KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Γιόζεφ Μπρόντσκι – Το τραγούδι του εκκρεμούς (αποσπάσματα)


Το τραγούδι του εκκρεμούς  είναι το μοναδικό βιβλίο που έχω διαβάσει από τον συγγραφέα και παρά τις αρετές του λόγου του και την ενάργεια των αναλύσεων του, δεν μου είναι αρκετό για να καταλήξω σε συμπέρασμα για τη σπουδαιότητα του, δεδομένου ότι τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1987. Άλλωστε πάντα λαμβάνω υπόψη μου πώς ακόμα και στο Νόμπελ λογοτεχνίας παρεισφρέουν πολικές σκοπιμότητες. Στην συγκριμένη περίπτωση ο Γιόζεφ Μπρόντσκι ήταν ρώσος αντιφρονών στα τελευταία χρόνια του ψυχρού πολέμου. Το βιβλίο αποτελείται από πέντε δοκίμια. Το ομώνυμο του τίτλου εστιάζει στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το τραγούδι του εκκρεμούς είναι η αιώρηση του ποιητή μεταξύ χριστιανισμού και παγανισμού που θεωρεί ο συγγραφέας ότι δίνει μια νέα διάσταση στην ποίηση του.

Στο πιο εκτενές δεύτερο δοκίμιο που τιτλοφορείται «Απόδραση από το Βυζάντιο» ένα ταξίδι του συγγραφέα στην Κωνσταντινούπολη γίνεται το έναυσμα για σκέψεις για τον ιστορικό χαρακτήρα τη πόλης που έγινε από τον Μέγα Κωνσταντίνο η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα δύο αποσπάσματα προέρχονται από αυτό το δοκίμιο και μολονότι δεν είναι αντιπροσωπευτικά του κλίματος του δοκιμίου έχουν επιλέγει για τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ο Γιόζεφ Μπρόντσκι στις 24 Μαΐου 1985 στα τεσσαρακοστά πέμπτα γενέθλια του γίνεται μάρτυρας προεκλογικής συγκέντρωσης των πολωτικών εκλογών της 2ης Ιουνίου 1985 που διατήρησαν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και μετά την πρώτη τετραετία. Στο δεύτερο απόσπασμα κάνει χαρακτηριστικές παρατηρήσεις για το ναό του Σουνίου.

Το «Κλειούς κατατομή» που ακολουθεί είναι μια διάλεξή του περί ιστορίας που έδωσε στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, το 1991. Η Κλειώ υπενθυμίζω ήταν η μούσα της Ιστορίας. Ακολουθεί το δοκίμιο του για τα «Εις Εαυτόν» του Ρωμαίου Αυτοκράτορα  Μάρκου Αυρήλιου, που φέρουν τη σφραγίδα των Στωικών και το βιβλίο κλείνει με ένα φανταστικό γράμμα του συγγραφέα προς τον Οράτιο, τον κορυφαίο Ρωμαίο λυρικό ποιητή κατά την εποχή του Οκταβιανού Αύγουστου.                   

[18]

Σήμερα γίνομαι σαράντα πέντε ετών. Κάθομαι γυμνός ως τη μέση στο ξενοδοχείο Λυκαβηττός στην Αθήνα, κάθιδρος, ρουφώντας μεγάλες ποσότητες Κόκα Κόλα. Σ’ αυτήν την πόλη δεν γνωρίζω ψυχή. Το βράδυ, όταν βγήκα να βρω κάπου να δειπνήσω, βρέθηκα εν μέσω ενός αλαφιασμένου πλήθους που κραύγαζε κάτι ακατάληπτο. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, επίκεινται εκλογές. Σουλατσάριζα κατά μήκος μιας ατελείωτης κεντρικής οδού, μπλοκαρισμένος από ανθρώπους και οχήματα, με κόρνες αυτοκινήτων να στριγκλίζουν μες στ’ αυτιά μου, να μην καταλαβαίνω λέξη, και ξαφνικά μου πέρασε από τα μυαλό η ιδέα πως αυτό είναι, ουσιαστικά, η μεταθανάτια ζωή- πως η ζωή είχε τελειώσει αλλά η κίνηση συνεχιζόταν, πως αυτό είναι η αιωνιότητα.
Σαράντα πέντε χρόνια πριν η μητέρα μου με έφερε στη ζωή. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που πέθανε. Πέρσι πέθανε κι ο πατέρας μου. Εγώ, το μοναδικό τους παιδί, περπατώ τώρα στους βραδινούς δρόμους της Αθήνας, δρόμους που εκείνοι ποτέ δεν είδαν και ούτε θα δουν. Ο καρπός της αγάπης τους, η φτώχεια τους, η σκλαβιά μέσα στην οποία έζησαν και πέθαναν- ο γιος τους βαδίζει ελεύθερος. Καθώς δεν τους συναντά μέσα στο πλήθος, αντιλαμβάνεται πως κάνει λάθος, αυτό δεν είναι αιωνιότητα.

[42]

Ώρα να αμπαλάρουμε. Όπως είπα δεν υπάρχουν ατμόπλοια από Ισταμπούλ ή από Σμύρνη. Επιβιβάστηκα σε αεροπλάνο και με πτήση πάνω από το Αιγαίο, που διήρκεσε λιγότερο από δύο ώρες, προσγειώθηκα στην Αθήνα.
Σαράντα μίλια από την Αθήνα, στο Σούνιο, στην κορυφή ενός βράχου με κατακόρυφη κλίση προς τη θάλασσα, υψώνεται ένας ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, χτισμένος σχεδόν ταυτόχρονα- κάπου πενήντα χρόνια διαφορά- με τον Παρθενώνα. Βρίσκεται στο σημείο αυτό εδώ και δυόμισι χιλιετίες.
Είναι δέκα φορές μικρότερος ναός από τον Παρθενώνα. Πόσο πιο όμορφος είναι από  εκείνον, είναι δύσκολο να το πει κανείς, δεν είναι ξεκαθαρισμένο τι πρέπει να θεωρείται μέτρο ομορφιάς. Στερείται οροφής.
Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω. Το Σούνιο είναι ένα Ψαροχώρι με καναδυό μοντέρνα ξενοδοχεία και βρίσκεται πέρα χαμηλά. Εκεί, στην κορυφή του σκοτεινού βράχου, ο ναός θεάται από απόσταση, σαν να είχε κατέβει μαλακά από τον ουρανό και να μην είχε ξεπεταχθεί από τη γη. Το μάρμαρο έχει πιο πολλά κοινά με τα σύννεφα παρά με το χώμα.
Δεκαπέντε λευκές κολόνες που συνδέονται με μια άσπρη μαρμάρινη βάση, υψώνονται σε ίση απόσταση μεταξύ τους. Ανάμεσα σ’ αυτές και στη γη, ανάμεσα σ’ αυτές και στη θάλασσα, ανάμεσα σ’ αυτές και στο γλαυκό ουρανό της Ελλάδας, δεν παρεμβάλλεται κανείς και τίποτε.
Όπως σχεδόν οπουδήποτε αλλού  στην Ευρώπη, έτσι κι εδώ ο Byron χάραξε το όνομα του στη βάση μιας από τις κολόνες. Στα βήματα του, το λεωφορείο φέρνει τουρίστες, λίγο αργότερα τους ξαναπαίρνει μακριά. Η διάβρωση που προσβάλλει φανερά τις κολόνες, δεν έχει να κάνει με την οξείδωση. Είναι η φλύκταινα των βλεμμάτων, των φακών και των φλας.
Έπειτα το σούρουπο πέφτει και σκοτεινιάζει. Δεκαπέντε κολόνες, δεκαπέντε κάθετα λευκά σώματα ισορροπημένα στο χώρο, στην κορυφή του σκοτεινού βράχου, συναντούν τη νύχτα κάτω από τους ανοιχτούς ουρανούς.
Εάν μετρούσαν τις μέρες, θα ήταν ένα εκατομμύριο τέτοιες μέρες. Από απόσταση, μέσα στη βραδινή αχλή, τα λευκά κάθετα σώματά τους μοιάζουν με κόσμημα, χάρη στα ίσα διαστήματα που τις χωρίζουν.
Μια ιδέα τάξης; Η αρχή της συμμετρίας; Η αίσθηση του ρυθμού; Ειδωλολατρία;           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...