαλύτερου ομίλου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της σκανδιναβικής χερσονήσου Nordea για μεταφορά της έδρας του από τη Στοκχόλμη στην Κοπεγχάγη ή στο Ελσίνκι.
Αιτία, η πρόταση της κυβέρνησης για αύξηση των τραπεζικών τελών χρηματοδότησης του Ταμείου Αποθεματικών, το οποίο έχει στόχο την προστασία των φορολογουμένων από μια μελλοντική χρηματοπιστωτική κρίση.
Τι λένε οι τραπεζίτες
Οι τραπεζίτες διαμαρτύρονται ότι αν το σχέδιο της κυβέρνησης τεθεί σε εφαρμογή, τότε το 2019 θα καταβάλουν στο Ταμείο 12πλάσια από αυτά που πλήρωσαν πέρυσι.
Από την πλευρά της η σουηδική κυβέρνηση λέει ότι οι τράπεζες κερδίζουν αρκετά και μπορούν να αντέξουν το επιπλέον κόστος.
Υπογραμμίζει ότι το συνολικό ενεργητικό των τραπεζών είναι σήμερα 4πλάσιο του μεγέθους της οικονομίας και ότι αυτές κερδίζουν αρκετά από τις εγγυήσεις που τους παρέχει το κράτος.
«Τα υψηλότερα κανονιστικά κόστη που οι τράπεζες καλύπτουν μερικά, αντανακλούν την κρατική προστασία που αυτές απολαμβάνουν. Οι εγγυήσεις που τους προσφέρει το κράτος σημαίνουν γι’ αυτές υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση και χαμηλότερα κόστη χρηματοδότησης», τονίζει η Στοκχόλμη και… ν’ αγιάσει το στόμα της!
Ας σημειωθεί ότι η απόδοση που προσέφεραν πέρυσι οι μεγαλύτερες τράπεζες της Σουηδίας στους μετόχους τους ήταν πάνω από 12%, διπλάσιο του αντίστοιχου μέσου όρου των 30 μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης.

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Ο νέος βολεμένος άνθρωπος


Με απλά λόγια περιγράφει σημεία των καιρών...

Συντάκτης: 
Ενας τύπος ανθρώπου που ευδοκιμεί σήμερα, ανάμεσα σε πολλούς άλλους που έχει διαμορφώσει η εφταετία των μνημονίων, είναι αυτός του βολεμένου, δεξιού ή αριστερού πλέον δεν έχει καμία σημασία. Εχει τη δουλίτσα του, το σπιτάκι του, το αυτοκινητάκι του και λέει ότι καλά είναι εκεί, αδιαφορεί πά' να πει για τους πάσχοντες και τους απεγνωσμένους, για τους χιλιάδες επαίτες που συναντούμε σε κάθε βήμα μας.
Εχει πάψει πια να αναζητεί νέες μορφές πολιτικής δράσης, που πιθανώς θα έβγαζαν από το αδιέξοδο τη χώρα. Αρκείται στο κλασικό μοτίβο τού ποιος κατέχει την εξουσία· ε, με αυτόν θα πορευτεί και ας είναι ο εξουσιάζων ένας μικρός τύραννος.
Οχυρωμένος συνήθως πίσω από την ιδεολογία του, η οποία έχει συγκροτήσει την κοσμοεικόνα του, έχει πάψει να ακούει ή να συνομιλεί ή να νοιάζεται για τις δυσμενείς για τους πολλούς εξελίξεις γύρω του. Αρνείται εναλλακτικές λύσεις και τη βαθιά υπαρξιακή - φιλοσοφική - πολιτική έννοια της αλληλεγγύης και σχεδόν ειρωνεύεται όσους προσπαθούν να ζήσουν «εκ των ενόντων» ή αναζητούν κάτι πιο ίσο, πιο ανθρώπινο για τις κοινωνίες.
Δεν ταράσσεται. Δεν του περισσεύουν δάκρυα. Δεν συμπάσχει. Εύκολα απαξιώνει «ιερά πρόσωπα» που εκφράζουν διαφορετική από τη δική του άποψη. Δεν γνωρίζει το μέτρον. Αγνοεί την ευγένεια. Πηγαίνει σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, βάρβαρον, όμως, έχων ψυχή. Είναι ενήμερος περί τα «κοσμικά» (και τα αθλητικά βεβαίως - φτωχέ Ξενοφάνη...)
Ομιλεί χυδαία, θεωρώντας ο καψερός ότι μιλάει λαϊκά (μπορεί να σου πετάξει και στα μούτρα ότι «δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι»).
Εύκολα μετατρέπει μια συλλογική «επιτυχία» σε προσωπική (του)· κοκορεύεται και αυτοεπαινείται χωρίς ενδοιασμό. Α, πλειστάκις (πάντοτε, εννοείται) αυτοχαρακτηρίζεται αριστερός. Τον μπαγάσα· αδυνατεί να κατανοήσει ότι εξευτελίζει την ίδια την Αριστερά και όσους έχουν πραγματικά πονέσει γι' αυτήν. (Ποια Αριστερά, και μ.... Την εξουσία να διατηρήσουμε πάση θυσία - όσοι διαφωνούν είναι πολύ αριστεροί, άρα ανεδαφικοί ή, ακόμη ακόμη, δεξιοί).
Ο βολεμένος απαντά σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, σε όλες, μάλλον, τις πολιτικές φατρίες - ακόμη κι ένας αχθοφόρος ονειρεύεται έναν ή πολλούς υφισταμένους του. Εντάξει, δεν είναι γέννημα θρέμμα της κρίσης (πάντοτε υπήρχε), απλώς τώρα οράται και μέσα στην Αριστερά - κι έτσι μάθαμε ότι το ηθικό της πλεονέκτημα ήταν ένας συγκεκαλυμμένος τρόπος της μνησικακίας και της αδυναμίας για κατάληψη της εξουσίας.

Θα πει κανείς, λειψή είναι η παιδεία μας, έτσι είναι οι άνθρωποι - μπα; Και η γλώσσα; Ο πολιτισμός; Η αλληλεγγύη; Καλά, τώρα. Ρομαντισμοί παλιάς κοπής, θα πει ο επικρατών νέος τύπος του βολεμένου, πιο επικίνδυνος ίσως τύπος και από τον κόλακα και τον ρουφιάνο. (Μην ταυτίσουμε τις τρεις έννοιες - θα αδικηθούν μερικοί «αφελείς» που δεν ξέρουν πού πάν' τα τέσσερα).

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Η αντιμετώπιση των ψυχώσεων - Λουκιανός Κηλαηδόνης

Δεν πρόλαβα το πάρτυ του στη Βουλιαγμένη, καθώς δεν είχα προλάβει να μπω ούτε καν στην εφηβεία, αλλά για πρώτη και τελευταία φορά τον είχα δει στο θεατράκι του Αττικού Άλσους πριν μερικά χρόνια με έναν καλό φίλο και συνέχιζε να είναι απολαυστικός.

 

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»


Συντάκτης: 
Στο προηγούμενο άρθρο, παρουσιάζοντας ορισμένες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε πώς αλλά και γιατί η κυρίαρχη σήμερα βιοπολιτική έχει επιβάλει τον εθελοντισμό ως μέσο διαχείρισης και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής ενός ολοένα διογκούμενου αριθμού περιθωριοποιημένων πολιτών.
Οπως είδαμε, κάθε εθελοντική κοινωνική πρακτική αναπληρώνει -έστω και φαντασιακά- την πραγματική αλλά συχνά ανικανοποίητη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να επιτελούν μια προσωπική, δημιουργική και κυρίως κοινωνικά επωφελή δραστηριότητα (Βλ. «Εφ.Συν.» 14-01-2017).
Ολα αυτά δεν οδηγούν βέβαια στην αμφισβήτηση των προθέσεων ή της προσφοράς των εθελοντών, αλλά στην κριτική του «εθελοντισμού» ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου που, ενώ εμφανίζεται σαν μια ανθρωπιστική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες των κυρίαρχων, σήμερα, βιοεξουσιαστικών σχέσεων.
Για να τεκμηριώσουμε αυτήν τη μάλλον προκλητική δήλωσή μας θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο έργο δύο σημαντικών σύγχρονων στοχαστών: του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.
Οι ιδιοφυείς αναλύσεις τους μας αποκαλύπτουν πώς η βιοπολιτική διαμορφώνει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και δρούμε ως έμβια κοινωνικά όντα.
Πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισηγείται την έννοια «βιοπολιτική» για να εξηγήσει το ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές άσκησης εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Μια καινοφανής προσέγγιση που υιοθετείται και διευρύνεται από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά και από τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα.
Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία.
Οπως εξηγεί στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (κυκλοφορεί από εκδ. Πλέθρον), η προϋπόθεση για την επιλογή, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής στις δυτικές κοινωνίες ήταν να υποβαθμιστούν και να ξεπεραστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νεωτερικών «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες κατέληξαν να εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη νεωτερική εξουσία έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Εντούτοις, κατά τον 20ό αιώνα, έγινε απολύτως σαφές ότι η πρωταρχική επιλογή της κυρίαρχης εξουσίας ήταν μάλλον ο προληπτικός έλεγχος και όχι η εκ των υστέρων καταστολή.
Συνεπώς, η βιοπολιτική ρύθμιση θεωρείται πλέον προτιμότερη -και κυρίως πολύ πιο αποτελεσματική- από τη βίαιη καταστολή!

Από τη βιοπολιτική στη θανατοπολιτική

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970ο Γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισάγει την έννοια «βιοπολιτική» στις ιστορικές-κοινωνικές μελέτες του για να εξηγήσει το αναμφισβήτητο πια γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών αγώνων και των νέων οικονομικών στρατηγικών είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Παραδόξως, η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται τη «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης: η νέα βιοεξουσία δεν θεωρεί πλέον τους ανθρώπους απαραίτητες -οικονομικά ή κοινωνικά- παραγωγικές μονάδες αλλά ένα αναλώσιμο βιολογικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση μέσω της βιοπολιτικής.
Ιδού πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Φουκό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ιστορία της σεξουαλικότητας» αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή:
«Ο άνθρωπος, επί χιλιετίες, παρέμεινε ό,τι ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ζώο που είναι επιπλέον ικανό να διάγει μια πολιτική ύπαρξη· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο στην πολιτική του οποίου τίθεται υπό αίρεση η ζωή του ως έμβιου όντος».
Σε αντίθεση με την άσκηση της αρχαίας και μεσαιωνικής πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα ανθρώπινα σώματα, π.χ. μέσω της τιμωρίας ή της επιβολής της θανατικής ποινής από τον ηγεμόνα, η νέα βιοπολιτική ασκείται πάνω σε κάθε πτυχή της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων. Και, εντέλει, αφορά τον άνθρωπο ως... βιολογικό είδος.
Οπως πολύ ορθά διέβλεψε ο Μισέλ Φουκό, σήμερα, όχι απλώς οφείλουμε αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για βιοπολιτική «προκειμένου να περιγράψουμε αυτό που εισάγει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον τομέα των ρητών υπολογισμών και μετατρέπει την εξουσία-γνώση σε παράγοντα μετασχηματισμού της ανθρώπινης ζωής».
Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατος του Φουκό δεν του επέτρεψε να αναπτύξει επαρκώς αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, το 1995, ένας άλλος μεγάλος κοινωνικός φιλόσοφος, οΤζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), θα διαφωτίσει και θα διευρύνει με τρόπο αποφασιστικό την ανατρεπτική ιδέα της βιοπολιτικής εξουσίας.
Πράγματι, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Homo sacer - Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», αυτός ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός στοχαστής, μολονότι ξεκίνησε να διερευνά τα αίτια της απάνθρωπης ναζιστικής εξολοθρευτικής πολιτικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών.
Οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν πλέον μαζικά τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».
Σύμφωνα με την εμβριθή και ιστορικά τεκμηριωμένη ανάλυση του Αγκάμπεν:
«Η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Με άλλα λόγια, η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!
Πράγματι, αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας ή και σε εμάς τους ίδιους, ο Αγκάμπεν καταλήγει στο εύλογο και, δυστυχώς, πολύ συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα ότι:
«Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».
Ετσι, ανάλογα με τις ιστορικοπολιτικές περιστάσεις, η «βιοπολιτική» μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε «θανατοπολιτική».

Τα νέα εργαλεία της βιοεξουσίας

Με αυτήν ακριβώς την έννοια της εγγενούς αμοιβαιότητας μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, στο τελευταίο μας άρθρο, μιλήσαμε για «ανθρωποκτόνο ανθρωπισμό» όταν περιγράφαμε τη σημερινή βιοπολιτική του εθελοντισμού, η οποία δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να συγχέεται με τη φυσική ανθρώπινη αλληλεγγύη ούτε και με την υποκριτική αστική φιλανθρωπία.
Ωστόσο, η σύγχρονη βιοπολιτική δεν καταφεύγει μόνο στον εθελοντισμό και στη μαζική προπαγάνδα για να νομιμοποιεί και να επιβάλλει στην κοινωνία τις επιλογές της.
Ολοένα και πιο συχνά, διαπιστώνουμε ότι προστρέχει στις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών για να δικαιολογήσει και, ενδεχομένως, να επιβάλει κάποιες εμφανώς απάνθρωπες ή και ανθρωποκτόνες στρατηγικές της.
Ακολουθώντας, μάλιστα, το σκεπτικό του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της βιοπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή βιοπολιτική εκδηλώνεται κυρίως μέσω των κοινωνικών εφαρμογών της βιοϊατρικής, της γενετικής μηχανικής και, πιο πρόσφατα, της νευροπολιτικής.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί το ότι στις πιο ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες οι κυβερνήσεις, τα κόμματα αλλά και οι μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις προσλαμβάνουν ως ειδικούς συμβούλους κοινωνικούς ψυχολόγους ή και ειδικούς νευροεπιστήμονες προκειμένου να αναλύσουν όχι τόσο τις οικονομικοπολιτικές ανάγκες των πολιτών αλλά τις νευροψυχολογικές αδυναμίες και τις νοητικές έξεις τους.
Χάρη στα νέα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτουν, αυτοί οι ειδικοί αναλαμβάνουν -με το αζημίωτο!- να αποκαλύψουν τις βαθύτερες πολιτικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές συνήθειες ή τις φοβίες ενός πληθυσμού, πληροφορίες που διευκολύνουν αποτελεσματικά τη διαχείριση αυτών των ανθρώπων.
Εξάλλου, ο σκοπός ύπαρξης και επίσημα διακηρυγμένος στόχος τόσο της «νευροπολιτικής» όσο και της «νευροοικονομίας» είναι το να καταφέρουν να διαχειριστούν την πολιτική ή οικονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται όχι μόνο από τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά κυρίως από τη θλιβερή άγνοια των πολιτών για το πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους σε απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες.
Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από την απλή υλική-βιολογική «ζωή» των ανθρώπων.
Για τη σύγχρονη βιοπολιτική, τα ιδιαίτερα βιολογικά, σωματικά και εγκεφαλικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων διαπλέκονται στενότατα και, σε μεγάλο βαθμό, επηρεάζουν τις δήθεν «μοναδικές» πνευματικές, ψυχικές συμπεριφορές τους.
Σε αυτό ακριβώς βασίζεται κάθε βιοεξουσία για να επιβάλλει στους ανθρώπους την ιδιαίτερη βιοπολιτική της.

Δύο πολύ αποκαλυπτικά βιβλία για τη βιοπολιτική



«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο Φουκό για τη σειρά των διαλέξεών του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976.
Σ’ αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο Φουκό θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνονται εντός της επικράτειάς της.
Σταθερή βάση των αναλύσεων του Φουκό είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των μαθημάτων είναι ότι σε αυτές αναλύει λεπτομερώς τις πρωτοποριακές του ιδέες για τη βιοπολιτική, το πώς δηλαδή η νεωτερική βιοεξουσία επιβάλλει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό ως μέσο διαχείρισης της κοινωνίας.
Ιδού πώς ο ίδιος ο Φουκό διατυπώνει, στο τελευταίο από αυτά τα μαθήματα, το σχετικό ερώτημα:
«Πώς αυτή η εξουσία, η οποία έχει κύριο στόχο της την εξασφάλιση της ζωής, μπορεί να αφήνει τους ανθρώπους να πεθαίνουν;» δηλαδή «πώς ασκείται η εξουσία του Θανάτου, πώς ασκείται η λειτουργία του Θανάτου, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα επικεντρωμένο στη βιοεξουσία;»!
Η τεράστια σημασία της μεταγραφής αυτών των προφορικών μαθημάτων σε βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ζωντανά το πώς ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής διαμόρφωνε και επεξεργάζονταν σταδιακά τις ρηξικέλευθες πολιτικές απόψεις και τις φιλοσοφικές του ιδέες, αρκετές από τις οποίες είτε δεν τις είχε αναλύσει επαρκώς στα βιβλία του είτε δεν πρόλαβε να τις παρουσιάσει σε ένα βιβλίο.


Το κορυφαίο και άριστα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo sacer» έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική.
Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer (ιερού ανθρώπου), αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής.
Για τον Αγκάμπεν η «γυμνή ζωή» και η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελούν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας.
Και η μορφή του «ιερού ανθρώπου» γίνεται όχι μόνο το θεμέλιο της γυμνής ζωής της ανθρωπότητας αλλά και το αντικείμενο της βιοεξουσίας κατά τη νεωτερική εποχή.
Σε αυτό το βιβλίο, ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκό, η Χάνα Αρεντ κ.ά.
Αυτός ο διάλογος με προγενέστερους στοχαστές τού επιτρέπει να δείξει ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας.
Παράλληλα, η μελέτη των ολοκληρωτικών φαινομένων του 20ού αιώνα του επιτρέπει να αναλύσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα σε ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης «Κατάσταση εξαίρεσης» (Πατάκης, 2007), «Η κοινότητα που έρχεται» (Ινδικτος, 2007), «Βεβηλώσεις» (Αγρα, 2006), «Χρόνος και ιστορία» (Ινδικτος, 2003), τα οποία και διαφωτίζουν πολλά θέματα αυτού του βιβλίου.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα


Συντάκτης: 
Φοίβος Γκικόπουλος*

Οποιος ανοίξει τις σελίδες μιας εφημερίδας, ενός περιοδικού ή τις διάφορες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, ακούσει τα πολιτισμικά νέα από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, εύκολα θα αντιληφθεί ότι μια επιδημία απλώνεται γύρω μας: αυτή της οργάνωσης συνεδρίων, συμποσίων, ημερίδων για οποιοδήποτε θέμα και για κάθε περίπτωση.
Κάποτε ήταν σύνηθες να γιορτάζονται με ένα συνέδριο τα εκατό, διακόσια, πεντακόσια χρόνια από τη γέννηση ή τον θάνατο των πιο σημαντικών μορφών του παρελθόντος ή ιστορικές επέτειοι ενός έθνους, κι αυτή η συνήθεια απεικόνιζε το χρώμα μιας κάποιας εποχής. Σήμερα, με την ανάπτυξη ενός βιομηχανοποιημένου πολιτισμικού καταναλωτισμού, κάθε περίσταση είναι χρήσιμη.
Δεν αρκούν οι εκατονταετηρίδες, ούτε ακόμη και οι τμηματικές επέτειοι. Ισως μη επετειακά συνέδρια να διατηρούν πιο εύκολα τη σοβαρότητά τους, γιατί υπαγορεύονται και από ερευνητική διάθεση.
Πάντως, αν κάποιος θελήσει να μετρήσει τα συνέδρια που οργανώνονται και περιοριστεί στα σχετικά με τις ανθρωπιστικές επιστήμες –για τις θετικές δεν πρέπει να ισχύουν οι σκέψεις που αναπτύσσονται εδώ- μάλλον δεν θα του αρκούν τα δάχτυλα των άνω και κάτω άκρων μαζί.
Στα συνέδρια αυτά παρατηρείται μια σπατάλη, κυρίως σε λόγια, που δεν «δολοφονούν» κανέναν, αλλά μπορούν να προκαλέσουν απέραντη πλήξη και, φυσικά, ξοδεύονται αρκετά χρήματα που αφαιρούνται από την καταταλαιπωρημένη στη χώρα μας έρευνα, χρήματα που διαλύονται στις «φιέστες» της ακαδημαϊκής, εκδοτικής, πολιτισμικής διανόησης.
Τα σημάδια της κρίσης των συνεδρίων βρίσκονται βέβαια ακόμη πιο βαθιά: για παράδειγμα, σπάνια στη χώρα μας μοιράζονται έγκαιρα στους συνέδρους οι περιλήψεις των ανακοινώσεων, που σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποδειχτεί ικανό βήμα προβληματισμού και συζήτησης: έτσι, καταλήγουν στον θρίαμβο ενός ανώφελου λόγου, στενού συγγενή της άκαρπης ρητορικής. Παρατηρούμε μια επιστροφή στην πριν από τον Γουτεμβέργιο εποχή, όταν η επικοινωνία βασιζόταν στον προφορικό λόγο ή γινόταν μέσα από την αργή διακίνηση των χειρογράφων.
Σήμερα η ανθρωπότητα κινδυνεύει, για λόγους αρκετά σύνθετους και από τα αποτελέσματα της εισβολής των μέσων μαζικής ενημέρωσης, να τοποθετήσει σε δεύτερη μοίρα την ευεργετική παρουσία του εντύπου: μερικές από τις θεμελιώδεις κατακτήσεις του σύγχρονου κόσμου, όπως η μαζική υποχρεωτική κατώτερη και μέση εκπαίδευση, η διάδοση των στοιχείων πολιτισμού, η διακίνηση των ιδεών, βρίσκονται σε κρίση ή υποβαθμίζονται σε επιφανειακές παρουσίες.
Βέβαια, ο προφορικός λόγος ως εργαλείο έρευνας δεν έχασε και δεν πρέπει να χάσει τις μη ρητορικές αρετές του, όπως όταν σε πανεπιστημιακό επίπεδο αμφισβητήθηκε, προς όφελος των σεμιναρίων, το μάθημα ex cathedra. Εξάλλου πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο άνθρωπος έχασε σταδιακά την ικανότητα της απαραίτητης αυτοσυγκέντρωσης για να ακούσει ένα προφορικό μάθημα, ικανότητα που είχε ένα «μαθητούδι» στον Μεσαίωνα.
Τις τελευταίες δεκαετίες ίσως αυτή η διαδικασία να επιταχύνθηκε από το γεγονός ότι στα σπίτια μας συνηθίζεται να υπάρχει η ηχώ της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Αναμφίβολα, όλο και περισσότερο, σε όλες τις συνεδριάσεις, από τη Βουλή ώς τα αμφιθέατρα των επιστημονικών συνεδρίων, η «απροσεξία» των ακροατών μεγαλώνει αισθητά.
Αν μάλιστα ένα συνέδριο διαρκεί αρκετές μέρες, τότε η λογική του ακολουθία χάνεται ανάμεσα στην αίθουσα συνεδριάσεων, τους διαδρόμους, τα γεύματα και τις δεξιώσεις.
Για τους λόγους αυτούς η επιλογή του γραπτού λόγου είναι απόλυτα σωστή και θετική. Αν ενδιαφέρει ο Ομηρος ή ο Δάντης, οι Παλαιολόγοι ή οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, είναι πολύ πιο αποδοτικό να διαβάσεις με την ησυχία σου αυτά που επεξεργάζονται οι διάφοροι μελετητές, επικεντρώνοντας την προσοχή σου εκεί που η κρίση τους χρειάζεται επιβεβαίωση ή είναι αναγκαίος ένας βαθύτερος προβληματισμός.
Μ’ άλλα λόγια, θα πρέπει να αποβάλουμε την ψευδαίσθηση ότι τα συμπόσια, ειδικά όσα είναι ανοιχτά για το κοινό, είναι και ένδειξη δημοκρατίας.
Στοιχεία δημοκρατίας στον πολιτισμό αποτελούν μια καλή σχολική και πανεπιστημιακή οργάνωση, ένα σωστό και λειτουργικό σύστημα βιβλιοθηκών, μια πολιτική χαμηλού κόστους για τα βιβλία και τα επιστημονικά περιοδικά: δομικές συνθήκες οι τελευταίες όπου οι πολιτικές επιλογές πρέπει να δώσουν αποτελέσματα και όχι να δημιουργήσουν εντυπώσεις, και εδώ φαίνεται η βούληση και η ικανότητα της κάθε πολιτικής εξουσίας.
Φυσικά, ο γράφων δεν είναι αναμάρτητος: πολλές φορές έχει πάρει μέρος σε συνέδρια, σε μερικά από αυτά μίλησε κιόλας. Ομως, κάθε τόσο αναρωτιέται αν χρειάζεται περισσότερο μέτρο. Συνέδρια θα πρέπει να γίνονται, κατά προτίμηση όχι επετειακά ή πρόσκαιρα, αλλά όχι τόσο πολλά. Σ’ αυτή την περίπτωση έχει απόλυτο δίκιο αυτός που κάποτε είπε: «Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα».

* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...