KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Κατόπιν εορτής

Και ενώ  η μικροεπιχειρηματικότητα ανακυκλώνεται,σουβλακερί και καφετέριες ανοιγοκλείνουν διαρκώς αναρτώ κατόπιν εορτής... το σημείωμα της ιδιοκτήτριας του μαγαζιού της ευρύτερης περιοχής μου που έκλεισε όχι για τη δημιουργία εντυπώσεων αλλά για να επισημάνω κυρίως την ευγένεια της, που σπανίζει στις μέρες μας.


Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Τα φάρμακα και τα φαρμάκια




Τώρα που όλοι μας ξυπνήσαμε ένα πρωί από τον γλυκό μας ύπνο και θυμηθήκαμε -με τη βοήθεια του αγαπημένου μας «αδιάφθορου» FBI- ότι η κακιά Novartis δωροδοκούσε συστηματικά Ελληνες πολιτικούς και γιατρούς για να υπερ-κοστολογούν και να συνταγογραφούν μαζικά τα δικά της φάρμακα, καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι συγκεκριμένες αντιδεοντολογικές και εν τέλει βαθιά αντικοινωνικές πρακτικές αποτελούν εδώ και δεκαετίες αποδεδειγμένα κοινό τόπο παγκοσμίως και για τις άλλες μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά και των ΗΠΑ.
Συνολικά θα λέγαμε ότι ο εξόφθαλμα διαπλεκόμενος τρόπος λειτουργίας της παγκόσμιας βιομηχανίας του φαρμάκου, ενός «χρυσωρυχείου χωρίς σύνορα» με εκατοντάδες δισεκατομμύρια ετήσιο τζίρο ετησίως, αποτελεί ταυτόχρονα και μια τρανή απόδειξη για την πλήρη υποταγή των εννοιών της επιστημονικής προόδου και της υγείας ως πρώτιστου δημόσιου αγαθού στα ιδιωτικά συμφέροντα των καπιταλιστών μετόχων των λεγόμενων «Big Pharma».
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από την ίδια την Αμερική, που τόσο κόπτεται υποτίθεται για τις «κακές πρακτικές» και τη διαπλοκή των «φαρμακάδων», και ας δούμε τις εξελίξεις στο χειρότερο ιατρικό έγκλημα της εποχής μας –την 100% κατασκευασμένη και ανθρωπογενή επιδημία με τη συστηματική συνταγογράφηση οπιούχων παυσίπονων σε εκατομμύρια «νόμιμους ναρκομανείς» Αμερικανούς πολίτες, φυσικά με την πλήρη συνεργασία και κάλυψη κυβερνήσεων και γιατρών.
Μόνο το 2016, για να έχουμε μια κλίμακα αναφοράς, καταγράφηκαν στις ΗΠΑ περισσότεροι από 63.600 θάνατοι από υπερβολική δόση οπιούχων, εκ των οποίων δεκάδες χιλιάδες αποδίδονται σε συνταγογραφημένα, νόμιμα παραγόμενα φάρμακα σαν το Vicodin και το Oxycontin.
Η επιδημία αυτή αποτελεί σύμφωνα με τους ειδικούς τον βασικό παράγοντα για την υποχώρηση του προσδόκιμου ζωής στις ΗΠΑ επί τρία συναπτά χρόνια.
Και αυτή τη φορά οι περισσότεροι νεκροί δεν είναι περιθωριοποιημένοι μαύροι ή λατίνοι κάτοικοι των γκέτο, όπως συνέβαινε πριν από δύο-τρεις δεκαετίες με την επιδημία του κρακ ή στη δεκαετία του ‘70 με την ηρωίνη από το «Χρυσό Τρίγωνο», αλλά λευκοί μεσήλικες «νοικοκυραίοι», με δουλειές και παιδιά, αλλά και πολλά επώνυμα «σελέμπριτι» που πιάστηκαν στα δίχτυα της νόμιμης πρέζας με ιατρική συνταγή και το πληρώνουν με τη ζωή τους.
Τα παυσίπονα αυτά, κυρίως συνθετικά παράγωγα του οπίου, συνταγογραφούνται υποτίθεται από τους γιατρούς για τον χρόνιο πόνο ή για προβλήματα στον ύπνο.
Οπως όμως συμβαίνει και με την κανονική «παραμύθα», οι χρήστες εθίζονται σε αυτά και με τον καιρό αποκτούν ανοχή, οπότε χρειάζονται όλο και μεγαλύτερες δόσεις για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Ο,τι πρέπει δηλαδή για να πλουτίζει το κύκλωμα –ως ότου βέβαια μια τυχαία υπερδοσολογία επιφέρει τον θάνατο... Ετσι ακόμη και επαρχιακές περιοχές των ΗΠΑ που δεν είχαν ποτέ πρόβλημα με τα ναρκωτικά, όπως η Δυτική Βιρτζίνια και το Κεντάκι, άρχισαν ξαφνικά να μαζεύουν πτώματα από τους δρόμους –εξ ου και το Vicodin απέκτησε το παρατσούκλι «mountain heroin», βουνίσια ηρωίνη.
Πριν από λίγες μέρες λοιπόν, κι ενώ εδώ μετράγαμε μίζες και βαλίτσες, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μπιλ ΝτιΜπλάζιο, κατέθεσε αγωγή κατά οχτώ από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες παραγωγής και διανομής οπιούχων φαρμάκων, ζητώντας αποζημίωση 500 εκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου -όπως είπε- να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο serial killer που κυκλοφορεί στους δρόμους του Μεγάλου Μήλου, τα συνταγογραφούμενα οπιούχα.
Σύμφωνα με τον ΝτιΜπλάζιο, μόνο το 2016 πέθαναν από ...νόμιμη υπερβολική δόση περισσότεροι από 1.100 Νεοϋορκέζοι, δηλαδή περισσότεροι από τα θύματα δολοφονιών και αυτοκινητικών δυστυχημάτων μαζί!
Στην αγωγή αναφέρεται συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενες εταιρείες, γίγαντες όπως οι Allergan, Endo, Johnson & Johnson, Purdue Pharma και Teva Pharmaceutical, εξαπατούσαν συστηματικά επί δύο δεκαετίες τους καταναλωτές (με τη βοήθεια των επίορκων γιατρών και των προθύμων ΜΜΕ) πείθοντάς τους ότι τα οπιούχα φάρμακα ήταν ασφαλή και δεν προκαλούσαν εξάρτηση, μετατρέποντας έτσι εκατομμύρια «νορμάλ» ανθρώπους σε δίποδα ζόμπι και βγάζοντας βέβαια στην πορεία δισεκατομμύρια δολάρια από αυτό το... αθώο «λαθάκι».
Η αγωγή αυτή έρχεται να προστεθεί σαν «κερασάκι» σε ένα βουνό από τουλάχιστον 180 ακόμη μαζικές αγωγές (class actions) από δέκα πολιτειακές κυβερνήσεις και δεκάδες δήμους και ομάδες πληγέντων πολιτών, περιλαμβανομένων και αρκετών ινδιάνικων φυλών όπως οι Σιου και οι Τσερόκι, κατά των ως άνω «νόμιμων πρεζέμπορων», από τους οποίους ζητούν συνολικές αποζημιώσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων για την οργανωμένη καταστροφή που προκάλεσαν στις κοινότητές τους.
Παράλληλα τα τελευταία χρόνια έγιναν σταδιακά γνωστά και τα... δωράκια με τα οποία οι φαρμακευτικοί κολοσσοί «έδεναν» τους γιατρούς, όπως τα πληρωμένα ταξίδια σε «συνέδρια» στα θέρετρα της Φλώριδας, της Αριζόνα και της Καλιφόρνιας, κομπλέ με υπηρεσίες όπως προπληρωμενο τζόγο και ιερόδουλες.
Μεταξύ 1996 και 2001 μόνο η Purdue (που παράγει το Oxycontin, το συνθετικό «ξαδελφάκι» της μορφίνης) οργάνωσε περισσότερα από 40 παναμερικανικά «συμπόσια διαχείρισης του πόνου», πληρώνοντας τα έξοδα... παράστασης σε δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς γιατρούς, νοσηλευτές και φαρμακοποιούς και διανέμοντάς τους κουπόνια που επέτρεπαν στους ασθενείς να δοκιμάσουν δωρεάν επί 30 ημέρες αυτά τα άκρως εθιστικά χάπια!
Αποτέλεσμα; Το 2002 οι συνταγές που εκδόθηκαν μόνο για το OxyContin στις ΗΠΑ αυξήθηκαν δέκα φορές (!) σε σχέση με το 1996, από 670.000 ετησίως σε περισσότερες από έξι εκατομμύρια.
Το 2007 η εταιρεία καταδικάστηκε σε πρόστιμο ύψους 600 εκατομμυρίων δολαρίων για παραπλάνηση του κοινού, αλλά στο μεταξύ είχε κερδίσει δεκάδες δισεκατομμύρια...
Πόσοι φαρμακοβιομήχανοι, αξιωματούχοι, μεγαλογιατροί, δημοσιογράφοι πήγαν φυλακή; Κανένας. Τι έκανε το FBI για όλα αυτά; Ο,τι και με τα όπλα –τουμπεκί ψιλοκομμένα.
Και βέβαια το πρόβλημα κάθε άλλο παρά αντιμετωπίστηκε, αφού σήμερα -παρά τις αποκαλύψεις, τις μηνύσεις και τον σταδιακό περιορισμό των συνταγογραφήσεων λόγω της κατακραυγής- στην Αμερική πεθαίνουν κάπου εκατό άνθρωποι την ημέρα από υπερβολική δόση οπιούχων!
Οσοι δεν διαθέτουν πια εύκολη πρόσβαση σε συνταγογραφούμενα ναρκωτικά, στρέφονται στην ηρωίνη, που ρέει άφθονη από το... απελευθερωμένο Αφγανιστάν (όπου παρεμπιπτόντως σημειώθηκε νέο ρεκόρ σοδειάς οπίου το 2017) ή στο συνθετικό οπιούχο φεντανίλ, που παρασκευάζουν μαζικά τα μεξικανικά ναρκω-καρτέλ.
Οσο για τον Τραμπ, παρά τις κατά καιρούς «κορόνες» που εκστομίζει, παραμένει πιστός στις παρωχημένες ριγκανικές αστυνομικές λογικές των φυλακίσεων και του «Απλά Πείτε Οχι» στα ναρκωτικά, κατηγορώντας για την κρίση τα... πελατάκια που εξαρτήθηκαν από τα επικίνδυνα χάπια και όχι τους γιατρούς και τα ΜΜΕ που τους έπεισαν πως αυτά είναι ασφαλή.
Και φυσικά τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι πρέπει να χτιστεί τείχος για να σταματήσει η ροή των ναρκωτικών από το Μεξικό, αλλά καταπίνει τη γλώσσα του για τις φαρμακευτικές εταιρείες που παράγουν τα οπιοειδή μέσα στις ΗΠΑ και προωθεί συστηματικά σε θέσεις-κλειδιά γνωστούς λομπίστες των Big Pharma...

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Μια συγκλονιστική μαρτυρία στη σκιά της Novartis



Αρχές Ιανουαρίου 2017. Ξυπνάω μια μέρα και παρατηρώ ότι δεν βλέπω καλά. Ο κόσμος έχει καμπύλες. Λέω στους φίλους μου δεν βλέπω, σκεφτόμαστε όλοι ότι ιδέα μου θα είναι.
Την επόμενη μέρα το ίδιο. «Ιδέα σου θα είναι», μου λένε. Εγώ όμως δεν βλέπω. Κλείνω ραντεβού σε μια οφθαλμίατρο. Με κοιτάει από δω, με κοιτάει από κει. Μου λέει πρέπει να περιμένουμε μια βδομάδα να δούμε πιο καθαρά τι έχεις. Φαίνεται ωχροπάθεια.
Μια βδομάδα μετά η οφθαλμίατρος μου λέει μάλλον κάναμε λάθος και μάλλον δεν έπρεπε να περιμένουμε τόσο. Μάλλον έχεις κάτι άλλο και μάλλον πρέπει να κάνεις ένεση.
Πολλά τα μάλλον και την επόμενη μέρα πηγαίνω σε δημόσιο νοσοκομείο στην Αθήνα, σε αυτό, μου λένε, έχει την καλύτερη οφθαλμολογική κλινική. Σκέφτομαι, εκεί θα είμαι σε καλά χέρια. Πηγαίνω στα επείγοντα. Ξανά τα ίδια.
Ο οφθαλμίατρος με κοιτάει από δω, με κοιτάει από κει. Μου λέει «δεν έχεις ωχροπάθεια και γι’ αυτό που έχεις δεν πρέπει να αφήνεις τον χρόνο να περνάει, όσο καθυστερείς τόσο δυσκολότερο είναι να ανακάμψει η όρασή σου».
Ρωτάω αγχωμένα «τι έχω;». Δεν απαντάει. Δεν μου εξηγεί. Θα μπορούσα κάπου εδώ να αναλύσω την εξουσία του γιατρού που ξέρει και του ασθενή που δεν ξέρει και δεν έχει δικαίωμα να μάθει, αλλά θα χρειαστεί να ξαναγραφτεί βιβλίο αφορισμών του Νίτσε.
Ψελλίζει σε έναν άλλο γιατρό δίπλα του, εκφύλιση ωχράς κηλίδας. Μιλάνε σαν να έχω κάτι σοβαρό, κάτι που δεν είναι συχνό.
Παίρνω μια βαθιά αναπνοή και ξαναρωτάω με ψυχραιμία και τρόμο μαζί «μπορείτε να μου πείτε τι έχω;».
«Η γιατρός που πήγατε έκανε λάθος. Εχετε εκφύλιση ωχράς κηλίδας. Θέλω να παρακολουθήσω από κοντά το περιστατικό σας. Πρέπει να κλείσετε στο νοσοκομείο ραντεβού για φλουροαγγειογραφία, να τους πείτε ότι είναι επείγον κι όταν έρθετε για το ραντεβού να ζητήσετε να με καλέσουν».
Τρομοκρατούμαι και ξαναρωτάω: «Τι είναι αυτό που έχω; Θα γιατρευτεί;». «Αν κάνετε γρήγορα τη θεραπεία, θα επανέλθει η όραση. Οσο καθυστερείτε όμως, χάνεται πολύτιμος χρόνος».
Βγαίνω σοκαρισμένη από το γραφείο του. Γκουγκλάρω τι είναι αυτό που έχω, ο γιατρός δεν μου εξήγησε (sic). Διαβάζω ότι η εκφύλιση ωχράς κηλίδας είναι μια πάθηση που συμβαίνει συνήθως στους ηλικιωμένους, ενώ στους νέους όταν εμφανιστεί είναι άγνωστα τα αίτια. Συμβαίνει όμως σε όσους έχουν υψηλή μυωπία και άγχος.
Παίρνω τηλέφωνο να κλείσω ραντεβού για φλουροαγγειογραφία και μου λέει επόμενο ραντεβού είναι τον Αύγουστο. «Μα είναι επείγον», τονίζω. «Τότε σε 10 μέρες», μου απαντάει, «δεν υπάρχει νωρίτερα ραντεβού».
Ξαναλέω «είναι επείγον», έχοντας στο μυαλό μου ότι το επείγον σημαίνει σήμερα, αν όχι αύριο. Σας είπα σε 10 μέρες, δεν υπάρχει νωρίτερα.
Στο μυαλό μου υπάρχει μόνιμα η σκέψη ότι όσο καθυστερώ τόσο δυσκολότερα θα επανέλθει η όρασή μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Οι καμπύλες που έβλεπα, έχουν γίνει πια σαν γκρι κύκλος στη μέση του οπτικού πεδίου. Γύρω γύρω βλέπω, στη μέση όχι. Από το δεξί μάτι όμως σίγουρα δεν μπορώ να διαβάσω ή να διακρίνω πρόσωπα. Βλέπω απλά γενικά το πού βρίσκομαι.
Περνάνε οι μέρες και φτάνω στο νοσοκομείο. Η γιατρός που μου κάνει τη φλουροαγγειογραφία με «μαλώνει» επειδή άργησα να πάω, παρ’ όλο που της εξήγησα ότι δεν είναι δικό μου το φταίξιμο.
Εξηγεί σε έναν άλλο γιατρό τι έχω και τους ακούω ξανά να συζητάνε μεταξύ τους ότι δεν τους έχει ξανατύχει τέτοιο περιστατικό. Ο γιατρός με χτυπάει στην πλάτη και μου λέει κουράγιο.
Τώρα πρέπει να περιμένω κάποιες ώρες μέχρι να με δει και άλλος γιατρός της κλινικής, που θα ελέγξει και τα αποτελέσματα των προηγούμενων εξετάσεων. Με εξετάζει ξανά, μου επισημαίνει κι εκείνος ότι έχει περάσει πολύτιμος χρόνος και πρέπει να βιαστώ.
Η όρασή μου έχει πέσει κάτω από το 1/10, αλλά θα γράψουμε στην αίτηση για το φάρμακο ότι έχω 1/10, αλλιώς δεν θα μου το συνταγογραφήσουν.
Μάλλον, υποθέτω, όταν πέφτει η όραση κάτω από το 1, θεωρείται τελειωμένη υπόθεση, δεν θα ξαναδείς, δεν θα σπαταλήσουμε λεφτά για μια δυνητική ίαση.
Η γνωμάτευση γράφει φάρμακο lucentis της Νovartis, λιανική τιμή φθηνότερου φαρμάκου 760,55 ευρώ.
Την επόμενη μέρα, 10 Φεβρουαρίου πια, πηγαίνω στον EOΠΥΥ, στη γραμματεία επιτροπής ακριβών φαρμάκων να καταθέσω την αίτηση για το φάρμακο. Η επιτροπή θα εγκρίνει αν θα πάρω το ενέσιμο φάρμακο ή όχι, η γνωμάτευση του γιατρού από το γενικό νοσοκομείο δεν αρκεί για να δοθεί απευθείας το φάρμακο.
Η γραμματέας που κάνω την αίτηση, ξεκινάει κι εκείνη τα «δεν το πιστεύω, πώς το έπαθες, ο πατέρας μου έχει χάσει την όρασή του από αυτό, δεν θα επανέλθει και η δική σου και δεν νομίζω ότι θα σ’ το συνταγογραφήσουν γιατί είσαι μικρή».
«Μα αφού γράφει το χαρτί ότι δεν βλέπω, πώς γίνεται να μη μου το δώσουν;», ρωτάω – αφελώς.
«Είναι ακριβό το φάρμακο, δεν το δίνουν τόσο εύκολα, μόνο οι μεγάλοι άνθρωποι παίρνουν κατευθείαν την έγκριση».
Σκέφτομαι –πάλι αφελώς– ότι αποκλείεται να συμβεί αυτό, την αγνοώ, κάνω την αίτηση και φεύγω. Περιμένω κάποιες μέρες να βγει η απόφαση.
«Είδες;», μου λέει η γραμματέας. «Σ’ το είπα ότι δεν θα σ’ το γράψουν. Πρέπει σε μια βδομάδα να δεις τον γιατρό του ΕΟΠΥΥ, να σε εξετάσει αυτός και να δώσει την έγκριση».
Αλλη μια βδομάδα που δεν θα βλέπω. Αλλη μια βδομάδα που θα περιμένω να δω αν τελικά θα δω ξανά ή όχι από το δεξί μου μάτι.
Σε μια βδομάδα φτάνω στον γιατρό του ΕΟΠΥΥ, στις 9 το πρωί. Στην πόρτα του δεν έγραφε οφθαλμίατρος ή ελεγκτής ή κάτι. Ενας γιατρός έβγαινε και φώναζε κάτι ονόματα, όχι το δικό μου. Επειτα από μισή ώρα φεύγει.
Μαθαίνω ότι αυτός ήταν ο γιατρός που έπρεπε να με δει, ότι φιλοξενείται σε αυτό το γραφείο μία ώρα κάθε Τετάρτη πρωί, κι αν δεν έχει δουλειά φεύγει. Συνεπώς χάνεται το ραντεβού και δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να πάω την επόμενη Τετάρτη.
Ξαναπάω. Ο γιατρός λείπει, μαθαίνω ότι πήρε άδεια. «Συγγνώμη, εφόσον πήρε άδεια και εξετάζει επείγοντα περιστατικά, δεν θα αντικατασταθεί όσο λείπει;». Συνεχίζω εγώ ακάθεκτη τις αφελείς ερωτήσεις.
«Οχι», μου λέει η γραμματέας εκεί. «Πρέπει να περιμένεις να επιστρέψει». Ωραία, σκέφτομαι, δεν πάει άλλο και δεν υπάρχει άλλη ψυχραιμία.
Πηγαίνω στα κεντρικά του ΕΟΠΥΥ στο Μαρούσι. Ανεβαίνω στο γραφείο της επιτροπής ακριβών φαρμάκων. Ηταν 3 εργαζόμενες, σαστίζουν που με βλέπουν εκεί.
Κλαίγοντας τους εξηγώ ότι ο γιατρός λείπει, ότι είμαι 24 χρόνων και δεν βλέπω και ότι δεν μπορώ να περιμένω άλλο, πρέπει να πάρω το φάρμακο.
Με συμπονούν ή με λυπούνται; Δεν ξέρω. «Ελα», μου λένε, «την επόμενη μέρα το πρωί να πάρεις την έγκριση». Και αυτό ήταν.
Την επόμενη μέρα πήρα ένα χαρτί με συνταγογραφημένες 3 δόσεις lucentis. Και είμαι σίγουρη ότι η τακτική αυτή δεν λειτουργεί για όλους, και δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ούτε για μένα, δεν θα έπρεπε καν να έχω φτάσει εκεί για να μου δοθεί αυτό που δικαιούμαι.
Εκανα τη θεραπεία στο μάτι και η όρασή μου έφτασε στα 8/10. Ο γιατρός ήταν χαρούμενος, «ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει, δεδομένης της κατάστασής σου», μου είπε.
Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν με εξέταζε τελικά ο γιατρός μετά την άδειά του. Θέλω αφελώς να πιστεύω ότι θα μου έγραφε το φάρμακο.
Δεν ξέρω επίσης τι θα γινόταν αν δεν είχα ένσημα, καθώς τα 800 ευρώ για το lucentis είναι ένας μισθός που ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχω πάρει σε καμία από τις εξαντλητικές δουλειές της σερβιτόρας, της λαντζιέρισσας και της καμαριέρας που έχω κάνει.
Ακόμα δεν ξέρω τι κάνουν οι υπόλοιποι κάτω της ηλικίας των 67 χρόνων, που δεν τους δίνεται το φάρμακο.
Δεν ξέρω αν η τακτική κλάμα στα κεντρικά είναι τακτική για όλους.
Δεν ξέρω πόσα νεφρά πρέπει να πουλήσουν, όσοι έχουν σοβαρότερο πρόβλημα και δεν έχουν ένσημα και πρέπει να κάνουν συχνή θεραπεία.
Δεν ξέρω καν πώς, αυτές τις μέρες που κυριαρχεί το σκάνδαλο, ξυπνάνε το πρωί και συνεχίζουν τη μέρα τους, σκεπτόμενοι ότι έχουν χάσει ένα μέρος της όρασής τους για να πλουτίσουν κάποιοι.
Το σκάνδαλο Novartis δεν έχει να κάνει με κάποια γενετική προδιάθεση των ανθρώπων που εμπλέκονται στο κέρδος. Δεν υπάρχει η δαρβινική εξήγηση για τον άνθρωπο που κυνηγάει συνέχεια το όφελος και είναι εκ φύσεως εγωιστής. Δεν είναι καν ότι η Ελλάδα είναι έτσι και το ελληνικό Δημόσιο αργεί ή οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δουλεύουν.
Δεν είναι ότι οι Ελληνες πολιτικοί τα τρώνε ούτε ότι δεν είμαστε Ευρώπη. Είναι ο τρόπος που ιστορικά έχουν καθιερωθεί να λειτουργούν τα πράγματα.
Είναι ο καπιταλισμός και είναι ότι οι εργάτες είμαστε ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Και δεν υπάρχει καμία αφέλεια σε αυτό.
*Η επιστολή δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ελεύθερη Εκφραση» (23/2/2018)

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

«Το τραμ με το όνομα Πόθος»; Σοβαρά;


Στον απόηχο καταθλιπτικών συλλαλητηρίων για την ξακουστή «μας» Μακεδονία θέλω να εστιάσω σε κάτι μικρό, φαινομενικά ασήμαντο: Η καθιερωμένη μετάφραση του τίτλου μιας παράστασης πασίγνωστου θεατρικού έργου «πειράζεται» κατά λέξη για να προωθηθεί η μοντερνιτέ αυταράσκεια γνωστού «πρωτοποριακού» σκηνοθέτη. Ο αρθογράφος με ακρίβεια βάζει τα πράγματα στη θέση τους και δεν τρώει μασημένα παξιμάδια.  
Συντάκτης: 
Good morning, γνωστό τοις πάσι, ίσον καλημέρα· αυτή είναι η ακριβής μετάφραση, η σωστή μετάφραση, και όχι «καλό πρωί», που είναι η κατά λέξη μετάφραση, άρα η μη ακριβής –η απλώς ξενική. Αλφα βήτα της μετάφρασης, και παραταύτα χρειάζεται να τα ξαναματαλέει κανείς, και όσο πιο μασημένα γίνεται εντέλει.
Παρακολουθώ κατάπληκτος τελευταία την προβολή μιας θεατρικής παράστασης να εστιάζεται κυρίως στην αλλαγή του τίτλου: όχι «Λεωφορείον Ο Πόθος» αλλά «Το τραμ με το όνομα Πόθος» θα λέγεται η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού, που ιδίως για την Μπλανς της Μαρίας Ναυπλιώτου δικαιούται τον χαρακτηρισμό πολυαναμενόμενη.
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ «σημειώνεται […] ότι αυτή είναι η ορθή μετάφραση του τίτλου και όχι η κλασική που έχουμε γνωρίσει μέσα από δεκάδες ανεβάσματα στο ελληνικό θέατρο» διάβασα στη LifO (4.1.18).
«Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός εισχωρεί για πρώτη φορά στον σκηνικό κόσμο του Τενεσί Ουίλιαμς διατηρώντας την εσωτερική θερμοκρασία της προσωπικής ανάγνωσης. Εξού και η “επιστροφή” στον πρωτότυπο τίτλο του έργου: Το τραμ με το όνομα Πόθος», γράφει ο Δ. Δουλγερίδης στα Νέα (19.1.18), και ρωτάει τον σκηνοθέτη: «Κρύβει κάποιο μήνυμα αυτή η μικρή “διόρθωση”;» Η απάντηση:
«Είχα την ανάγκη να διαφοροποιηθώ από τον τίτλο του “Λεωφορείου”, που θεωρώ ότι έχει κάνει τον κύκλο του και τα έχει πάρει όλα σβάρνα! [...] Διατηρήσαμε τον πραγματικό τίτλο, επειδή υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Ετσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».
Τέλος, σε συνέντευξη του σκηνοθέτη στη Γιώτα Συκκά (Καθημερινή 28.1.18) διαβάζουμε: «Μια παρεξήγηση είναι ο τίτλος, που βασίζεται στη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη». «Το τραμ με το όνομα Πόθος» «είναι η ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου». «Είναι σημαντικό οι παραστάσεις τέτοιων κλασικών έργων να αφήνουν πίσω τους κι ένα ίχνος γλώσσας. Αλλη εποχή, άλλες ανάγκες» έρχεται η κορωνίδα!
«Παρεξήγηση»…, «τα έχει πάρει όλα σβάρνα»…, απ’ τη μια, δηλαδή ο Πλωρίτης, αλλά και ο Γκάτσος και ο Γεράσιμος Σταύρου, που πήραν στον λαιμό τους καμιά δεκαριά ακόμα μεταφραστές και μεταφράστριες (μεγάλο θέμα οι αλλεπάλληλες μεταφράσεις στο θέατρο, συχνά μία τον χρόνο, κάθε παράσταση και η μετάφρασή της –για λόγους, φοβάμαι, που δεν είναι πάντα καθαρά καλλιτεχνικοί), κι από την άλλη «πραγματικός τίτλος», «ακριβής μετάφραση», πόσο μάλλον που «υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Ετσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».
ΔΕΝ ΠΟΛΥΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ, αλλά εικόνα δεν υπάρχει, με τα πόδια και κουβαλώντας τη βαλίτσα της εμφανίζεται στο έργο η Μπλανς, που ψάχνει τον σωστό δρόμο. Τα πρώτα της λόγια: They told me to take a streetcar named Desire, and then transfer to one called Cemeteries and ride six blocks and get off at Elysian Fields!: «Μου είπαν να πάρω το Λεωφορείο “Πόθος”, ύστερα να μπω σε κάποιο άλλο, που γράφει “Νεκροταφείο”, να προχωρήσει έξι τετράγωνα και να βγω στα Ηλύσια Πεδία», όπως μεταφράζει ο Γεράσιμος Σταύρου (δυστυχώς δεν είχα πρόχειρη τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη). Ετσι είναι μια ακριβής, σωστή δηλαδή μετάφραση. Η άλλη είναι απλώς κατά λέξη.
A streetcar named Desire είναι λοιπόν ο τίτλος του πρωτοτύπου, και ο πρωταίτιος, όπως καταγγέλλεται, Πλωρίτης έκανε το πρώτο απαραίτητο, στοιχειώδες βήμα, το τραμ δηλαδή λεωφορείο, ένα κοινό μεταφορικό μέσο –κάτι που δεν είναι, ακόμα και σήμερα, το τραμ. Εστω όμως πως θέλει να κρατήσει κανείς το τραμ. Ενα τραμ λοιπόν (και όχι «Το», αφού θέλει τέτοια ακρίβεια η νέα μετάφραση), named, δηλαδή που το λένε, που λέγεται, ποτέ «με το όνομα»· και καλύτερα: που γράφει «Πόθος».
ΚΑΙ ΙΔΟΥ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΕΥΦΥΪΑ του Πλωρίτη, το κλικ που δεν γίνεται δυστυχώς πάντα στο μυαλό του μεταφραστή: πετάει το named, που θέλει στα ελληνικά περίφραση (που το λένε, που λέγεται, που γράφει…) και επιγράφει κατευθείαν το λεωφορείο του (ή το τραμ του): Λεωφορείο «Πόθος», ή Λεωφορείον Ο Πόθος, που αποδίδει ενδεχομένως τη διαδρομή της ζωής της Μπλανς, από τον πόθο στο νεκροταφείο, και πια στα Ηλύσια Πεδία.
Μια λαμπερή λύση δηλαδή, κι έρχεται η καινούργια μετάφραση και ανακαλύπτει την Αμερική, το κατά λέξη! Κι ας λέει το γλωσσικό αίσθημα, στην πιο καθημερινή πραγματικότητα: «Δοκίμασα ένα γλυκό που το λένε Χι», «Πήγαμε σε μια ταβέρνα που τη λένε Ψι»· «Κατεδαφίστηκε το νυχτερινό κέντρο [Η] Φαντασία»· «Θα πάρεις ΕΝΑ/ΤΟ τρόλεϊ που γράφει Κυψέλη-Παγκράτι» ή «Θα πάρεις ΤΟ τρόλεϊ Κυψέλη-Παγκράτι». Σε καμία από αυτές και άπειρες ανάλογες περιπτώσεις δεν λέμε: «με το όνομα…» ή «με την ονομασία…»
Αλλά είπαμε, γλωσσικό αίσθημα. Χωρίς αυτό, σκέτος σαματάς, με ροκάνες και καραμούζες. Ιλαρή δυστυχώς «παρεξήγηση», που «τα παίρνει όλα σβάρνα».

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Γιατί πρέπει να φορολογείται το facebook


Συντάκτης: 
Του Paul De Grauwe | Επιμέλεια-Μετάφραση: Μανώλης Χαιρετάκης
Οι νέες τεχνολογίες της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει μια ολόκληρη ομάδα εταιρειών που έχουν καταστεί ιδιαίτερα κερδοφόρες. Οι περισσότερο επιτυχημένες βρίσκονται στη λίστα των δέκα πολυτιμότερων (Σ.τ.μ.: με την έννοια της ακριβότερης αποτίμησης) εταιρειών σε όλο τον κόσμο. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, πολύτιμος εδώ σημαίνει τη χρηματική αξία των μετοχών αυτών των εταιρειών, δηλαδή την κεφαλαιοποίησή τους, όπως λένε οι οικονομολόγοι.
Η Alphabet (γνωστότερη ως Google), η Amazon, η Microsoft, το Facebook, η Alibaba αξίζουν η καθεμιά τους τουλάχιστον 400 δισ. δολάρια ΗΠΑ στα χρηματιστήρια αξιών. Δεν παράγουν κάτι χειροπιαστό. Παράγουν «πληροφορία». Αυτές οι επιχειρήσεις που παράγουν πληροφορία είναι υπερβολικά επιτυχημένες, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν νέα προβλήματα.
Το πιο εμφανές χαρακτηριστικό αυτών των εταιρειών που παράγουν πληροφορία είναι ότι το οριακό κόστος της πληροφορίας που παράγουν είναι μηδενικό.
Για να φτιάξετε μια ταινία στο You Tube χρειάζεστε μια δαπάνη για να χρησιμοποιήσετε μια κάμερα, έναν φορητό υπολογιστή (λάπτοπ) και μια σύνδεση με το διαδίκτυο. Αλλά μόλις φτιάξετε την ταινία (το βίντεο), μπορείτε να την ανεβάσετε χωρίς επιπλέον κόστος.
Είτε υπάρχουν 10, 100 ή 100.000 θεατές που είδαν την ταινία, το γεγονός αυτό δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δαπάνη του δημιουργού της. Το οριακό κόστος (δηλαδή το κόστος για να δει κανείς μια φορά ακόμη την ταινία) είναι μηδενικό.
Και αυτό δεν τελειώνει εκεί. Οσο περισσότερους θεατές έχει η συγκεκριμένη ταινία τόσο μεγαλώνει η αξία της στο You Tube. Εάν, λ.χ., φτάσει τους 1 εκατομμύριο θεατές, αυτό θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των διαφημιστών που θα θελήσουν να πληρώσουν αυτόν που δημιούργησε την ταινία για να βάλουν διαφήμιση. Ο (κάθε) διαφημιστής επιθυμεί να πληρώνει ανάλογα με το μέγεθος του ακροατηρίου.
Με αυτόν τον τρόπο ο παραγωγός της ταινίας στο You Tube παράγει κάτι που διαθέτει ένα μηδενικό οριακό κόστος και ένα οριακό έσοδο που αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των θεατών.
Οσο περισσότεροι δουν την ταινία τόσο πλουσιότερος γίνεται ο παραγωγός της, και μάλιστα χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα.
Ενα τέτοιο επιχειρηματικό μοντέλο δημιουργεί έναν αριθμό προβλημάτων. Το πρώτο είναι ότι οι εταιρείες που παράγουν πληροφορία δημιουργούν σημαντική οικονομική αξία χωρίς να χρησιμοποιούν πολλούς συντελεστές παραγωγής.
Δεν χρειάζεστε υπαλλήλους για να δημιουργήσετε σημαντικά έσοδα. Το Facebook με μια κεφαλαιοποίηση 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει 21.000 υπαλλήλους.
Η Walmart, με μια κεφαλαιοποίηση 220 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει 2,1 εκατομμύρια υπαλλήλους.
Ετσι, το Facebook, που είναι διπλάσιο σε όρους κεφαλαιοποίησης σε σχέση με τη Walmart, έχει μόνο το 1% των υπαλλήλων της. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ υψηλό επίπεδο οικονομικής αξίας διανέμεται σε έναν πολύ περιορισμένο αριθμό ατόμων, πράγμα που αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα ανισότητας.
Ενα δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με το δεδομένο ότι τα άτομα που γίνονται μέλη μιας τέτοιας πλατφόρμας πληροφορίας (λ.χ. του Facebook) στην πραγματικότητα δίνουν δωρεάν προσωπικές τους πληροφορίες.
Οι πληροφορίες αυτές γίνονται όλο και περισσότερο πολύτιμες καθώς ολοένα και περισσότερα άτομα γίνονται μέλη της πλατφόρμας.
Ο μεγάλος όγκος στοιχείων που περιέχουν προσωπικές πληροφορίες κάνει εφικτή την τοποθέτηση (στην πλατφόρμα) διαφημίσεων με πολύ υψηλή στόχευση, πράγμα που αποτελεί το όνειρο όλων των διαφημιστών.
Με αυτόν τον τρόπο οι εταιρείες όπως το Facebook παράγουν πληροφόρηση που δημιουργεί πάρα πολλά έσοδα χρησιμοποιώντας σαν «πρώτη ύλη» τις (δωρεάν) προσωπικές πληροφορίες που τους δίνουν δωρεάν οι χρήστες τους.
Οι εταιρείες αυτές αποτελούν μεγάλες μηχανές χρήματος δημιουργώντας τεράστιο πλούτο που δεν μοιράζεται, αφού κρατείται από ελάχιστους χαρούμενους που εργάζονται σε αυτές τις εταιρείες.
Αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Ολοένα και μεγαλύτερη οικονομική αξία μοιράζεται σε ολοένα και λιγότερους ανθρώπους.
Τι πρέπει να γίνει; Ακολουθεί η πρότασή μου.
Το Facebook είχε 26 δισεκατομμύρια δολάρια διαφημιστικά έσοδα το 2016. Αυτά τα έσοδα προέκυψαν εξαιτίας της δωρεάν «πρώτης ύλης» των πληροφοριών που παρέχουν οι χρήστες του στο Facebook.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να βάλει έναν φόρο της τάξης του 50% λ.χ., θεωρώντας δεδομένο ότι τουλάχιστον το μισό αυτού του εσόδου οφείλεται στις δωρεάν πληροφορίες.
Αυτό σημαίνει 13 δισεκατομμύρια δολάρια. Υπάρχουν τώρα περίπου 1,23 δισεκατομμύρια χρήστες Facebook και έπειτα από μια στρογγυλοποίηση αναλογεί σε κάθε χρήστη ανά έτος το ποσό των 10 δολαρίων ΗΠΑ.
Το ποσό αυτό μου φαίνεται να αποτελεί μια καλή εκτίμηση της ετήσιας αξίας της πληροφορίας που παρέχει ο κάθε χρήστης στο Facebook.
Η πρότασή μου λοιπόν είναι για έναν ετήσιο φόρο ανά χρήστη που θα τον πληρώνει το Facebook. Ο Zuckerberg (ο ιδρυτής του) θα είναι λίγο λιγότερο πλούσιος ύστερα από αυτόν τον φόρο, αλλά σίγουρα θα του μείνουν πολλά λεφτά.
Πολλά θέματα σχετίζονται με μια τέτοια πρόταση. Θα ήταν προτιμότερο -αλλά όχι αναγκαίο- να συντονίζεται (και να συλλέγεται) σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που δεν είναι εύκολο.
Υπάρχει επίσης το θέμα τού τι θα πρέπει να κάνουν οι κυβερνήσεις με αυτό το έσοδο.
Μια δυνατότητα είναι οι κυβερνήσεις να επιστρέφουν 10 δολάρια ΗΠΑ κάθε χρόνο σε κάθε χρήστη του Facebook ή, εναλλακτικά, τα έσοδα αυτά να χρησιμοποιούνται από τις κυβερνήσεις για επένδυση στην παιδεία, στο περιβάλλον ή στη διατηρήσιμη ενέργεια.
Εχω τη γνώμη πως τα θέματα αυτά είναι ξεχωριστά, που μπορούν να επιλυθούν χωρίς να μπλέκονται με τη φορολόγηση του Facebook και άλλων εταιρειών που παράγουν πληροφορίες (όπως λ.χ. η Google, η Amazon) και που χρησιμοποιούν δωρεάν ιδιωτικές πληροφορίες, μετασχηματίζοντάς τες σε μια μυθική μηχανή παραγωγής χρήματος (δηλαδή κερδών) από τα οποία επωφελούνται ελάχιστοι.

  Πηγή: www.socialeurope.eu

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)


Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!


Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που απ' τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.

Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.


Υπέφερε, πικραίνονταν στην Ρώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σ' όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σ' αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό -
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες·
που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.
Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε
που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι·
ιδού που έχει θέλησιν αυτός·
θ' αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει.

Αρκεί να βρει έναν τρόπο στην Ανατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία -
 
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.

Α στην Συρία μονάχα να βρεθεί!
Έτσι μικρός απ' την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων.-


Και τώρα;
                 Τώρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Ρώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.

Αδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν· που, κ' εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ' άλλα - ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Αυτή η Συρία - σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είν' η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.
 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Εγγονός του Αντιόχου Γ' του Μεγάλου που ηττήθηκε από τους Ρωμαίους στη Μαγνησία το 190 π.Χ. και υιός του Σελεύκου Δ'. Ο Δημήτριος πέρασε τη νιότη του στη Ρώμη ως όμηρος ενώ ο θείος του, Αντίοχος Δ' Επιφανής, σφετερίστηκε το θρόνο της Συρίας και κατόπιν τον παρέδωσε στον υιό του, Αντίοχο Ε'. Το 162 π.Χ., ο Δημήτριος απέδρασε από τη Ρώμη, ανέκτησε το θρόνο του και αγωνίστηκε για την ενότητα της Συρίας. Οι ικανότητές του φόβισαν τους γείτονές του και ανάγκασαν τους Ρωμαίους να τον παρακολουθούν στενά. Απέκτησε εχθρούς ακόμα και ανάμεσα σ' αυτούς που είχε προστατέψει («Οροφέρνης»). Έγινε δύστροπος και μέθυσος. Το 150 π.Χ. ηττήθηκε και σκοτώθηκε απ' ένα διεκδικητή του θρόνου, τον Αλέξανδρο Βάλα που είχε εξαγοραστεί από τον πρώην σατράπη της Βαβυλώνας, Ηρακλείδη, τον Άτταλο Β' της Περγάμου και τον Πτολεμαίο ΣΤ' Φιλομήτωρα.

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Η δύναμη του βλέμματος


Συντάκτης: 

Συμπληρώθηκαν φέτος τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Πρίμο Λέβι (1919-1987). Ο Ιταλοεβραίος Λέβι πήρε μέρος στην Αντίσταση και στη δράση μιας αντάρτικης ομάδας, προσκείμενης στην οργάνωση «Δικαιοσύνη και ελευθερία» που είχε ιδρύσει ο σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι. Τον Δεκέμβριο του 1943, τον συνέλαβαν και στη συνέχεια τον έστειλαν στο Αουσβιτς, από όπου βγήκε ημιθανής τον Ιανουάριο του 1945.
Το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (ελληνική έκδοση: Αγρα 1997) είναι η πιο συγκλονιστική μαρτυρία που γράφτηκε ποτέ για τη ζωή στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η μεγάλη αξία αυτού του έργου έγκειται κυρίως στο ότι ο Λέβι βρήκε τη δύναμη για να αντλήσει από τη φρίκη της ναζιστικής κόλασης όχι μια οργισμένη επιθυμία για εκδίκηση, αλλά ένα εξαιρετικά πολύτιμο μάθημα ανθρωπιάς και δικαιοσύνης.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την ομιλία που εκφώνησε ο Ισραηλινός συγγραφέας Νταβίντ Γκρόσμαν στις 6 Νοεμβρίου, στη Γένοβα, κατά την τελετή στην οποία τιμήθηκε με την απονομή του «διεθνούς βραβείου Πρίμο Λέβι 2017».
Τα έργα του Πρίμο Λέβι με συνοδεύουν από τότε που διάβασα για πρώτη φορά «Το περιοδικό σύστημα». Ενώ διάβαζα, αισθανόμουν ότι, σελίδα μετά τη σελίδα, το βιβλίο αυτού του συγγραφέα, αυτού του ανθρώπου, παρόμοια με άλλα τρία ή τέσσερα βιβλία, μου υποδείκνυε έναν μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο όχι μόνον να παρατηρώ τη ζωή, αλλά να τη ζω. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις που έκανα πρόσφατα ξαναδιαβάζοντας το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», το πρώτο βιβλίο του Λέβι, στο οποίο αφηγείται τους περίπου δώδεκα μήνες που πέρασε στο στρατόπεδο εξόντωσης του Αουσβιτς.
Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες και μέρες γι’ αυτό το έργο, για την αναστάτωση που προκαλεί στον αναγνώστη ακριβώς εξαιτίας του νηφάλιου και διαυγούς ύφους του συγγραφέα, ακόμα και όταν περιγράφει τις πιο τρομακτικές φρικαλεότητες που υπέστησαν ποτέ ανθρώπινες υπάρξεις, τη διαδικασία της καταστροφής και της απώλειας κάθε ανθρώπινου γνωρίσματος όχι μόνον από μέρους των ναζιστών και των υποτακτικών τους, αλλά και από τα θύματα.
Επειδή όμως ο χρόνος δεν θα αρκούσε, επέλεξα να μιλήσω για τη μοναδική, κρίσιμη, ανθρώπινη επαφή που ο Λέβι είχε στο Αουσβιτς με έναν άνθρωπο που ονομαζόταν Λορέντσο.
«Η ιστορία της σχέσης μου με τον Λορέντσο -γράφει ο Πρίμο Λέβι- είναι μακριά και σύντομη μαζί, απλή και αινιγματική· είναι η ιστορία μιας εποχής και μιας κατάστασης που είναι άγνωστες στην πραγματικότητα του σήμερα, και γι’ αυτό νομίζω ότι μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο όπως γίνονται κατανοητά τα γεγονότα του μύθου και της ιστορίας.
Με λίγα λόγια, η ιστορία συνοψίζεται στο εξής: ένας Ιταλός πολίτης μου έφερνε ένα κομμάτι ψωμί και τα περισσεύματα του συσσιτίου του κάθε μέρα επί έξι μήνες· μου χάρισε μια δική του φανέλα γεμάτη μπαλώματα· έγραψε στην Ιταλία μια κάρτα για μένα και μου έδωσε την απάντηση. Για όλα αυτά, δεν ζήτησε και ούτε δέχτηκε καμία ανταμοιβή, γιατί ήταν καλός και απλός, και δεν πίστευε ότι κάνουμε καλό για να ανταμειφθούμε».
Και συνεχίζει ο Λέβι: «Για τους πολίτες εμείς είμαστε οι παρίες. Οι πολίτες, λίγο-πολύ ξεκάθαρα και με όλες τις αποχρώσεις ανάμεσα στην περιφρόνηση και τον οίκτο, σκέφτονται ότι για να έχουμε καταδικαστεί σε αυτού του είδους τη ζωή, για να έχουμε ξεπέσει σε αυτή την κατάσταση πρέπει να μας βαραίνει κάποια μυστηριώδης, ανεξίτηλη ενοχή.
»Μας ακούνε να μιλάμε σε διαφορετικές γλώσσες, ακατανόητες γι’ αυτούς και αλλόκοτες σαν φωνές ζώων· μας βλέπουν υποταγμένους, χωρίς μαλλιά, χωρίς όνομα, χωρίς αξιοπρέπεια, κάθε μέρα δαρμένους, κάθε μέρα περισσότερο ελεεινούς, χωρίς ποτέ να διαβάσουν στα μάτια μας τον πόθο της εξέγερσης, τη γαλήνη ή την πίστη. Μας ξέρουν σαν κλέφτες και αναξιόπιστους, λασπωμένους, ρακένδυτους και πεινασμένους, και συγχέοντας το αποτέλεσμα με την αιτία, μας θεωρούν άξιους της αθλιότητάς μας. Ποιος θα μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπά μας;».
Διαβάζω την περιγραφή του Πρίμο Λέβι για το πώς οι φύλακες, οι κάπο και οι πολίτες έβλεπαν τους Εβραίους κρατούμενους και για το πώς ο απλός εργάτης Λορέντσο έβλεπε εκείνον και σκέφτομαι πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του βλέμματος και πόσο κρίσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούμε ένα πρόσωπο· ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι ο συνεργάτης μας, ο γιος μας, ένας συνάδελφος, ένας γείτονας, όποιος έχει μια ορισμένη σημασία στη ζωή μας και, φυσικά, ακόμη και ένας εντελώς άγνωστος και μερικές φορές ακόμη και ένας εχθρός.
Ενας απλός εργάτης που ονομαζόταν Λορέντσο είδε τον Πρίμο Λέβι όπως βλέπουμε έναν άνθρωπο. Αρνήθηκε να παραγνωρίσει την ανθρώπινη υπόστασή του, να συνεργαστεί με εκείνους που ήθελαν να την εξαλείψουν, και, ενεργώντας έτσι, ούτε λίγο-ούτε πολύ του έσωσε τη ζωή. Τόσο απλή και μεγαλειώδης υπήρξε αυτή η συμπεριφορά του. Σκέφτομαι τη δύναμη ενός καλοσυνάτου βλέμματος στη ζωή ενός προσώπου.
Οχι μόνον στις περιστάσεις ακραίας τρέλας του Αουσβιτς, αλλά στην κανονική καθημερινή ζωή. Κι αυτό με κάνει να ξανασκεφτώ μια γυναίκα που γνώρισα, η οποία, όταν ζήτησε από τον άνδρα με τον οποίον ήταν ερωτευμένη να την παντρευτεί, του υποσχέθηκε ότι θα τον έβλεπε πάντα με καλοσυνάτα μάτια: «Με τα μάτια ενός μάρτυρα γεμάτου αγάπη», του είπε. Και ο άνδρας σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή του δεν του είχαν πει κάτι τόσο ωραίο.
Εχω την εντύπωση ότι όποιος έχει το προνόμιο να έχει έναν στοργικό μάρτυρα στη ζωή του ή και μόνον ένα μάρτυρα που αναζητάει το καλό μέσα του, για να το κάνει να αναδυθεί, έχει πολλές πιθανότητες να γίνει ένα καλύτερο πρόσωπο, ίσως και λίγο πιο ευτυχισμένο. Αν διαθέτουμε το προνόμιο να έχουμε κάποιον στη ζωή μας που να μας κοιτάει με μάτια γεμάτα αγάπη, τότε αυτό το βλέμμα μάς λέει ότι ίσως μέσα μας υπάρχει κάτι καλύτερο από αυτό που νομίζαμε, από αυτό που τολμούσαμε να πιστεύουμε.
Ο Λορέντσο, ένας απλός Ιταλός εργάτης, επέμενε να βλέπει τον Πρίμο Λέβι με τα μάτια ενός ανθρώπου και βρέθηκε μπροστά σε έναν άνθρωπο. Οχι μπροστά σε έναν κρατούμενο χωρίς ταυτότητα, όχι μπροστά σε έναν νεκρό που βάδιζε με ένα νούμερο χαραγμένο στο μπράτσο αντί για όνομα και επώνυμο. Ο Λορέντσο αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την αξίωση των κυρίαρχων-τυράννων να βλέπει τους κρατούμενους από τη δική τους σκοπιά. Είδε τον Πρίμο Λέβι όπως βλέπουμε έναν άνθρωπο και, βλέποντας έτσι, άλλαξε τον χαρακτήρα της κατάστασης στην οποία βρίσκονταν.

Από τη στιγμή που καλοσυνάτα μάτια, που πιστεύουν σε μας, μας υποδεικνύουν μια δυνατότητα διαφορετικού τύπου, κρυμμένη ακόμη και σε μας επειδή έχει καταπιεστεί από άλλους, από μας τους ίδιους ή από τις αντίξοες περιστάσεις της ζωής, μια δυνατότητα στην οποία δεν τολμούσαμε πλέον να ελπίσουμε και που ίσως είχαμε εντελώς ξεχάσει, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες αυτή η δυνατότητα να μετατραπεί σε πραγματικότητα. Και εμείς να έχουμε περισσότερες πιθανότητες λύτρωσης. […]

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...