KAINOTOPIO

KAINOTOPIO

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ


Ο Γιάννης βγήκε διστακτικά από την πόρτα της πολυκατοικίας στον κεντρικό δρόμο. Είχε μπει μόνος του στον ανελκυστήρα και βρήκε εύκολα το κουμπί του ισογείου. Η μαμά του θα έλειπε για δουλειές 2-3 ώρες και του είπε να κάτσει ήσυχα στο σπίτι. Αν ήθελε μάλιστα μπορούσε να δει τηλεόραση.
Ο Γιάννης ήταν 6 χρονών και πάντα έβγαινε στον κεντρικό δρόμο, που περνούσε μπροστά από το σπίτι τους μόνο με την συνοδεία της μαμάς του ή πιο σπάνια του μπαμπά του, όταν αυτός μπορούσε να τον πάει κάποια βόλτα. Με τον πατέρα του, συνήθως το Σάββατο ή την Κυριακή, πήγαιναν με τα πόδια σε μια πλατεία στο τέλος του κεντρικού δρόμου, όπου μπορούσε να δει τα δέντρα που δεν φαίνονταν από το σπίτι του. Η διαδρομή δεν ήταν μεγάλη αλλά περπατούσαν τουλάχιστον είκοσι λεπτά μέχρι να φτάσουν στην πλατεία.
Με την μητέρα του πήγαιναν με τα πόδια κάθε μέρα στο δημοτικό σχολείο, που η ίδιος είχε ξεκινήσει από φέτος, στην άλλη πλευρά του κεντρικού δρόμου. Το δημοτικό σχολείο ήταν μόνο πέντε λεπτά το σπίτι του αλλά δεν είχε, ούτε μέσα, ούτε έξω, κανένα δέντρο. Με την μητέρα του επίσης πήγαιναν με το αυτοκίνητο τρεις φορές την εβδομάδα στο κολυμβητήριο που ήταν πολλούς κεντρικούς δρόμους μακριά.



Στον κεντρικό δρόμο, εκείνο το απόγευμα που η μητέρα του και ο πατέρας του ήταν στις δουλείες τους, πηγαινοέρχονταν πολλά αυτοκίνητα, αλλά ο Γιάννης είχε μάθει να προσέχει και να περπατά μόνο πάνω στο στενό πεζοδρόμιο. Συνέχισε να περπατά χωρίς την παραμικρή ανησυχία, που δεν συνοδευόταν από τους γονείς του, προς την πλατεία που πήγαινε με τον πατέρα του.
Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι του αλλά δεν φοβόταν γιατί θυμόταν ότι για να φτάσει κανείς στην πλατεία θα έπρεπε να πηγαίνει όλο ευθεία. Έτσι σε μισή ώρα, γιατί περπατούσε πιο αργά από τις φορές που πήγαιναν μαζί με τον πατέρα του, έφτασε στην πλατεία.
Η πλατεία είχε δέντρα, δηλαδή μουριές, μια βρύση και χώμα που δεν είχε ο κεντρικός δρόμος και το σχολείο του. Δύο γέροι κάθονταν σε ένα από τα τρία παγκάκια της. Τα άλλα ήταν άδεια. Ο πατέρας του στην τελευταία βόλτα τους του είχε πει ότι σύντομα δεν θα υπήρχε παρά ελάχιστο χώμα στην πλατεία, μόνο γύρω –γύρω από τα δέντρα και ότι θα έβγαζαν τα παγκάκια γιατί το βράδυ κοιμόντουσαν άνθρωποι σε αυτά. Δεν κατάλαβε γιατί και η πλατεία, μετά τον κεντρικό δρόμο και το σχολείο του δεν θα έπρεπε να έχει χώμα. Πολύ περισσότερο δεν κατάλαβε που θα κοιμόντουσαν οι άνθρωποι, όταν θα έπαιρναν τα παγκάκια από την πλατεία. Οι δύο γέροι σηκώθηκαν από το παγκάκι και κατευθύνθηκαν στον κεντρικό δρόμο.
Ο Γιάννης θυμήθηκε ότι στην ακριανή μουριά υπήρχε μια μυρμηγκοφωλιά. Υπήρχε και τώρα, δεν την είχε πειράξει κανείς. Άρχισε να παίζει με τα μυρμήγκια. Έβαζε το χέρι του και τα σταματούσε, τους έπαιρνε αυτά που κουβαλούσαν, αλλά γρήγορα βαρέθηκε. Τα μυρμήγκια δεν του έδιναν και πολύ σημασία. Γρήγορα σκέφτηκε ένα παιχνίδι που θα τα έκανε να τον προσέξουν
Γέμισε ένα πλαστικό μπουκάλι που βρήκε πιο πέρα με νερό από τη βρύση της πλατείας και άρχισε να το χύνει στην φωλιά τους. Έβλεπε τα μυρμήγκια να κολυμπάνε απελπισμένα αλλά αυτός συνέχισε να ρίχνει νερό μέχρι που σχεδόν κατάστρεψε τη φωλιά τους. Έπειτα όμως από λίγο βαρέθηκε και αυτό το παιχνίδι. Άλλωστε η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του προτού το καταλάβουν οι γονείς του. Πήρε το δρόμο του γυρισμού.
Περπάταγε πιο γρήγορα αυτή τη φορά και σε είκοσι λεπτά έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν είχε λερωθεί πολύ από τα χώματα της πλατείας και έτσι όταν μπήκε στο διαμέρισμά τους έπλυνε στο μπάνιο εύκολα τα χέρια του και τα πόδια του. Όταν μετά από λίγη ώρα η μητέρα του μπήκε στο σπίτι αυτός έβλεπε τηλεόραση. Μόλις τον ρώτησε τι είχε δει τόση ώρα στην τηλεόραση αυτός της απάντησε πως έναν παίχτης στο τηλεπαιχνίδι είχε κερδίσει πολλά λεφτά. Το βράδυ στο κρεβάτι του σκέφτηκε ότι δεν θα έλεγε στους γονείς του για τη βόλτα του. Ήταν το δικό του μυστικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...